29/6/17

Σύναξις Υπεραγίας Θεοτόκου του Κασπερώφ

Η   ιερή  εικόνα  της  Παναγίας  του  Κασπερώφ  προέρχεται  κατά  την παράδοση  από  την  Τρανσυλβανία  και  είχε  εμφανισθεί  σε  ένα  Σέρβο  μοναχό  στη  Χερσώνα  περί  τα  τέλη  του  16ου αιώνος  μ.Χ.  Κατά  τη  διάρκεια του  πολέμου  στην  Κριμαία  (1853 – 1856)  η  εικόνα  λιτανεύθηκε  στην  Οδησσό, ως  οι  Βυζαντινοί  ελιτάνευαν  την  εικόνα  της  Παναγίας,  όταν  αντιμετώπιζαν κινδύνους  από  εχθρούς.   
Η  εικόνα  εορτάζει,  επίσης,  την  1η Οκτωβρίου  και  την  Τετάρτη  της Διακαινησίμου.

Σύναξις Υπεραγίας Θεοτόκου της Γλυκοφιλούσης

Η   Σύναξις  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου  της  Γλυκοφιλούσης,  την  ημέρα  αυτή, πραγματοποιείται  στην  Κριμαία  της  Ρωσίας.           
Δεν  έχουμε  περισσότερες  λεπτομέρειες  για  το  γεγονός.

28/6/17

Ανακομιδή Τιμίων Λειψάνων Αγίων Κύρου και Ιωάννου των Αναργύρων και Θαυματουργών και των συν αυτοίς

«Τη  αυτή  ημέρα, μνήμη της ανακομιδής των λειψάνων των Αγίων και Θαυματουργών  Αναργύρων  Κύρου  και   Ιωάννου· και της Αγίας Μάρτυρος Αθανασίας και των τριών αυτής θυγατέρων και παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης και Ευδοξίας».       
Οι  Άγιοι  Μάρτυρες Κύρος και  Ιωάννης, Αθανασία, Θεοδότη,  Θεοκτίστη  και Ευδοξία (
† 31 Ιανουαρίου) άθλησαν κατά την εποχή  του  αυτοκράτορος Διοκλητιανού  (284 – 305 μ.Χ.).  Σήμερα  εορτάζεται  η  εύρεση  των  ιερών λειψάνων  αυτών.  Η  Σύναξή  τους  ετελείτο  «εν  τοις  Φωρακίου  και εν ταις Αρκαδιαιναίς».

Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.          
Θείας χάριτος, τη ενεργεία, αναβλύζοντα, θαυμάτων ρείθρα,  αναργύρως τα  σεπτά  ημών  λείψανα,  εκ  των  λαγόνων της γης  κόσμω  έλαμψαν, Κῦρε θεόφρον,  Ιωάννη  τε  ένδοξε·  όθεν  άπαντες,  την  τούτων  τιμώντες  εύρεσιν, αιτούμεν  δι’  ημών  το  μέγα  έλεος.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. β’. Χειρόγραφον εικόνα.      
Το μέγα ιατρείον της οικουμένης , το  ζεύγος  του  Χριστού  το  πεποθημένον, τους  φωστήρας  τους  εκλάμποντας,  ταις  αυγαίς  των  ιάσεων, υμνήσωμεν πιστοί μεγαλοφώνως, ένδον του  ναού  αυτόν  βοώντες·  Κύρος  και  Ιωάννης, οι χορηγοί των θαυμάτων, και ιατροί των νοσούντων, αυγάζουσι τα πέρατα.

Μεγαλυνάριον.
Ρείθρα  ιαμάτων  παντοδαπών, βλύζοντα τω κόσμω, ανεφάνησαν  εκ  της γης,  υμών  νυν  τα  σκήνη,  Κύρε  και  Ιωάννη,  εξ  ών  ρώσιν  τρυγώμεν, ψυχής και   σώματος.


27/6/17

Ο Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος

Ο  Όσιος Σαμψών εγεννήθηκε στη Ρώμη, από εύπορους και  ευσεβείς  γονείς και  ήταν  συγγενής  του  Μεγάλου  Κωνσταντίνου.  Εσπούδασε  φιλολογία, φιλοσοφία και ιατρική. Μεταχειρίσθηκε όμως την ιατρική όχι σαν επικερδές επάγγελμα, αλλά για ευεργετικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Οδηγός στο βίο του ήταν ο λόγος του Κυρίου: «Γίνεσθε ουν οικτίρμονες καθώς και ο πατήρ ημών οικτίρμων εστί». Έτσι ο  Όσιος  Σαμψών ήταν  προστάτης  ιατρός  των  φτωχών.  Την  οικία  του  την  είχε  μετατρέψει  σε νοσοκομείο  και  περιέθαλπε  πάσχοντες  αστέγους.
Όταν  απέθαναν  οι  γονείς  του,  με  τον  ίδιο  τρόπο  ο  Σαμψών  συνέχισε  την ζωή του στην Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος  στους  ναούς  των  Αγίων Προφητών. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνάς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας  το  έργο   και  την  αρετή  του  Σαμψών,  τον  εχειροτόνησε  ιερέα.
Με όση περιουσία του απέμεινε, ο Όσιος έκτισε νοσοκομείο, που αναδείχθηκε σε φημισμένο φιλανθρωπικό ἵδρυμα. Η φήμη του προσείλκυσε την εύνοια και αυτού  του  αυτοκράτορος  Ιουστινιανού (541 μ.Χ.),  τον  οποίο  εθεράπευσε  από  βαριά  ασθένεια.  Ο αυτοκράτορας  από ευγνωμοσύνη ανακαίνισε τον ξενώνα, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά το 532 μ.Χ., δίνοντάς του το όνομα του ιατρού που τον εθεράπευσε.
Ο  ξενώνας  του  Οσίου  Σαμψών  κατείχε  ξεχωριστή  θέση  ανάμεσα  σε  όλα  τα νοσηλευτικά  ιδρύματα  της  εποχής  του.  Ευρισκόταν  μεταξύ  των  ναών  της Αγίας Σοφίας και της Αγίας Ειρήνης, σύγχρονοι δε μελετητές τον τοποθετούν στα βόρεια της Αγίας Σοφίας. Το Δεκέμβριο του 536 μ.Χ. καταστράφηκε πάλι  από πυρκαγιά και ξανακτίσθηκε. Η «Σύνοψις  των Βασιλικών»  στο  τέλος  του  9ου  αιώνος  μ.Χ . όριζε  πως  όλα τα προνόμια που είχαν δοθεί στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας στον  ξενώνα  του  αειμνήστου Σαμψών πρέπει να διατηρηθούν. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος γράφει στο έργο του «Περί Βασιλείου Τάξεως», ότι ο διευθυντής του ξενώνος  του  Σαμψών  εκρατούσε  στη  λιτανεία  της  Κυριακής   των  Βαΐων  το έκτο  λάβαρο.  Ο  ξενώνας  ελειτούργησε  άριστα  μέχρι  τον  13ο  αιώνα  και  αυτό φαίνεται από το κείμενο του Μανουήλ Φιλή (1275 – 1345), ο οποίος εξέφρασε την ευχή ο ανιψιός του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου να γίνει δεύτερος Σαμψών.
Ο  Όσιος  Σαμψών   εκοιμήθηκε  με  ειρήνη,  σε  βαθύ  γήρας,  στον  ξενώνα  του. Το τίμιο λείψανό  του  τοποθετήθηκε στο ναό του Αγίου  Μάρτυρος  Μωκίου.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ο φέρων την μίμησιν, των του Θεού οικτίρμων, ενθέου χρηστότητος, αναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψών ιερώτατε· συ γαρ θεομιμήτω, ελλαμφθείς συμπαθεία, ώφθης των τεθλιμένων,  και  πασχόντων  ακέστωρ, παρέχων  ενί  εκάστω,  ρώσιν  και  έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Ως απαρχάς της φύσεως.          
Ως  ιατρόν  πανάριστον,  και  λειτουργόν  ευπρόσδεκτον,  οι  τη  σορώ  του  τη θεία  προστρέχοντες,  Σαμψών  θεόφρον  Όσιε,  συνελθόντες  σε  ύμνοις  και ψαλμοίς ανυμνούμεν, Χριστόν δοξάζοντες, τον τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα  των  ιάσεων.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ασθενούντων ο ιατρός· χαίροις θλιβομένων,  ο  θερμότατος  αρωγός· χαίροις των  πενήτων,  και  ξένων  αντιλήπτωρ,  Σαμψών  Χριστού  θεράπον, αξιοθαύμαστε.


Η Οσία Ιωάννα η Μυροφόρος

Η   Οσία  Ιωάννα  η  Μυροφόρος  ήταν  σύζυγος  του  Χουζά,  επιτρόπου  του Ηρώδη,  και  διακονούσε  τον  Κύριό  μας  Ιησού  Χριστό  μαζί  με τις  άλλες Μυροφόρες  γυναίκες. Εκοιμήθηκε  με  ειρήνη.

26/6/17

Βίντεο από αγώνα ποδοσφαίρου Β (26-6-2017)

Βίντεο από αγώνα ποδοσφαἰρου Α (26-6-2017)

Ο Όσιος Δαβίδ εν Θεσσαλονίκη

Ο  Όσιος  Δαβίδ  καταγόταν  από  τη  βόρεια  Μεσοποταμία, που  ήταν μεγάλο  μοναστικό  κέντρο,  και  εγεννήθηκε  περί  το  450  μ.Χ.  Για  λόγους που  δεν  αναφέρονται  ήλθε  στη  Θεσσαλονίκη  μαζί  με  το  μοναχό  Αδολά. Κατά  το  βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων  Θεοδώρου  και  Μερκουρίου,  επιλεγομένη  Κουκουλλιατών,  της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται «εν τω  αρκτικώ μέρει της πόλεως πλησίον του τείχους εν ώ εστι το παραπόρτιον των Απροΐτων». Το προσωνύμιο  «Κουκουλλιατών»  ή  «Κουκουλλατών»  δηλώνει τους μοναχούς που  έφεραν κουκούλιο, ίσως  κατά  ιδιάζοντα τρόπο, άν κρίνει κανείς  από  τις  σωζόμενες  απεικονίσεις  του  Οσίου,  δηλαδή  ριγμένο στους  ώμους.  Η  θέση  της  μονής  πρέπει  να  αναζητηθεί  βορειοανατολικά της Ακροπόλεως, εκεί όπου αναγνωρίζεται το τοπωνύμιο «Κήπος του Προβατά».
Τα  παραδείγματα  των  αγίων  ανδρών  της  Παλαιάς  Διαθήκης,  ιδιαιτέρως του  Προφήτου  και  βασιλέως  Δαβίδ,  ο  οποίος  «τριετή  χρόνον  ητήσατο, ίνα  δοθή  αυτώ  χρηστότης  και παιδεία και  σύνεσις»,  ώθησαν  τον  Όσιο Δαβίδ  να  αποφασίσει  να  καθίσει  σε  δένδρο  αμυγδαλέας  μέχρι  ο  Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση. Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου,  ο  οποίος  τον  διαβεβαίωσε  ότι  εισακούσθηκε  η  παράκλησή  του και  η  δοκιμασία  του  ως  δενδρίτου  ασκητού  έληξε.  Ο  Άγγελος  του  είπε να  κατέλθει  από  το  δένδρο  και  να  συνεχίσει  τον  ασκητικό  του  βίο  σε κελί  αινών  και  ευλογών  τον Θεό. Ο  Όσιος εκοινοποίησε την οπτασία αυτή  στους  μαθητές  του,  ζητώντας  τη  βοήθειά τους για  την  κατασκευή του  κελιού.  Η  είδηση  γρήγορα  έφθασε  στον  Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης  Δωρόθεο  και  σε  όλη  την  πόλη.
Όταν  ο αυτοκράτορας  Ιουστινιανός με τη Νεαρά  11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και  ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής,  Αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης  ήταν  ο  Αριστείδης,  ο  οποίος άν  και  αποδέχθηκε τη  μεταβολή, προσπάθησε όμως να περισώσει την πολιτική  σημασία  της  πόλεως,  με  την  επαναφορά  της έδρας του υπάρχου του  Ιλλυρικού  από την Πρώτη Ιουστινιανή  στη  Θεσσαλονίκη. Ενώ  η  διάσπαση  της  εκκλησιαστικής  διοικήσεως  δεν  εμείωνε  την  αξία της  Θεσσαλονίκης,  η  μετάθεση της έδρας της   υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό  υποβιβασμό  της  πόλεως.  Το  αίτημα  λοιπόν  των  Θεσσαλονικέων, καθώς και  η  επιθυμία του  υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά  της έδρας στη  Θεσσαλονίκη, ιδέα που  ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό  ο  Αρχιεπίσκοπος  Αριστείδης.  Στο  σημείο  αυτό  εζητήθηκε η  βοήθεια του  Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, όπως ο Βίος εξηγεί, δεν μπορούσε «καταλιπείν την πόλιν αδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη.  Εκτός  των  άλλων όμως, η  προτίμηση του  Οσίου Δαβίδ  δείχνει  τη  βαρύτητα,  αλλά  και  τις  δυσχέρειες  που  προβλεπόταν ότι  θα  συναντούσε ένα παρόμοιο αίτημα στον Ιουστινιανό, ο οποίος προσφάτως  είχε  τιμήσει  την  ιδιαίτερή  του  πατρίδα,  Πρώτη  Ιουστινιανή, με τις έδρες της νέας Αρχιεπισκοπής και  της  υπαρχίας. Μετά  από  τόσα χρόνια  εγκλεισμού  ο  Όσιος  εμφανίσθηκε  για  πρώτη  φορά  στο  φως  του ήλιου.  Η  μορφή  του  είχε αλλάξει. Τα  μαλλιά  του  είχαν  μακρύνει  μέχρι την  οσφύ  αυτού και  τα  γένεια του μέχρι τους πόδες του, το  δε άγιο πρόσωπό  του  έλαμπε  σαν  τις  ακτίνες   του  ήλιου.  Συνοδευόμενος  από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και  τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα.  Η  φήμη  όμως  του  Οσίου  είχε  προτρέξει. Έτσι, όταν έφθασε εκεί,  όλη  η Πόλη τον υποδέχθηκε. Η  υποδοχή του από  τη Θεοδώρα,  σύζυγο  του  Ιουστινιανού,  καθώς  και  οι  τιμές  και  ο  σεβασμός της  προς  το  πρόσωπο  του  Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό  όλων  των παρισταμένων.  Η  Θεοδώρα  εκινήθηκε  δραστήρια· έτσι,  όταν  επέστρεψε ο  Ιουστινιανός,  ο  οποίος  απουσίαζε   σε  επίσημες  υποχρεώσεις, εφρόντισε  να  προκαταλάβει  τη  γνώμη  του  θετικά  υπέρ  του  Οσίου Δαβίδ, με  αποτέλεσμα  ο  αυτοκράτορας  να προσκαλέσει τον Όσιο  ενώπιον της συγκλήτου. Ο  Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό  κρατώντας  στα  χέρια του  φωτιά  με  θυμίαμα  που  δεν κατέκαιγε  τη   σάρκα του. Το παράστημα του  Οσίου καθώς και  το προφανές  θαύμα  επέβαλε  σε  όλους  κλίμα   δέους  και  κατανύξεως,  ώστε ο  βασιλέας  πρόθυμα  ικανοποίησε  το  αίτημά  του  με  σπουδή.
Κομίζοντας τα  αγαθά  νέα  ο  Όσιος απέπλευσε για  τη  Θεσσαλονίκη,  την οποία όμως έμελλε μόνο από  μακριά  να ξαναδεί, διότι μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο  Θεό. Το γεγονός  συνέβη  μεταξύ  των  ετών  535 – 541 μ.Χ.
Η  είδηση της αφίξεως του ιερού λειψάνου του Οσίου κάτω από τις συνθήκες αυτές συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σκήνωμα του Οσίου Δαβίδ αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά  του  λιμανιού. Ο  Αρχιεπίσκοπος  Αριστείδης  με πολλή  θλίψη  όρισε  πάνδημη  κηδεία.  Το λείψανο του  Οσίου ενταφιάσθηκε  στη  μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα με  την επιθυμία του.
Εκατόν  πενήντα  χρόνια  μετά  την  κοίμηση  του  Οσίου,  περί  το  685 – 690 μ.Χ.,  έγινε μία προσπάθεια για τη  διάνοιξη του  τάφου,  όταν  ο  ηγούμενος της  μονής  των  Απροΐτων  Δημήτριος  «ηθέλησεν  από  πολλήν  πίστιν λαβείν τι μέρος εκ του αγίου αυτού λειψάνου». Μόλις όμως εξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που εκάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό εθεωρήθηκε  ως  φανέρωση  του  θελήματος  του  Οσίου  να  μη  θιγεί.  Το ιερό  λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερρατικού  οίκου στη  Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), το  ιερό  λείψανο μεταφέρθηκε  στην  Ιταλία και  το  1236  απαντάται  στην  Παβία,  απ’  όπου μεταφέρθηκε στο Μιλάνο, το 1967.    
Τελικά,  το   σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη    και  κατατέθηκε  στη  βασιλική  του  Αγίου  Δημητρίου  στις 16  Σεπτεμβρίου  1978.


Απολυτίκιον. Ήχος  δ’. Ταχύ  προκατάλαβε.
Ως φοίνιξ εξήνθησας, των αρετών τους καρπούς, ασκήσας ως άσαρκος, αμυγδαλής  εν  φυτώ,  Δαβίδ  Πάτερ  Όσιε.  Όθεν  Θεσσαλονίκη,  τοις  οσίοις σου  πόνοις,  χάριν  παρά  Κυρίου,  δαψιλή  καρπουμένη, γεραίρει ως μεσίτην  σε,  θερμόν  προς  τον  Φιλάνθρωπον.

Έτερον Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.    
Τη αγάπη του Λόγου Πάτερ πτερούμενος, επί του δένδρου διήλθες αγγελικήν βιοτήν, και  εξήνεγκας ημίν καρπούς της χάριτος· εξ ών τρυφώντες νοητώς, εκβοώμεν σοι πιστώς, Δαβίδ Οσίων ακρότης· μη διαλίπῃς  πρεσβεύων,  ελεηθήναι  τας  ψυχάς  ημών.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τους ασφαλείς.
Ως  μιμητήν,  των  ουρανίων  τάξεων,  και  αγαθών,  των  επιγείων πάροικον, επαξίως  μακαρίζομεν,  σε  ω  Δαβίδ  θεομακάριστε·  τον  βίον γαρ  ως  άγγελος  ετέλεσας,  και  θείων  δωρημάτων  κατετρύφησας,  εξ  ών και  ημίν  μετάδος  Όσιε.


Μεγαλυνάριον.
Ήνεγκας  ως  κλήμα  εν τη  Εδέμ, εστώς  υπέρ  φύσιν,  επί  δένδρου  Πάτερ Δαβίδ,  βότρυας  ηδίστους,  ζωής  της  μακαρίας,  δι’  ών  αεί  ευφραίνεις, τους  σε  γεραίροντας.