7/8/15

Ο Άγιος Μίκαλλος

«Εγώ ειμι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσῃ εν τη σκοτίᾳ, αλλ’ έξει  το  φως  της  ζωής» (Ιωάν. η’ 12).

Ομιλεί  ο Κύριος και λέγει! Εγώ είμαι το φως του κόσμου, όλου του κόσμου.
Εκείνος που με ακολουθεί με εμπιστοσύνη απόλυτη κι ελπίδα και πρόθυμη  υπακοή  στα  λόγια, αυτός  δεν  πρόκειται  ποτέ  να  περιπατήσει στο  σκοτάδι, αλλά  θα  έχει  πάντα  μέσα  του  ζωηφόρο  και πνευματικό  φως που προέρχεται  από  την  αληθινή  ζωή, τον  Θεό,  και οδηγεί  πάλι  σ’ Αυτόν.

Τα  υπέροχα  και  σωστικά  τούτα  λόγια, που  βγήκαν  από  το  στόμα  του Θείου  Διδασκάλου  για  πρώτη  φορά, έγιναν  με  τον καιρό  σύνθημα ζωής  από  χιλιάδες ψυχές  και  χάρισαν  στην  Εκκλησία  τις  αμέτρητες μυριάδες  των  αγίων  και  των  μαρτύρων  της  πίστεως.
Τούτα  τα  λόγια  έκαμαν βίωμα και  ζωή τους όλοι  οι  άγιοι. Τούτα  τα λόγια  έκαμε  βίωμα  και  ζωή  του  κι  ο  άγιος  Μίκαλλος  ο  προσφιλής και  πολύ  σεβαστὸς  άγιος  των  κατοίκων  της  ωραίας  Ακανθούς  και των  γύρω  απ’ αυτήν  χωριών.
Με τούτο τον άγιο θα ασχοληθούμε κι εμείς στις γραμμές που ακολουθούν.

Όπως γράφουμε κι αλλού, ο άγιος Μίκαλλος είναι ένας από  τους τριακόσιους  αγίους που  ήρθαν  στην  Κύπρο  περί  τα  μέσα του 12ου αιώνα  μετά  τη  Β’  Σταυροφορία (1147 – 1149 μ.Χ.).

Για την παιδική  ηλικία, τους  γονείς  και  την  ιδιαίτερη  πατρίδα του αγίου δεν έχουμε δυστυχώς καμιά πληροφορία. Εκείνο που συμπεραίνουμε γι’ αυτόν είναι, πώς ο άγιος, όταν ήταν νέος, αναγκάστηκε  για  μία  καλύτερη  ζωή  να  ξενιτευτεί.  Πήγε  στη Γερμανία κι εργαζόταν ως εργάτης με  άλλους   Έλληνες. Εκεί ευρισκόμενος  άκουσε  κάποια  μέρα  το  συγκλονιστικό  κήρυγμα  που την  εποχή  εκείνη  κηρυσσόταν  παντού  στις  διάφορες  πόλεις  και  χώρες  της  Ευρώπης:
-Αδέλφια,  ελάτε να  συνεργαστούμε  για ένα  έργο  ιερό! Οι  Άγιοι  Τόποι, εκεί  που γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε  καὶ  δίδαξε  ο  Χριστός  μας, οι Τόποι στους οποίους έκαμε τόσα θαύματα, αλλά και  διώχθηκε  και συνελήφθηκε  και  σταυρώθηκε  και  απέθανε  και  τάφηκε  βρίσκονται κάτω  από  τη μωαμεθανική εξουσία. Αλύπητα βασανίζονται όσοι τολμούν να πάνε εκεί ταπεινοί προσκυνητές. Οι  Άγιοι  Τόποι  πρέπει  να ελευθερωθούν. Και σ’ αυτή την ιερή προσπάθεια καλούνται όλοι να βοηθήσουν.

Σε λίγο  χρονικό  διάστημα  όσοι  στην  καρδιά  τους  ένιωθαν  την  φλόγα της  αγάπης  του  Χριστού  να  τους  καίει,  μαζεύτηκαν  και  δημιούργησαν  μία  μεγάλη  στρατιά  που  ένα  πρωί  ξεκίνησε  να  κάμει έργο  τον  πόθο, που  φλόγιζε  τα στήθια των ανθρώπων αυτών. Η στρατιά αυτή, η γνωστή σαν δεύτερη σταυροφορία διαλύθηκε εκεί  στη σημερινή  Γιουγκοσλαβία. Ανάμεσα  στα  διάφορα  σώματα  στρατού  ήταν  και  τριακόσιοι  Έλληνες  με  αρχηγό  κάποιο  Αυξέντη,  τον  γνωστό Άγιο  Αυξέντιο. Όταν  η  στρατιά  διαλύθηκε,  οι  Έλληνες  μαζεύτηκαν και  μετά από  μία ενθουσιώδη ομιλία του Αρχηγού  αποφάσισαν να τραβήξουν προς τα μέρη του Ιορδάνη  και  να  ζήσουν  εκεί  μια  ασκητική ζωή,  μια  ζωή  πλήρους  αφιέρωσης  στον  Θεό.

Η πρόταση έγινε δεκτή  με ενθουσιασμό. Μετά από μία προσευχή  που έγινε από μέρους όλων, οι  άνθρωποί  μας  ξεκίνησαν. Πρώτα  πήγαν  και προσκύνησαν  όλοι  μαζί  στα  Ιεροσόλυμα. Ύστερα  προχώρησαν  προς  τα έρημα του  Ιορδάνη  με  σκοπό  να  αφιερωθούν στον Θεό  και  να ζήσουν  εκεί  την  ζωή  που  αποφάσισαν,  τη  μοναχική  κι  ασκητική  ζωή. Η  νηστεία, η προσευχή, η αγρυπνία, η  μελέτη  της  Αγίας  Γραφής,  αλλά κι  η  έμπρακτη  αγάπη  προς  όλους  εκείνους  που  είχαν  την  ανάγκη τους, ήταν η  καθημερινή τους φροντίδα. Το περιβάλλον δυστυχώς και ευτυχώς του  Ιορδάνη  δεν  τους  βοηθούσε  καθόλου στη ζωή  που διάλεξαν να ζήσουν. Οι  εχθροί  της πίστεως του  Χριστού  που  με φθονερό  μάτι  παρακολουθούσαν την  ζωή  και  την  πρόοδο των ασκητών  στα  μέρη  εκείνα,  άρχισαν  να  τους  παρενοχλούν.  Κι αυτοί για   να γλιτώσουν μαζεύτηκαν μία  μέρα  στην  παραλία  με  τὸν  σκοπό να φύγουν από  τον τόπο εκείνο. Εδώ  βρήκαν  ένα  καράβι,  μπήκαν  μέσα και  ήρθαν  στην  Κύπρο, που  ήταν  τότε  ονομαστή  για  τη  θεοσέβειά της. Το  καράβι  σταμάτησε  στην  Πάφο. Μια  παράδοση  μάλιστα  λέει, πως τούτο εξ αιτίας μιάς δυνατής τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στους βράχους. Ευτυχώς οι  άνθρωποι  σώθηκαν  όλοι  πάνω  στα  συντρίμμια του  καραβιού  και  βγήκαν έξω στη στεριά. Απ’ εδώ  σκορπίστηκαν σε διάφορα  μέρη του  Νησιού  κι έζησαν  ο  καθένας  τη  μακαρίᾳ  ζωή  με τον  δικό  του  τρόπο.

Αυτό έκανε κι ο άγιος Μίκαλλος. Με οδηγό τα λόγια του ψαλμῳδού (ψαλμ. α’, 1 – 2), που βεβαιώνουν πως είναι τρισευτυχισμένος και ευλογημένος  από τον Θεό ο άνθρωπος που αποφεύγει τις συναναστροφές  με  ανθρώπους  διεφθαρμένους  και  ασεβείς  και αντίθετα  έχει  δοσμένη  την  θέληση  και  την  σκέψη  του  στον  νόμο  του Κυρίου  και  Αυτόν  μελετά  μέρα  και  νύκτα, προχώρησε  στον  δρόμο  που  διάλεξε. Μπροστά του έχει πάντα του Θεού  το  θέλημα, όπως  το δίδαξε το  φως  του  κόσμου, ο  Χριστός. Με  την  σκέψη  σ’ Αυτόν  βαδίζει ανυπόδητος, διασχίζει  βουνά  και  κάμπους  διαβαίνει   ποτάμια ορμητικά, χείμαρρους, χωρίς  φόβο  και  ατρόμητος  προχωρεί  μέχρις  ότου  ύστερα  από  πολλούς  κινδύνους  και  κόπους  έφτασε  στα  μέρη της  Ακανθούς. Δύο  σπήλαια που βρήκε στο μέρος αυτό και που στέκονται  ακόμη  και  σήμερα τον κάμνουν να σταματήσει  και  να διαλέξει  το  μέρος  αυτό   σαν  τόπο  της  ασκήσεώς του.

Τὸ περιβάλλον ὑπέροχο. Θάμνοι ποικίλοι κάλυπταν καὶ καλύπτουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμπο γύρω κι εὐωδιάζουν. Τὰ σπήλαια εὐρύχωρα. Μπροστὰ ἁπλώνεται ἀπέραντη ἡ γαλάζια θάλασσα. Ἡσυχία ὀνειρώδης. Μόνο ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἀκούεται σιγανὰ καὶ τὸ τραγοῦδι τῶν πουλιῶν ποὺ πετᾶνε πάνω στοὺς θάμνους ταράζει κάπως τὴν ἡσυχία τοῦ τοπίου. Σὲ τοῦτο τὸ μέρος ὁ Ὅσιός μας μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἔστησε τὴ σκοπιά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αἱματόβρεκτη σημαῖα τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε τὸν ἀγῶνα. Σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του μιὰ σκέψη πρυτανεύει. Ὁ Κύριος κι οἱ ἐντολές του. Καθετὶ τὸ ὑλιστικὸ τοῦ εἶναι ξένο κι ἀδιάφορο. «Σκύβαλα» θεωρεῖ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἀγαθά, κάνοντας μία σύγκριση αὐτῶν μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου βρίσκουν κι ἐδῶ πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους.

«Τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρίᾳ ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πηγαίνουν καὶ ἐγκαθίστανται στὴν ἔρημο μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, εἶναι ζωὴ μακαρία, εὐλογημένη. Κι εἶναι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τέτοια, γιατί οἱ μοναχοὶ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ φροντίδα τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ συνέχεια ἔχουν στὴ σκέψη τὸν Θεό, καὶ πρὸς Αὐτὸν στρέφονται πάντα μὲ μία ἀγάπη κι ἕνα ἔρωτα φλογερὸ κι ἀδιάκοπο. Μοναδικὸ μέλημα καὶ φροντίδα τους ἔχουν ἕνα πρᾶγμα. Νὰ ἀρέσουν σ’ Αὐτόν.

Αὐτὸ τὸ μέλημα καὶ τούτη τὴ φροντίδα ἔχει καὶ ὁ Ὅσιος μας: τὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν προσφέρει κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα τὸν ἑαυτό του. Πόθος καὶ παλμὸς κι ἀγῶνας του καθημερινός, πῶς νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ λόγια του ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, εἶναι συνέχεια μπροστά του. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰωάν. στ’ 17). Τοῦτος ὁ μάταιος κόσμος κι οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγὼ παρέρχονται καὶ μαζί τους ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κατέχουν μέσα σ' αὐτόν. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ καὶ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του δὲν παρέρχεται. Μένει αἰώνια. Δία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψε κι αὐτὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Προσπάθειά του μοναδικὴ ἔγινε τώρα ἡ πρόοδός του στην  αρετή. Το θέλημα  του  Κυρίου  μελετά  καθημερινά  με  προσοχή  και ευλάβεια στο ιερό Ευαγγέλιο. Με την προσευχή επίσης τη θερμή, την αγρυπνία, τη νηστεία ανεβαίνει  καθημερινά  της  αρετής  τα  σκαλοπάτια. Με  τούτα  τα μέσα, αφού  σταύρωσε  «την σάρκα συν τοις παθήμασι  και  ταις επιθυμίαις»  όπως λέει ο θείος Απόστολος (Γαλ. ε’, 24), ελεύθερος πια βαδίζει σταθερά για να φτάσει κάποια μέρα εκεί που  βασιλεύει  αδιάκοπα η  αιώνια  μακαριότητα.

Στο απόμερο κι υπέροχο τούτο μέρος της μαρτυρικής  Κύπρου το ποτισμένο με αίματα και δάκρυα τόσων οσίων και  μαρτύρων έζησε  ο Άγιός μας χρόνια  πολλά  με  βασική  τροφή  χόρτα  του  κάμπου  και  ρίζες  και τρυφερές  μύτες  από  αγριοβότανα. Λιτή  η   διατροφή του. Πλούσια  η  χαρά κι η γαλήνη της καρδιάς του. Πλουσιώτερη η προσφορά του στις διψασμένες  για  παρηγοριά  και  φωτισμό  ψυχές, που  απ’  τις  πρώτες  μέρες που τον γνώρισαν δεν έπαψαν συχνά να τον επισκέπτονται και να εκζητούν τη   βοήθειά  του. Βοήθεια  στις  δυσκολίες  και  τους  διωγμούς  που αντιμετώπιζαν από τους σκληρούς κατακτητές της νήσου μας, τους Φράγκους. Αλλά και βοήθεια στις διάφορες  αρρώστιες  που  έδερναν  τους κατοίκους  του  πονεμένου  αυτού  τόπου. Καθημερινά,  σε  διάφορες  ώρες, πλήθη  Χριστιανών  τον  επεσκέπτοντο  για  να  ακούσουν  τα  λόγια  και  τις συμβουλές του  ή  για  να  ζητήσουν  τη  θεραπεία  των  ασθενών  τους  που  του έφερναν.

Η  χάρη  του  Αγίου  Πνεύματος  που  πλούσια  είχε  σκηνώσει  στην  ψυχή,  του χάριζε την πολυπόθητη υγεία σε όσους με ειλικρινή μετάνοια τον επεσκέπτοντο  και με  πίστη  βαθιά  ζητούσαν από τις προσευχές του το έλεος του Θεού. Κανένας δεν έφευγε από το ασκητήριό του δυσαρεστημένος. Η αγιότητά του είχε διαλάμψει στο νοητό της Εκκλησίας στερέωμα. Και  όταν  η  αγάπη  του  Θεού  τον  είχε  καλέσει  για  να τον ξεκουράσει  στην πέραν του  τάφου  ζωή,  ήρεμα ο  Άγιος  παρέδωσε  την ψυχή  του  στις 7  Αυγούστου  στα  χέρια  Εκείνου  από  τον   οποίο  έλαβε  δόξα άφθιτο και μακαριότητα αιώνια. Η θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται και σήμερα σε όσους με πίστη επισκέπτονταν μέχρι την επιδρομή του βάρβαρου Αττίλα το 1974  το  εκκλησάκι του,  που  βρισκόταν δίπλα  στα  σπήλαια  και  επλένοντο  με  το  αγίασμά του, ελάμβαναν  τη θεραπεία  στην  αρρώστια  τους  και   την  παρηγοριά  στη  δοκιμασία  τους.

Η  θαυματουργική  χάρη  του  Αγίου  Μίκαλλου  ανεφέρετο  στη  θεραπεία  της μαλάριας και  της  λέπρας. Επίσης  οι  μητέρες  που  θήλαζαν τα  παιδάκια τους, όταν δεν είχαν γάλα, πήγαιναν στη  χάρη του με πίστη, θήλαζαν από τους σταλακτίτες που ήσαν στα σπήλαια και επεκαλούντο τη βοήθειά του, την οποίαν και ελάμβαναν πλουσία. Άρρητη ευωδία, αναφέρουν οι παλαιοί, ξεχυνόταν από  τα  δύο  σπήλαια  μέχρι  τελευταία, που έφθανε γύρω στα χωράφια που καλλιεργούσαν οι αγρότες της Ακανθούς. Δίπλα  στα  σπήλαια  υπήρχε  και  υπάρχει  ακόμη  μια  θαλερή μυρτιά, «η μυρτιά του Οσίου Μίκαλλου» στην οποία αποδίδονταν πλούσιες  θαυματουργικές  ιδιότητες.

Με την καρδιά σφιγμένη, αλλά και λουσμένη στα δάκρυα μιάς ειλικρινούς μετανοίας καλούνται οι κάτοικοι της πονεμένης Ακανθούς όπου κι άν βρίσκονται, και   μαζί  μ’ αυτούς  και  όλοι  οι  πιστοί  Χριστιανοί  της ηρωοτόκου  Κύπρου, της  νήσου  που  την  αγιάζουν τόσοι  άγιοι, μαζί  κι  ο Όσιος  Μίκαλλος για τον οποίο  ομιλούμε, να  ενθυμούνται  πάντα, μα  και όλοι  να  ενθυμούμαστε  συχνά – πυκνά,  τούτη  την  αλήθεια:
Η ειλικρινής μετάνοια είναι το μοναδικό μέσο για να  μπορεί  ο  άνθρωπος κάθε φορά να επιτυγχάνει  την  έξοδό του  από τις  συμφορές που τον δέρνουν  και  τον  στενοχωρούν.  Η  αληθινή  μετάνοια  είναι  η  δύναμη που οδηγεί  τον  άνθρωπο, και  τον  πιο  αμαρτωλό,  στον  δρόμο  της  σωτηρίας. Αυτό το μέσο, αυτό το φάρμακο καλούμαστε να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς, τούτο τον καιρό, άν θέλουμε να  σωθούμε  και  να  επιτύχουμε  ξανά τη λύτρωση και την σωτηρία μας. Είναι καιρός με συντριβή ψυχής να μετανιώσουμε, να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας και με ειλικρινή εξομολόγηση να ζητήσουμε να λάβουμε το έλεος του Θεού. Και θα το λάβουμε. Θα μας το χαρίσει η ευσπλαχνία του. Και θα επιτύχουμε την λύτρωση που ποθούμε. Τότε ελεύθεροι θα ξαναγυρίσουμε και πάλι στα αγαπημένα μέρη. Θα ξαναπάμε στα χωριά μας. Θα ξανακτυπήσουν οι καμπάνες των εκκλησιών που οι  βάρβαροί  του  Αττίλα  δεν  κατέστρεψαν και θα ξαναλειτουργηθούμε σ' αυτές. Με  ανείπωτη  χαρά  και  αγαλλίαση θα απευθύνουμε και πάλι θερμά τα ευχαριστώ μας στον Κύριο, την Παναγία  Μητέρα  Του  και  μητέρα  όλων  μας  και  στους  Αγίους  μας.
Τότε  με  χαρά  και  αγαλλίαση  θα  ψάλλουμε  και  πάλι  του  ψαλμῳδού  μας τον επίκαιρο στίχο. «Αύτη η ημέρα ήν εποίησεν ο  Κύριος  αγαλλιασώμεθα και   ευφρανθώμεν  εν  αυτή».
 
Άγιοί της  Κύπρου μας, Άγιε Μίκαλλε, δώστε, σας παρακαλούμε, η ημέρα αυτή  να  έρθει  το  συντομώτερο.  Αμήν.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἡμῶν Μίκαλλε, νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον ἀπολυτίκιο ὑπὸ Χαραλάμπους Μ. Μπούσια. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ εὐηρέστησας ὁσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος, εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοῦς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: