12/12/14

Ο Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός Επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου

Ανήκει στην ιερή φάλαγγα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων.
Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306 – 337) και του γιού του Κωνστάντιου (337 – 361).
Γενέθλια πατρίδα του ο Ἀγιος Σπυρίδων είχε όχι την Τριμυθούντα της Κύπρου, όπως γράφουν πολλοί  και  που σήμερα είναι ένα μικρό χωριό  με το όνομα  Τρεμετουσία, αλλά  την γειτονική της  κωμόπολη  Άσσια.
Αυτό μας λέγει ο Άγιος Τριφύλλιος, πρώτος Επίσκοπος  της Λευκωσίας και μαθητής του Αγίου Σπυρίδωνος. «Ούτος ούν ο Άγιος Σπυρίδων αγροίκος  μεν ήν ειπείν κατά  την ανατροφήν, εν χωρίω  Ασκία καλουμένω γεννηθείς εις την Κυπρίων επαρχίαν». Το χωριό Ασκία (πιο σωστά Άσκια) είναι η γνωστή κωμόπολη της Άσσιας, που είναι κοντά στην Τριμυθούντα. «Αγροίκος» σημαίνει άνθρωπος απλοϊκός, άνθρωπος που  δεν σπούδασε, δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει καλά.
Άνθρωπος, όπως λέμε εμείς σήμερα του βουνού και του κάμπου. Άνθρωπος της υπαίθρου· και τέτοιος πραγματικά ήταν ο Άγιός μας. Τέτοιοι ήσαν και οι γονείς του. Άνθρωποι αγρότες, φτωχοί, αλλά πολύ ενάρετοι  και  πιστοί. Γι’ αυτό  και  το παιδί τους το ανέθρεψαν με προσοχή  και  φόβο θεού. Το ανέθρεψαν, όπως λέγει και  ο θείος  Παύλος για τον μαθητή του Τιμόθεο, ότι τον ανέθρεψε η γιαγιά του Λωίδα και  η μητέρα  του  Ευνίκη  «εν παιδεία και  νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση  και  ζωή

Γράμματα ο Άγιος δεν έμαθε πολλά. Ούτε φοίτησε σε ανώτερες Σχολές, όπως οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή  όμως, το βιβλίο  του θεού, ήταν ο καθημερινός και αχώριστος σύντροφός του. Όπου πήγαινε, μαζί του την έπαιρνε. Μαζί του στο σπίτι. Μαζί του και όταν οδηγούσε τα πρόβατα στη βοσκή, γιατί ήταν βοσκός. Μέσα στο σακίδιό του, την γνωστή  κυπριακή  βούρκα στην οποία είχε βαλμένο το λιτό του γεύμα, είχε και  το Ευαγγέλιό του. Πόσο συγκινητική, μα και αξιομίμητη αλήθεια ήταν τούτη η συνήθειά του! Να την εξάρουμε; Μιλάει μόνη της. Τούτο προσθέτουμε:

Εκεί  στον κάμπο τον πλατύ, όταν τα πρόβατα βοσκάνε, ο Σπυρίδων καθισμένος κάτω από τον ίσκιο κάποιου δένδρου ή πάνω σε κάποιο ψήλωμα μελετούσε μ’ ευφροσύνη τα λόγια του Θεού και  σαν τον Δαβίδ έψαλλε και  δοξολογούσε τα μεγαλεία του. Πολλές  φορές  ακόμη καλούσε κοντά του τους άλλους βοσκούς και με στοργή και αγάπη παραδειγματική τους δίδασκε του  Θεού  τον νόμο, και  αγωνιζόταν ώρες να  οδηγήσει τις  ψυχές τους στα χλοερά  λιβάδια της  χριστιανικής πίστης.

Από τα πρώτά του βήματα  το  λουλούδι αυτό του Ουρανού  και  όργανο του  Αγίου Πνεύματος φρόντιζε να σκορπίσει παντού  της  Ορθοδοξίας τα αρώματα. Κάθε μέρα που περνούσε, ο ζήλος του για την σωτηρία των γύρω του, μα και η αγάπη και η ταπείνωσή του, τον ανέβαζε και σε ψηλότερες βαθμίδες αρετής  και  ηθικής  τελειώσεως. Και  γινόταν για τις δύσκολες ημέρες της εποχής του, εποχής σκληρών διωγμών και ειδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους και χριστιανικής ομολογίας. Στον διωγμό, που  εξαπέλυσε ενάντια στους  χριστιανούς ο  Μαξιμίνος (308 – 313) συνελήφθη και ο ιερός Σπυρίδων. Ο φλογερός και υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας του Θεού  επίσκοπος δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Τα βασανιστήρια πολλά. Σ’ ένα απ’ αυτά όπως μας λέγει κάποιος συναξαριστής, είχε εξαρθρωθεί  και  το πόδι του  και  είχε  βλαφθεί  και  το  ένα  του  μάτι.

Τους παλμούς της καρδιάς του και την αγάπη του όμως στον Χριστό τίποτα  δεν μπόρεσε να μειώσει. Μια  ευφροσύνη πλημμύριζε ολόκληρο το είναι του, σαν σκεφτόταν ότι έπασχε για την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. «Ουκ άξια τα παθήματα του  νυν καιρού  προς  την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». (Ρωμ. η’ 18), έλεγε και επαναλάμβανε από  μέσα του, σαν δεχόταν τα ραπίσματα και τους άλλους εξευτελισμούς.

Ο  Άγιος  δημιουργεί  οικογένεια

Μα και  στις ημέρες της ευτυχίας και της οικογενειακής θαλπωρής που απολάμβανε  μετά την  απελευθέρωσή του, που έγινε πιθανόν ύστερα από την κυκλοφορία του διατάγματος των Μεδιολάνων, η φλόγα της πίστεώς του στον Χριστό έμεινε αμείωτη και η αγάπη του πάντα υποδειγματική.

Είπα στις ημέρες της οικογενειακής θαλπωρής, γιατί νέος ο Άγιός μας, κατόπιν πιέσεως των γονιών του δημιούργησε οικογένεια. Δυστυχώς όμως  πολύ νωρίς έχασε την προσφιλή του σύντροφο. Την κάλεσε ο  Κύριος κοντά του. Έτσι ο Σπυρίδων έμεινε μόνος με συντροφιά την χαριτωμένη κόρη του, την Ειρήνη του. Ο πόνος υπήρξε μεγάλος. Όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τα λόγια του πολύαθλου Ιώβ ήταν πάντα στο στόμα του. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο. Ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και  εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους  αιώνας» (Ιώβ α’ 21). Παρηγοριά στην θλίψη του βρήκε πάλι στα λόγια του Θεού. Γιατί μόνο τα λόγια του Θεού  τις στιγμές αυτές είναι  ικανά να ξεκουράσουν ψυχικά  τον  άνθρωπο  και  να τον οδηγήσουν στην σωτηρία.

Η πανθομολογουμένη από όλους ευσέβεια και αρετή του κατέστησε τον Άγιο σεβαστό και αγαπητό, όχι  μονάχα στην πόλη του, μα και στα γύρω χωριά. Σ’ αυτόν έβρισκαν καταφύγιο οι δυστυχισμένοι. Αυτόν είχαν προστάτη οι πονεμένοι. Αυτόν έβλεπαν πατέρα τα ορφανά. Σε κάθε ανάγκη σ’ αυτόν κατέφευγαν όλοι, γιατί στο πρόσωπό του  ήταν  βέβαιοι πως θα βρίσκανε αυτό που  ήθελαν, αυτό που ποθούσαν. Την παρηγοριά και  την ανακούφιση.

Ο  Σπυρίδων ποιμένας  ψυχών

Έτσι, όταν κάποτε πέθανε ο ιερέας του τόπου εκείνου, μικροί  και  μεγάλοι μ’ ένα στόμα τον Σπυρίδωνα κάλεσαν και τον έπεισαν να χειροτονηθεί  ποιμένας  των ψυχών τους. Αργότερα  κλήρος  και  λαός  με τις παρακλήσεις τους πάλι ανέδειξαν τον Άγιο πρώτο Επίσκοπό της Τριμυθούντος. Και  την θέση  αυτή  τίμησε  και  δόξασε όσο κανένας άλλος  ο  απλοϊκός  βοσκός. Την τίμησε και την δόξασε, γιατί ήταν ο πράος  και  ταπεινός. Τα λόγια του θείου Διδασκάλου «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29) ήταν γι’ αυτόν σύνθημα  ζωής, ήταν  καθημερινό  βίωμα.

Ο  Σπυρίδων ήταν ακόμη η προσωποποίηση της  αγάπης  και  καλοσύνης. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε ξένο και περαστικό, και για κάθε οδοιπόρο. Τα λόγια του θείου Παύλου  «την φιλοξενίαν διώκετε»  ήταν γι’ αυτόν  τρόπος ζωής. Ο Άγιος  αγαπούσε τον κάθε άνθρωπο. Όποιος ερχόταν σπίτι του έπρεπε να καθίσει να ξεκουραστεί, να  διανυκτερεύσει, να  φάει  και  να πιεί. Πολλές  φορές  ο ίδιος ο Επίσκοπος μιμούμενος τον Κύριο έφερνε νερό και έπλενε με αγάπη τα πόδια των κουρασμένων στρατοκόπων για να τους ξεκουράσει. Σε όλες τις εκδηλώσεις της  ζωής του ο ταπεινός και πράος εκπρόσωπος της νέας πίστεως ήταν ο γνήσιος ακόλουθος Εκείνου, που ήταν και είναι  «η οδός και  η  αλήθεια και  η  ζωή». Η αγιότητά του υπήρξε θαυμαστή. Γι’ αυτό  και  ο Πανάγαθος Θεός πλούσια τον αντάμειψε από τον καιρό  που ήταν ακόμη στη ζωή. Άπειρα είναι τα θαύματα που έκαμε με τη βοήθεια του Χριστού. Θαύματα μεγάλα, αναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια η Εκκλησία του έδωκε την προσωνυμία του Θαυματουργού. Μερικά  από τα θαύματα θα αναφερθούν και εδώ. Αξίζει να δούμε και να γνωρίσουμε όλοι  οι χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ο Κύριος εκείνους, που με σταθερότητα  και  ειλικρίνεια  αληθινή  του  δίδουν την  καρδιά τους.

Θαύματα

1. Κάποτε η  Κύπρος υπέφερε  από ανομβρία. Πείνα μεγάλη και αρρώστιες  πολλές μάστιζαν κυριολεκτικά τον δυστυχισμένο τόπο. Πολλοί πέθαιναν κάθε μέρα. Η κατάσταση ήταν τραγική. Ένας Ηλίας ή κάποιος  άλλος όμοιός του χρειαζόταν τις στιγμές  εκείνες, για να  ανοίξει τους  καταρράκτες του  ουρανού. Και σαν τέτοιος  βρέθηκε ο  Άγιός μας. Ο πόνος του λαού του τον έσπρωξε σε βαθιά  και  κατανυκτική  προσευχή. Το  αποτέλεσμα υπήρξε άμεσο. Βροχές πολλές  και ευεργετικές  άρχισαν να πέφτουν σ’ όλο τον τόπο. Και όταν αυτές συνεχίζονταν με κίνδυνο το κακό  να γίνει μεγαλύτερο παρἀ την ανομβρία, τότε και πάλι οι προσευχές του Αγίου τις σταμάτησαν. Το πονεμένο νησί ανέπνευσε. Γεννήματα όλων των ειδών πλημμύρισαν τους κάμπους. Και  οι  άνθρωποι δόξασαν τον Μεγάλο Πατέρα, που τόσο γρήγορα  και με τόση σπουδή  τους λύτρωσε  από  τα  δεινά.


Ιδιαίτερα η αγάπη του Αγίου εκδηλωνόταν για τους πτωχούς και τους δυστυχισμένους. Σ’ αυτούς ήταν αδύνατο ο φιλάνθρωπος Επίσκοπος να αρνηθεί  την  βοήθεια  και  την  προστασία του.

2. Κάποτε  πάλι μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. Οι πλούσιοι και όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας. Ένας φτωχός  με  πολυμελή  οικογένεια  κατέφυγε σ’ έναν τέτοιο πλούσιο  και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει λίγο σιτάρι για να θρέψει την  οικογένειά του  και  να  του  το  επιστρέψει ή να του  το πληρώσει μόλις  μπορέσει. Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. Καμιά συμπάθεια, καμιά συμπόνια  δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του Αγίου. Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημά του και του  διηγήθηκε την στάση του πλουσίου  απέναντί του. Ο Άγιος, αφού τον ήκουσε, τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι  την επομένη ημέρα. «Αύριο, του  είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ  ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί  ο  ίδιος να σου δώσει  όσο  σιτάρι θέλεις. Και  το  σπίτι σου θα γεμίσει  από  γεννήματα».

Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο Άγιος αυτά, που  θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματά του πλημμύρισαν τους δρόμους. Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς  να πάρουν όσα  θέλουν.

— «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα».
Τα λόγια του  Αγίου επαλήθευσαν. Οι  πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαχνία του. Πήρε  και  ο πτωχός μας  και  ευχαρίστησε και αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν. Μόνον των πλουσίων η καρδιά έμεινε η ίδια σκληρή και ανάλγητη.

3. Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον Άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ έναν πλούσιο, που  απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Που να βρει όμως ο Άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από την θλίψη σπάραζε, ο στοργικός  επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί  μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη και έγινε φίδι. «Άς ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Και  ο Άγιος έσκυψε και  το πήρε. Στο χέρι του το σιχαμερό ερπετό  μεταμορφώθηκε και άστραψε τώρα χρυσαφένιο.

- Πάρτο, παιδί μου, είπε ο Άγιος με καλοσύνη. Πάρτο να κάμεις την δουλειά σου.
Και ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι και έτρεξε και το έδωκε ενέχυρο  στον πλούσιο δανειστή. Όταν  αργότερα με την βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Και ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον Άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του και ύστερα το έριξε στη γη. Και ω του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι και έφυγε από μπροστά τους.

4. Την απέραντη αγάπη του Αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι’ αυτά, μας την δείχνει  και  τούτο  το γεγονός.

Κάποτε ένας καλός  και  ενάρετος χριστιανός, που  ήταν  και  στενός φίλος του Αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η  συκοφαντία ήταν βαριά. Και  ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει  στον  άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο. Η είδηση έφτασε και στ’ αυτιά του αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τι κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, άν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο Άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα έχασε. Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τι  να κάμει, ήρθε στον νου του η  περίπτωση  του  Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε και αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μία θερμή προσευχή  και  ύστερα  με φωνή  δυνατή  φώναξε  κι είπε:

— Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με  καλεί να πάω  να γλυτώσω τον  φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω.

Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες  και  κτυπούσαν σ’ ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε. Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, και ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στέκονταν εκεί  και  με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν και αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους και ακολούθησαν τον Άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ’ άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι  και  δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον Άγιό τους. Την είδηση έμαθε και ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε και αυτός. Και όταν ο Άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση  και  χαρά ν’ αφήσει  ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στην πόλη. Τι ωραία αλήθεια, άν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατά τους! Πόσο  διαφορετικός, οπωσδήποτε θα  ήταν ο κόσμος!
Ο Άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δυο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν  και  τούτη την αλήθεια.

Κάποτε ο Άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο Επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία. Ο δρόμος περνούσε  από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη και  η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλια χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στο βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδία  που σκορπούσαν  λες και δοξολογούσαν και Αυτόν τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά – αργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και  θαυμάζοντας τον πανοραμικό  κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να  κάμνει  κάποιες σκέψεις:

Τι ωραία, σκεφτόταν νοερά, να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά  τα κτήματα, που βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο. Θα μου έδιναν ένα καλό  εισόδημα  για  να  αντιμετωπίζω τόσες  ανάγκες.

– Τι  σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε  ο  Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την  ώρα να  ασχολείται  με  τόσο μάταια πράγματα;

– Γέροντά  μου, μα  διάβασες τις  σκέψεις  μου;

-Αδελφέ μου, «ού γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ’ 14). Δεν έχουμε εδώ στην γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη, με πόθο βαθύ ποθούμε  και  ζητούμε την μέλλουσα, την ουράνια  Ιερουσαλήμ. Μάταια  είναι όλα τα γήϊνα αγαθά. Στην καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα έναν πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήϊνα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και  ουδέποτε τίνος.

— Πατέρα μου, συγχώρησε μέ. Νικήθηκα  από την θεωρία. Δεήσου και εσύ  του  Κυρίου μας  να  με  συγχωρήσει.

– Ναί, τέκνον μου, πρόσεχε. Ο διάβολος χρησιμοποιεί  και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, που όλα τα έκαμε για την δική μας αγάπη και ευτυχία, αντίθετα  το  σπρώχνει να ποθεί  τα μάταια  και  να  ζητά  τρόπους, για  να  τα  αποκτήσει, να  τα  κάμει  κτήμα του.

Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. Αντί ο άνθρωπος μπροστά στα τόσα μεγαλεία  του  Παντοδύναμου Δημιουργού  να  αφήνει την  σκέψη του με ευγνώμονα  διάθεση να υμνεί και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί, την απόκτηση  και  απόλαυση  όλων αυτών  των επίγειων αγαθών.

5. Κάποια άλλη φορά ο Επίσκοπος, ύστερα από  μακρινή οδοιπορία για διδαχή  του  λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο  άκουσμα  της  είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή και έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη  ήταν και μία  αμαρτωλή  γυναίκα, που  ήρθε και αυτή  να δει τον Άγιο. Κάποια στιγμή  μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο Άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς  να  τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ  και ταπεινό, ψιθύρισε στη  γυναίκα:

– «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη  όμως επέμενε. Και  τότε ο Άγιος  με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε και άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στην μετάνοιά της  ο στοργικός πατέρας της είπε  με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μία τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. Αφέωνται σοι αι αμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά  και έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής  ξεπλένει την ψυχή  και  αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του  Θεού.

6. Ο Άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε και η κόρη του. Κάποια βραδιά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο Άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και  να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για  να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα  δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στην αμηχανία του ο Άγιος θυμήθηκε πως σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενό τους. Η κόρη  ετοίμασε το τραπέζι.

Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και  κάλεσαν τον  ξένο  να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε  το  προσφερόμενο, αρνήθηκε  να  το  δοκιμάσει  λέγοντας:

— Δέσποτά μου, συγχώρεσε μέ. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός.

– Ναι! παιδί μου, είπε  ο Άγιος. Και εγώ νηστεύω. Είμαι και εγώ χριστιανός. Μα μία και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι και εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς.
Και  ο  Άγιος, για να  ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε  και  έδωσε και σ’ εκείνον λέγοντάς του. «Πάντα καθαρά τοις καθαροίς, ο θείος απεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του. Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του Αγίου για τη νηστεία, που είναι και η μόνη ορθή. «Το Σάββατον εγένετο δια τον άνθρωπον ουχ ο άνθρωπος δια  το  Σάββατον». (Μάρκ. β’ 27).

7. Λίγα γράμματα έμαθε ο Άγιος, όπως είδαμε. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει  και  να λάβει μέρος στην  Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός  αυτός  αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι  Θεός, αλλά  δημιούργημα και  πλάσμα του Θεού. Και η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο  και είχε συνταράξει ολόκληρη την Χριστιανική Εκκλησία.

Στην σύνοδο αυτή από τη μία μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Και ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θεαγένης και  ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί  μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθισαν στην σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε και ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου  και  τα  σοφίσματα  εθεωρείτο  ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι Άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από την Θηβαίδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής  Εκκλησίας, ο Επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο  τελευταίος φυσικά  δεν διακρινόταν για την μόρφωσή του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και  την ταπείνωσή του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του  Αγίου Πνεύματος. Από την στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου  η  καρδιά του κτυπούσε  δυνατά και  με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε και  επαναλάμβανε με  δάκρυα  στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό  του  φλόγιζε όλο το  κορμί  και  τον γέμιζε με  ακαταμάχητη  δύναμη.

Στην  συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με την φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά  κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή  μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας  σοφός  Ευλόγιος  είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και  με τόση  μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, και αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από την θέση του ο Άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πως ο Άγιος ήταν αγνός  και  ενάρετος. Ήταν  όμως, και  ο  άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πως θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός  βοσκός  να τα βγάλει πέρα μ’ έναν ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρήθηκαν και μερικοί αγωνίζονταν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς και αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Και  ο  Βασιλιάς  έδωκε τον λόγο.

Σιγή  και  πάλι νεκρική  απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνησή τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή  ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας την σιωπή  στρέφεται προς τον φιλόσοφο  και  με φωνή  σταθερή  αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

– Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός  με  τον Λόγο Του και  το  Πνεύμά Του δημιούργησε όλον τον κόσμο. Και αυτά που  βλέπουμε, μα  και  εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό και  υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού  έγινε και άνθρωπος και  γεννήθηκε  από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επί τρία χρόνια και ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε και  εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη  και  αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη  μετά την Ανάστασή Του επί σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον ουρανό από όπου και έστειλε στην γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πως θα ξανάρθει κάποια ημέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και  τα ενθυμήματά μας.

– Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος  με τον  Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος  και Ομόδοξος. Ένας είναι  ο  Θεός· Τρία  Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός  και  Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου  κάτι το  άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς  όλα  τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μία εξήγηση των λόγων μου, άς με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που  θα χρησιμοποιήσω αυτό το  χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του και έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντάς το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού και  είπε:

— «Εις το  όνομα  του  Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν την σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του Αγίου, η φωτιά  με την  οποία  ψήθηκε το  κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

- «Και  του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του  Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

– Αδελφοὶ και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός· όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιάς ουσίας και μιάς φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χώμα, έτσι και  ο  Άγιος Θεός. Άν και  δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα  καταληπτά, – άς μας συγχωρήσει το  άπειρο έλεός Του – λέμε και  τονίζουμε:

– Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και την φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή  τις  υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός  και  Άγιο  Πνεύμα.

Τα λόγια του Αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός  ημών. Συ εί  ο Θεός  ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’ 14 – 15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος και οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος  αναγνωρίζει και  ομολογεί φανερά την ήττα του:

– Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με βεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με  όλη την δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός και Αυτός, ομοούσιος  με  τον  Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα – πρώτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μία  ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη  «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. στ’ 4). Δηλαδή  όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά  με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε την διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο Άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής  στην  πίστη, θεοφώτιστος.

8. Ὀταν ο Άγιος επέστρεψε στην Κύπρο, με πολλή θλίψη έμαθε, πως η κόρη του Ειρήνη είχε προ πολλού αποθάνει. Ο πιστός επίσκοπος δέχτηκε και τούτη την δοκιμασία με παραδειγματική καρτερία και υπομονή. Μερικές μέρες υστερότερα μία γυναίκα  ήρθε σ’ αυτόν και με κλάματα του  ζήτησε ένα πολύτιμο πράγμα, ένα κόσμημα. Το είχε δώσει στην κόρη του να το φυλάξει, λίγο πριν πεθάνει. Ο Άγιος σηκώθηκε  και  με προσοχή ερεύνησε όλο το σπίτι, για να βρει το ξένο πράγμα. Δυστυχώς, όμως, πουθενά δεν το βρήκε. Τότε χωρίς καμιά αναβολή τράβηξε για τον τάφο της κόρης του. Σαν έφτασε, στάθηκε, ανέπεμψε μία θερμή προσευχή, και ύστερα, αφού έσκυψε πάνω από τον τάφο, κάλεσε τη νεκρή κόρη του να του πει, ως να ήταν ζωντανή, που είχε βάλει το πράγμα που της έδωκαν. Την  ίδια  στιγμή  μία φωνή  από τα βάθη του τάφου ακούστηκε να του λέει:

– Πατέρα μου, στον τάδε τόπο το έχω φυλαγμένο.
Τότε και  ο  Άγιος της είπε:
– Κοιμήσου, κόρη μου, ήσυχα. Κοιμήσου μέχρι την ημέρα εκείνη, που  ο Κύριος μας θα σε αναστήσει στην  κοινή  ανάσταση  όλων  μας.
Όσοι ήταν εκεί τρόμαξαν και έμειναν σκεφτικοί. Συλλογίζονταν την δύναμη, με την οποία ο Πανάγαθος Θεός χαρίτωσε τον απλοϊκό μα άγιο επίσκοπό τους. Τον ποιμένα τον καλό, που έσπευδε να κάμει το καθετί για την ωφέλεια  και  την εξυπηρέτηση των χριστιανών του.

9. Στα 337 μ.Χ. πέθανε ο δημιουργός της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας Κωνσταντίνος ο Μέγας. Στον δοξασμένο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε τώρα ο γιός του Κωνστάντιος. Αυτός ξανάκτισε και την Σαλαμίνα της Κύπρου, που  είχε καταστραφεί από σεισμό το 343. Από το όνομά του όμως  η  νέα πόλη  ονομάστηκε  Κωνστάντια.
Ο Κωνστάντιος κυβέρνησε το κράτος του Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337 – 360 μ.Χ.). Κατά την περίοδο αυτή – δεν ξέρουμε πότε ακριβώς – ο αυτοκράτορας επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Συρίας την Αντιόχεια και αναγκάστηκε να παραμείνει εκεί για καιρό, γιατί αρρώστησε βαριά. Οι καλύτεροι γιατροί μπαινόβγαιναν στο παλάτι, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν τίποτα.

Στις δύσκολες εκείνες ώρες τόσο ο Κωνστάντιος, όσο και οι δικοί του κατέφυγαν ιδιαίτερα στην προσευχή. Μια βραδιά, εκεί που ο βασιλιάς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του έναν άγγελο, ο  οποίος  αφού  του έδειξε μία χορεία αγίων επισκόπων ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν δύο, του είπε, πως την αρρώστια του μόνο αυτοί  θα μπορούσαν να του την θεραπεύσουν. Ο βασιλιάς, χωρίς να χάσει καιρό έστειλε και κάλεσε στο παλάτι  όλους  τους επισκόπους. Ανάμεσα σ’ αυτούς, όμως, που ήλθαν δεν είχε αναγνωρίσει τα δυο πρόσωπα που του είχε δείξει ο άγγελος. Οι  ἐπίσκοποι προσευχήθηκαν  και  ζήτησαν από τον Μέγα Ιατρό την θεραπεία του άρχοντα, αλλά τίποτα δεν κατόρθωσαν. Στις δύσκολες εκείνες  ώρες κάποιοι υπέδειξαν ότι από την  εκεί  χορεία  έλειπε ο  Σπυρίδων  της Κύπρου. Χωρίς καθυστέρηση ο βασιλιάς έστειλε στη νήσο  άνθρωπο δικό του και  τον κάλεσε. Ο ταπεινός  ιεράρχης, που  κατά παραχώρηση  Θεού  γνώριζε  τα της αρρώστιας του Βασιλιά, πήρε μαζί του τον μαθητή του Τριφύλλιο, που η αγάπη του Θεού προόριζε για μελλοντικό αρχιερέα, και τον διάκονό του Αρτεμίδωρο και ξεκίνησε για την Αντιόχεια. Όταν έφτασε στην πόλη αυτή, ύστερα από ένα πολύ κουραστικό ταξίδι, ο Σπυρίδων κατευθύνθηκε με την συνοδεία του στο παλάτι. Στην είσοδο του παλατιού  ο φρουρός  που  τους  είδε έτσι φτωχικά ντυμένους ζήτησε να τους εμποδίσει να εισέλθουν. Τον Σπυρίδωνα μάλιστα, που είχε ήδη προχωρήσει μπροστά, ο φρουρός, νομίζοντάς τον  για κανένα ζητιάνο, τον άρπαξε από το χέρι και του έδωσε  και  ένα  χαστούκι στο πρόσωπο. Ο πράος ιεράρχης, χωρίς καθόλου να θυμώσει έστρεψε  και  την  άλλη  πλευρά  του  προσώπου  του λέγοντας  ότι  ο  βασιλιάς  τον  κάλεσε. Όταν  ο  φρουρός  αντιλήφθηκε, ότι  μπροστά  του  δεν  είχε  ζητιάνο, αλλά  έναν  αρχιερέα  και  μάλιστα τον  ονομαστό  της  Κύπρου  αρχιερέα  Σπυρίδωνα,  έπεσε  μπροστά του και  με  δάκρυα  τον παρακαλούσε να τον συγχωρήσει. Ο  Άγιος, που ήξερε να  σκορπά τριγύρω του μόνο την καλοσύνη, τον πήρε  από  το χέρι και  αφού  τον νουθέτησε, του  έδωκε τις  πατρικές  ευλογίες του.
Οι άνθρωποι του βασιλιά παρέλαβαν τον Άγιο και τον οδήγησαν με την συνοδεία του μπροστά στον άρχοντα. Στο αντίκρισμά τους ο βασιλιάς αναγνώρισε  αμέσως τα δυο πρόσωπα, που του είχε δείξει την πρώτη φορά ο άγγελος, και με τον πόνο της αρρώστιας ζωγραφισμένο στο πρόσωπο σηκώθηκε από τον βασιλικό θρόνο και προχώρησε προς τον Άγιο. Συγκινητική  η  σκηνή! Ο επίγειος άρχοντας με ταπείνωση σκύβει μπροστά  στον αντιπρόσωπο του Ουρανίου Βασιλέως, για να ζητήσει το έλεος και την χάρη Του. Ο ταπεινός αρχιερέας, πλημμυρισμένος από αγάπη  και  συμπόνια  στον  ανθρώπινο πόνο σηκώνει  το  σεπτό  και  άγιο χέρι του  και  το  αποθέτει  στο  κεφάλι του άρχοντα προφέροντας την  ίδια  ώρα  θερμή  και  άγια προσευχή. Το  αποτέλεσμα; Θαυμαστό!
Σε μία στιγμή η αρρώστια υποχωρεί και χάνεται και η υγεία ολοκληρωτικά αποκαθίσταται και παίρνει την θέση της στο βασιλικό κορμί.
Οι καρδιές κτυπούν δυνατά από συγκίνηση  και  ευγνωμοσύνη στον Θεό για  την δωρεά του. Ο  Ἀγιος μετά τη θεραπεία είπε και μερικά πνευματικά λόγια, που αφορούσαν στην ψυχική σωτηρία του επίγειου άρχοντα:

— Να θυμάσαι πάντοτε, βασιλιά, ότι κάθε εξουσία προέρχεται από  τον Θεό. Γι’ αυτό  και  ο  κάθε άρχοντας  έχει  υποχρέωση να ασκεί την εξουσία προς το συμφέρον του  λαού  του. Οδηγός  στην  ζωή  του  καθενός μας  ας είναι  η  αγάπη, η καλοσύνη, η φιλανθρωπία. Όποιος  έχει αγάπη μέσα του δεν μπορεί παρά να κάμνει το καλό στον συνάνθρωπό του. Με την  αγάπη τηρεί και ξεπληρώνει ένας, όλο τον νόμο. Φύλαττε ακόμη, βασιλιά μου, την ευσέβεια και μη δεχθείς στην Εκκλησία  καμιά  διδασκαλία  αντίθετη  με  τα  όσα διδάσκει η Αγία Γραφή  και  η  ιερά  Παράδοση.

Αυτά είπε ο Άγιος και ξεκίνησε να φύγει. Και όταν ο βασιλιάς για να εκδηλώσει σ’ αυτόν  την ευγνωμοσύνη  και  την  αγάπη του, του πρόσφερε χρήματα, πολλά χρήματα, ο Άγιος αρνήθηκε να τα δεχθεί, λέγοντας πως πιο πάνω από τα χρήματα  είναι  η  αγάπη. Και όταν ο βασιλιάς  επέμενε, ο Άγιος, για να μη θεωρηθεί υπερήφανος και ακατάδεχτος, δέχτηκε τα δώρα  και  προτού  να φύγει  από το παλάτι τα διαμοίρασε στους αυλικούς.

Την πράξη αυτή του  Αγίου σαν έμαθε ο βασιλιάς  τον  ευλαβήθηκε ακόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα εξηγώ και καταλαβαίνω γιατί ο Πανάγαθος Θεός τον έχει τόσο χαριτώσει». Ενθυμούμενος δε τις νουθεσίες του φρόντισε στη  ζωή του να κάμνει πολλές  φιλανθρωπίες σε κάθε φτωχό και πονεμένο. Και ακόμη, για την αγάπη του Αγίου Σπυρίδωνος, πρώτος αυτός απ’ όλους τους  βασιλείς  νομοθέτησε, ώστε οι κληρικοί  να  μη πληρώνουν κανένα φόρο. «Είναι άτοπο και ντροπή, έλεγε, οι υπηρέτες και αντιπρόσωποι του Ουράνιου Βασιλιά να πληρώνουν φόρους  σε  επίγειους  και  θνητούς  άρχοντες».



Ήλθε όμως ο καιρός, η ευλογημένη αυτή ζωή, μια ζωή υποδειγματικής πραότητας και  ταπεινοφροσύνης, μια ζωή άδολης αγάπης και καλοσύνης, μια ζωή γεμάτη από θεία χάρη να εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο  κόσμο  και να μεταπηδήσει από το επίγειο στο ουράνιο θυσιαστήριο του Κυρίου, για να συνεχίσει εκεί τις υπηρεσίες του. Αυτό έγινε το 348 μ.Χ. με τον θάνατο του Αγίου στην επισκοπή του στην Τριμυθούντα. Έφυγε ο καλός ποιμήν. Έφυγε από το ποίμνιό του. Η αγάπη όμως και το ενδιαφέρον του για τα λογικά πρόβατα του Χριστού που ζητάνε την μεσιτεία του και τις πρεσβείες του προς τον Κύριο, δεν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ως σήμερα. Και θα συνεχίζονται μέχρι  που  θα  θέλει ο  Τριαδικός Θεός.

Τα πνευματικά του παιδιά θρήνησαν για καιρό την κοίμησή Του. Το λείψανό του  στην ανακομιδή που έγινε μετά από πολλά χρόνια είχε μείνει άφθαρτο και ευωδίαζε. Γι’ αυτό  και  οι κάτοικοι της  προνομιούχου πόλεως, που τον είχε ποιμένα ψυχών, το έβαλαν σε μία μαρμάρινη λάρνακα, που έστησαν δίπλα  στην είσοδο  του ναού από τον νάρθηκα, για  να  είναι προσκύνημα των πιστών.

Η λάρνακα βρίσκεται ακόμη στο ίδιο μέρος αλλά χωρίς τον θησαυρό. Χωρίς το άγιο λείψανο. Όταν άρχισαν οι αραβικές  επιδρομές ή επιδρομές των Σαρακηνών (648 μ.Χ.) το λείψανο για ασφάλεια μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’ στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί λίγο καιρό πριν να πέσει η βασιλίδα των πόλεων στα χέρια των Τούρκων, ένας ιερέας που ονομαζόταν Γρηγόριος Πολύευκτος, το πήρε από τον ναό που φυλασσόταν μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας και το μετέφερε μέσον της Θράκης, Μακεδονίας και Σερβίας στην Παραμυθιά της  Ηπείρου  και  ύστερα  στην  Κέρκυρα γύρω στο 1460. Επί  τρία ολάκερα χρόνια ο ευσεβής εκείνος ιερέας περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα τα δυο λείψανα τα είχε κρυμμένα σε δυο σακιά άχυρα για τα οποία, σαν τον ρωτούσε κανείς έλεγε, πως τα άχυρα εκείνα ήταν τροφή για το υποζύγιό του.

Το λείψανο  του  Αγίου  στην  Κέρκυρα

Τα Επτάνησα την εποχή αυτή  βρισκόντουσαν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Γι’ αυτό και ο Πολύευκτος κατέφυγε σ’ ένα από αυτά, την Κέρκυρα, γιατί πίστευε, πως εδώ ο θησαυρός που μετέφερε θσ ήταν ασφαλισμένος. Και πραγματικά τα τίμια λείψανα υπήρξαν εδώ ασφαλισμένα. Στην Κέρκυρα ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα πρόσφυγα, τον  ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, άλλοτε συμπολίτη του, και του κληροδότησε το ιερό λείψανο. Από αυτό λείπει το δεξί χέρι. Τούτο βρισκόταν στη Ρώμη στο ναό του τάγματος του Φ. Νέρι (Ορατοριανών) μέχρι τον Νοέμβριο του 1984. Κατά το έτος αυτό, παραμονές της εορτής του  Αγίου, μετά από έντονες ενέργειες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας και  Παξών κ. Τιμοθέου, η Εκκλησία της Ρώμης δέχτηκε και πρόσφερε στην Εκκλησία της Κερκύρας το ως άνω ιερό λείψανο. Τούτο  πήγε και παρέλαβε ο ίδιος ο Σεβασμιώτατος  Κερκύρας και  το  μετέφερε αεροπορικώς στην ευλογημένη νήσο. Έτσι το ιερό οστούν του δεξιού χεριού του αγίου, που για αιώνες φυλασσόταν στη Ρώμη από τότε βρίσκεται στην προνομιούχο νήσο και κάθε φορά λιτανεύεται μαζί  με  το  ιερό  σκήνωμα του Αγίου. Το  αριστερό διατηρεῖται ακέραιο μαζί με το άγιο λείψανο. Επίσης και  τα μάτια του Αγίου κατά παραχώρηση του Θεού, διατηρήθηκαν αλώβητα μέσα στον τάφο. Της Αγίας Θεοδώρας το λείψανο φυλάσσεται στον Μητροπολιτικό Ναό της Θεοτόκου της Σπηλαιώτισσας. Είναι ακέφαλο και  εορτάζεται η μνήμη της στις 11 Φεβρουαρίου. Η Αγία Θεοδώρα είναι αυτή που αναστήλωσε μαζί με τον Πατριάρχη Μεθόδιο τις   άγιες εικόνες την πρώτη Κυριακή των Νηστειών του 843. Την αναστήλωση  έκαμε  μετά  τον θάνατο του συζύγου της Θεοφίλου. Ο κόσμος του νησιού με βαθύτατο σεβασμό υποδέχθηκε τον ανεκτίμητο Θησαυρό. Χιλιάδες πιστοί κάθε χρόνο απ’ όλα τα μέρη του κόσμου επισκέπτονται τον περίπιστο ναό του Αγίου, που η ευλάβεια του Κερκυραϊκού λαού  ανήγειρε προς τιμή του. Το άγιο λείψανο φυλάσσεται εδώ σε πολυτελή λάρνακα και διατηρείται άφθαρτο και ακέραιο ενάντια στους αμετάθετους της φύσεως όρους. Άφθαρτο  και  ακέραιο μένει, για  να διακηρύττει στους αιώνες το λόγιο, το προφητικό. «Τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος» (Ψαλμ. ιε’ 3).

Πολλά  θαύματα έγιναν και εδώ στην Κέρκυρα και γίνονται κάθε χρόνο σε όσους με πραγματική πίστη καταφεύγουν στην χάρη του και με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση εκζητούν τις πρεσβείες του, γιατί «ο θαυματουργός κάν τέθνηκε Σπυρίδων, του θαυματουργείν ουκ έληξεν εισέτι». Δηλαδή, ο θαυματουργός Σπυρίδων και  άν απέθανε, δεν έπαψε όμως και από του να θαυματουργεί. Στον Άγιο αυτόν επαναλήφθηκε πραγματικά ο λόγος του  Αποστόλου Παύλου.«Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε  εν εμοί  Χριστός». (Γαλ. στ’ 20).

 Άπειρα είναι τα θαύματά του. Γι’ αυτό και δεκάδες πολλές τα χρυσά κανδήλια, δώρα ευλαβών ψυχών που κρέμονται πάνω και γύρω από την λάρνακα, που φιλοξενεί το άγιο λείψανό του. Όλα αυτά δείχνουν και μαρτυρούν την βαθιά εκτίμηση και ευλάβεια  στο πρόσωπο  του Αγίου μας από μέρους των ευεργετηθέντων. Ογδόντα ναοί στην Ελλάδα μας διακηρύττουν  τον  σεβασμό  του φιλόθρησκου Ελληνικού  λαού στη μνήμη του. Από  όλα τα μέρη  του  κόσμου  χιλιάδες πιστοί αναλαμβάνουν ταξίδια  μακρινά  κάθε χρόνο για να πάνε στην χάρη του, να προσκυνήσουν το άγιο σκήνωμά του και να παρακολουθήσουν τις συγκινητικές και θεαματικές λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τον χρόνο. Μια κατά το Μ. Σάββατο σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από τη σιτοδεία. Δεύτερη κατά την Κυριακή των Βαίων σε ανάμνηση της απαλλαγής της  νήσου  από την τρομερή επιδημία της πανώλης (πανούκλας). Τρίτη η λιτανεία της 11ης Αυγούστου για  ανάμνηση της  σωτηρίας  της νήσου από την τουρκική εκστρατεία. Και τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου για να θυμούνται την δεύτερη  θαυμαστή  απαλλαγή  της  νήσου  από  την  πανώλη.


Απολυτίκιον. Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος.          
Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ημών· διο νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες· και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, Αγγέλους  έσχες  συλλειτουργούντάς  σοι  ιερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι  Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω  ενεργούντι δια σου, πάσιν  ιάματα.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.
Τω πόθω Χριστού, τρωθείς ιερώτατε, τον νουν πτερωθείς, τη  αίγλη  του Πνεύματος, πρακτική  θεωρία την πράξιν εύρες θεόληπτε, θυσιαστήριον θείον  γενόμενος, αιτούμενος πάσι  θείαν  έλλαμψιν.




Μεγαλυνάριον.
Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός· χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός· χαίροις των λογίων, του Πνεύματος ο σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθούντος  ποιμήν  τρισόλβιε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: