3/12/15

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ησυχαστής, Επίσκοπος Κολωνίας

Γεννήθηκε   στη  Νικόπολη  της  Αρμενίας  το  454  από  τον  Εγκράτιο  και  την  Ευφημία  και  επί  βασιλέως  Μαρκιανού  (450 – 457). Μετά  τον  θάνατο  των  γονέων  του,  οικοδόμησε  ναό της  Υπεραγίας  Θεοτόκου  και  μόναζε  εκεί,  μαζί  με  10  μοναχούς.  Λόγω  της  μεγάλης  του αρετής,  28  χρονών,  χειροτονήθηκε  επίσκοπος  Κολωνίας.  Για  εννιά  χρόνια  αφού  διευθέτησε τα  εκεί  εκκλησιαστικά  πράγματα,  πήγε  στα  Ιεροσόλυμα  και  κατέλαβε  την  Μονή  του Αγίου  Σάββα.  Εκεί  απέκρυψε  το  αληθινό  του  αξίωμα  και  ορίστηκε   από  τον  Άγιο  Σάββα σαν  υπηρέτης  στον  ξενώνα  και  στο  μαγειρείο,  υπακούοντας  με  κάθε  ταπεινοφροσύνη. Βλέποντας  ο  Άγιος  Σάββας  την  μεγάλη  του  αρετή,  σύστησε  στον  επίσκοπο  Ιεροσολύμων Ηλία,  να  χειροτονήσει  τον  Ιωάννη  Διάκονο  και  Πρεσβύτερο.          
Τότε  ο  Ιωάννης,  χωρίς  να  μπορεί  να  κάνει  αλλιώς,  φανέρωσε  το  αξίωμά  του  και  έμεινε στη  Λαύρα  12  χρόνια  και  στη  Ρουθά   έξι  χρόνια.  Κατόπιν  πέρασε  ασκητικά  τα  χρόνια  του σε  διάφορες  ερήμους  για  48  ολόκληρα  χρόνια  και  απεβίωσε  ειρηνικά  104  χρονών.

Ο Προφήτης Σοφονίας

Έζησε τον 7ο  αιώνα π.Χ., επί βασιλέως Ιωσίου.  Είναι ο ένατος από τους μικρούς λεγόμενους  προφήτες  και  καταγόταν από  τη  φυλὴ  του  Συμεών  ή  κατ’ άλλους  του Λευΐ.  Το  όνομά  του  σημαίνει  «ο  Γιάχβε  κρύπτει»,  δηλαδή  περιφρουρεί,  προστατεύει.
Το  προφητικό του βιβλίο διαιρείται  σε  τρία  μικρά  κεφάλαια.  Στο  πρώτο  απειλεί  τους  Ιουδαίους, που  παρεξέκλιναν  από  τον  Κύριο  στην  ειδωλολατρία.  Στο  δεύτερο προλέγει  την  καταστροφή  της  Γάζας,  της  Ασκαλώνος,  της  Αζώτου,  της  Δαμασκού, της Αιθιοπίας, της Ασσυρίας και άλλων ακόμα χωρών. Στο τρίτο ελέγχει την Ιερουσαλήμ για τη διαφθορά της, αλλά και  την ονομάζει επιφανή, σαν κοιτίδα λυτρώσεως  του  ανθρωπίνου  γένους.
Τέλος, χαιρετίζει με  αγαλλίαση  την  μέλλουσα  εμφάνιση  του  Κυρίου  στη  Σιών. Αλλά  ο  Θεός μίλησε με το Στόμα του προφήτη και να τι είπε για τους  άνομους ανθρώπους:  «Εξάρω τους ανόμους από προσώπου της γης, λέγει Κύριος... Και τους εκκλίνοντας  από  του  Κυρίου  και  τους μη  ζητούντας τον Κύριον και τους μη αντεχομένους  του  Κυρίου.  Θα ξεριζώσω, λέει  ο  Κύριος, τους ανόμους  από  το  πρόσωπο της  γης. Και  θα τιμωρήσω  αυτούς  που  παρεκκλίνουν από  τις  εντολές  του  Κυρίου, αυτούς που δεν ζητούν με την προσευχή τους τον Κύριο και δεν κρατούν Αυτόν  σαν στήριγμά τους».      
Ο  προφήτης  Σοφονίας  πέθανε  ειρηνικά  και  τάφηκε  στον  τόπο  των  πατέρων  του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.         
Συνιεὶς φερωνύμως τῶν μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ἐκφαντορικῶς προεκφαίνεις, τὴν αἰώνιον λύτρωσιν. Σιὼν γὰρ βασιλέα τὸν Χριστόν, κηρύττεις Σοφονία ἐμφανῶς· παρ’ αὐτοῦ γὰρ ἐλυτρώθημεν τῆς ἀρᾶς, Προφῆτα οἱ βοῶντές σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πᾶσι συγχώρησιν.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Ἐπαξίως σύνεσιν, προφητικὴν γεωργήσας, τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν, προανεφώνησας κράζων· τέρφθητι, Σιὼν ἡ πόλις ἡ πανολβία, ἄνακτα, Χριστὸν ἐν πώλῳ εἰσδεχομένη· Ὃν δυσώπει Σοφονία, ὑπὲρ τῶν πίστει μακαριζόντων σε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ἐν Νόμῳ ἐκπληρωτά, καὶ τῶν ἐν τῇ Νέᾳ Διαθήκῃ προμηνυτά· χαίροις οὐρανίων, χαρίτων μυστηπόλε, Προφῆτα Σοφονία, ἀξιοθαύμαστε.


2/12/15

Ο Προφήτης Αββακούμ

Ο  Αββακούμ, που το  όνομά  του  σημαίνει  «θερμός  εναγκαλισμός», ήταν  από τη  φυλή του  Συμεών  και  γιος του  Σαφάτ.  Ο χρόνος που  ἐδρασε τίθεται  μεταξύ  650  και  672  π.Χ.
Στο προφητικό του βιβλίο, που διακρίνεται για την αξιόλογη λογοτεχνική του χάρη, ελέγχει τον ιουδαϊκό λαό, επειδή παρεξέκλινε από την αληθινή θρησκεία στην ειδωλολατρία.
Να τι  συγκεκριμένα  αναφέρει, σχετικά  με το  πως  πρέπει  κανείς  να  πιστεύει  στό  Θεό:
«Εάν υποστείληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ· ο δε δίκαιος εκ  πίστεώς  μου  ζήσεται. Εγώ  δε  εν  τω  Κυρίω  αγαλλιάσομαι,  χαρίσομαι  επί  τω  Θεώ  τω  σωτήρι  μου».
Που σημαίνει, άν κανείς λιποψυχήσει και αδημονήσει στις διάφορες δοκιμασίες, άς μάθει, λέει ο Κύριος, ότι δεν επαναπαύεται η ψυχή μου  σ’ αυτόν. Ο  δίκαιος που πιστεύει σ’ εμένα και τηρεί το Νόμο  μου,  θα  σωθεί  και  θα  ζήσει. Εγώ  όμως,  λέει  ο  Προφήτης, θα αγάλλομαι  ελπίζοντας  στον Κύριο. Θα  γεμίσει  χαρά η καρδιά μου  για  τον  σωτήρα  μου Θεό.            
Ο  προφήτης  Αββακούμ  πέθανε  ειρηνικά  και  τάφηκε  στον  τόπο  των  πατέρων  του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Ὡς ὄρος προέγραψας, τὴν Θεοτόκον Ἁγνὴν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἔλαμψεν, ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σε ὡς Προφήτην, θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου, μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς προφητείας τὴν κιθάραν τὴν θεόφθογγον
Τὴν προηχήσασαν Χριστοῦ τὴν συγκατάβασιν
Ἀββακοὺμ ἀνευφημήσωμεν τὸν Θεόπτην.
Ἐμπνευσθεῖς γὰρ τῇ ἐλλάμψει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν
Ἐμφανῶς προδιετύπωσε τὰ μέλλοντα,           
Τούτῳ λέγοντες, χαῖρε σκεῦος τοῦ Πνεύματος.


Μεγαλυνάριον.
Τὸ φῶς ὡς προεῖπας τὸ Πατρικόν, ἐν ναῷ οἰκείῳ, καθωράθη σωματικῶς· ὅθεν οἱ τὴν αἴγλην, αὐτοῦ εἰσδεδεγμένοι, ἐν ὕμνοις Ἀββακούμ σε, φαιδροῖς δοξάζομεν.


Η Αγία Μυρώπη ή Μερόπη η Μάρτυς

Από  τις  πιο  γενναίες  γυναίκες,  που  μαρτύρησαν  στα  πρώτα χρόνια της χριστιανικής  Εκκλησίας.
Έζησε  στα  μέσα  του  3ου αιώνα  μ.Χ.  και  γεννήθηκε  στην  πόλη  Έφεσο.
Έχασε  νωρίς  τον πατέρα  της  και  ανατράφηκε στην πίστη του  Χριστού  από  την μητέρα της, που  καταγόταν από  τη  Χίο. Λέγεται  ότι  στην  Έφεσο,  η  Αγία  πήγαινε καθημερινά  στον  τάφο  της  Αγίας  Ερμιόνης, θυγατέρας  του  Αποστόλου  Φιλίππου και  έπαιρνε  το  αναβλύζον  απ’ αυτόν  μύρο  και  τον  έδινε  με  αφθονία  στους πιστούς, γι’ αυτό   και  ονομάστηκε  Μυρώπη.
Όταν  ο  Δέκιος εξαπέλυσε άγριο διωγμό  κατά  των χριστιανών, η  Μυρώπη  με  την μητέρα της άφησε την Έφεσο  και  πήγαν στη Χίο, όπου ευεργετούσαν απόρους ασθενείς.  Αλλά  ο  διωγμός εξαπλώθηκε και  στην ειρηνική  Χίο και  μεταξύ  των θυμάτων  ήταν  και  ο  Άγιος  Ισίδωρος († 14 Μαΐου).
Ο ειδωλολάτρης  άρχοντας  Νουμέριος, διέταξε  να  μείνει  άταφο  το  σεπτό  λείψανο του  μάρτυρα. Αλλά  η  Μυρώπη, αφού  διέφυγε  της  προσοχής  του  φύλακα, μαζί  με τις υπηρέτριές της, πήρε το λείψανο και το έθαψε με μεγάλη ευλάβεια. Τότε ο Νουμέριος  διέταξε  να  τιμωρηθεί  αυστηρά  ο  φρουρός.
Η  είδηση  συντάραξε την φιλοδίκαια και  ειλικρινή  κόρη. Γι’ αυτό  και  παρουσιάστηκε χωρίς  δισταγμό  και  είπε  όλη  την  αλήθεια  στον  άρχοντα.
Ο  Νουμέριος, χωρίς να συγκινηθεί  από  την ευψυχία  της  Μυρώπης, γεμάτος  θυμό  και  εκδίκηση, διέταξε  να  τιμωρηθεί  η  Μυρώπη  μέχρι  θανάτου. Τότε  οι  στρατιώτες την  ξάπλωσαν  στη  γη  και  την  έδειραν  σκληρά  με  χοντρά  ραβδιά.
Η  ανδρεία της Μυρώπης υπέμεινε τις θανατηφόρες πληγές, χωρίς κραυγή και λιποψυχία.
Εύψυχη  με  την  θεία  χάρη, έμεινε  ακλόνητη  στην  πίστη,  και παρέδωσε μετά  από λίγο  το  πνεύμα της στην φυλακή, ανεβαίνοντας στα αθάνατα σκηνώματα των δικαίων.
Στον  Συναξαριστή  του  Delehaye  η  μνήμη  της  γιορτάζεται  στις  23  Νοεμβρίου.


Ο Όσιος Κύριλλος ο Φιλεώτης

Γεννήθηκε  το 1015  στο  χωριό  Φιλέα  της  επαρχίας  Δέρκων  της  Θράκης.  Κατά  το  Άγιο Βάπτισμα ονομάστηκε  Κυριάκος  (Κύριλλος  υπήρξε  έπειτα  το  καλογερικό  του  όνομα)  και από μικρός διακρίθηκε στα ιερά γράμματα. Στο εικοστό έτος της ηλικίας του παντρεύτηκε  και   απόκτησε  παιδί.
Αλλά  επειδή είχε ζήλο στον  μοναχικό  βίο,  όπως  όλοι  της  εποχής  εκείνης,  αποφάσισε  να εγκαταλείψει την γυναίκα του και το παιδί του και να αποσυρθεί σε μοναστήρι, λέγοντας στην  γυναίκα του: «ή  να  χωρίσουμε,  ή  να  πάμε  και  οι  δυο  σε  μοναστήρι».
Η γυναίκα του  όμως  δεν δέχτηκε τίποτα  από  αυτά και έτσι ο  Κύριλλος  έμεινε στο  σπίτι του  ζώντας  ασκητικά.
Έπειτα ίδρυσε (1060) μοναστήρι στο χωριό εκείνο, του οποίου το ναό ανήγειρε  ο  Αλέξιος Κομνηνός.   
Έτσι  αφού  οσιακά  έζησε  ο  Κύριλλος,  απεβίωσε  ειρηνικά  τo  1110.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Ὡς ξένος καὶ πάροικος, τῶν ἐπιγείων τερπνῶν, ζωὴν τὴν ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, Πατὴρ ἡμῶν Κύριλλε· ὅθεν τὰς οὐρανίους, εἰληφὼς ἀντιδόσεις, πρέσβευε θεοφόρε, τῷ Σωτῆρι τῶν ὅλων, δοθῆναι τοῖς σὲ τιμῶσι, χάριν καὶ ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.    
Ἀκολουθήσας τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων, τῶν προσηκόντων ἀπηρνήσω τὴν σχέσιν, καὶ τὸν σταυρόν σου Κύριλλε ἐβάστασας στερρῶς· ὅθεν ἐχρημάτισας, τῆς Τριάδος δοχεῖον, καὶ Ὁσίων σύσκηνος, διὰ βίου ἐνθέου· μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὑπὲρ τῶν πίστει, τιμώντων σε Ὅσιε.


Μεγαλυνάριον.
Σύνοικον τὴν χάριν πεπλουτηκώς, συζύγου τὸν πόθον, ὑπερεῖδες θεοπρεπῶς, καὶ δικαιοσύνης, ἐργάτης ἀνεδείχθης, Κύριλλε θεοφόρε· διὸ δεδόξασαι.


Ο Όσιος Αββακούμ ο ασκητής

Ρώτησαν  κάποτε  ένα  γέροντα  ασκητή να τους πει  από  την  πείρα  του,  πως  μπορεί  ένας άνθρωπος  να  σωθεί.
Κι  αυτός,  αφού  έσκυψε  και  σκέφτηκε  λίγο, σήκωσε  το  κεφάλι  και  απήντησε:
— Ο  άνθρωπος  μπορεί  να  σωθεί  μόνο  σαν  βαδίσει  τον  σωστό  δρόμο.
— Και  ποιος  είναι,  γέροντα,  ο  σωστός  δρόμος;
Ο  ασκητής, αφού βυθίστηκε και πάλι σε σκέψεις, τίναξε ξαφνικά  το  κατάλευκο  κεφάλι και  είπε  αποφασιστικά:
– Ο  ανήφορος.
Ναι!  Ο  ανήφορος  είναι  ο  σωστός  αλλά  και  σωστικός  δρόμος.
Αυτόν πρέπει να πάρει και να βαδίσει με υπομονή  και σταθερότητα καθένας, που  ποθεί και  θέλει  να  επιτύχει  την  σωτηρία  του.
Τον ανήφορο διάλεξαν και με υπομονή και επιμονή βάδισαν όλοι οι Άγιοι και  Μάρτυρες της  πίστεως  και  της  πατρίδος  μας.
Τον  ανήφορο  βάδισε  και  ο  Όσιος  Αββακούμ, που  την  μνήμη του  γιορτάζουμε στις  2 Δεκεμβρίου.
Γι’ αυτόν  χαράσσονται  και  οι  παρακάτω  λίγες  γραμμές.
Άγνωστη η πατρίδα του, άγνωστοι και  οι  γονείς του.  Εκείνο  που  υποτίθεται  δι’  αυτόν είναι,  πως  ήταν  ένας  από τους  300  «Αλαμανούς»  αγίους,  που  ήρθαν  στην  Κύπρο  από την Παλαιστίνη και ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη του  νησιού  της  Κύπρου. Οι  άνθρωποι αυτοί ήσαν Έλληνες εργάτες που δούλευαν στη Γερμανία ή «Αλαμανία» (Allemagne).  Έλαβαν μέρος  στη  Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149)  και  μετά  την  διάλυσή της, αφού πήγαν  και προσκύνησαν στην Ιερουσαλήμ, αποφάσισαν να ζήσουν την μοναχική  ζωή  στην  έρημό του  Ιορδάνη. Επειδή όμως εκεί οι Λατίνοι διαρκώς τους ενοχλούσαν, ήρθαν  στην  Κύπρο και διασκορπίστηκαν στο όμορφο νησί της Κύπρου. Ο Όσιος Αββακούμ, αφού  επισκέφθηκε διάφορους τόπους, εγκαταστάθηκε στο τέλος στην περιοχή  της Σολέας και  μάλιστα  στο όρος της  Καλαμιθάσας, που  είναι  δυτικά  από  το  χωριό  της  Πιτσιλιάς  Φτερικούδι.  Εκεί, σε μια σπηλιά, έστησε το ασκητήριό του και άρχισε έντονα τον αγώνα του για την  ηθική του  τελείωση.
Τα λόγια  του  Κυρίου  μας  «αγωνίζεσθε εισελθείν δια της  στενής πύλης» (Λουκ. ιγ’ 24), έγιναν  για  τον  άγιό  μας  ένα  σύνθημα, μα  και  ένας  τρόπος  ζωής. «Στενή  η  πύλη  και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την  ζωήν» (Ματθ. ζ’ 14), σκεφτόταν. Πόσο  στενή είναι  η  θύρα  και  γεμάτος  δυσκολίες  και  κινδύνους ο  δρόμος που  φέρει  στην  αιώνια  ζωή! Είναι  δύσκολος ο  δρόμος, γιατί  εκείνος  που  θέλει  να  τον  βαδίσει, πρέπει  να  έχει  υπ’ όψην του πως πρέπει πολύ να παλέψει. Να παλέψει με τον εαυτό του πρώτα  και  ύστερα με τον κόσμο της αμαρτίας. Με τις κακές παρακινήσεις των  ανθρώπων  που  είναι  γύρω του. Και  ακόμη  με  τον  πονηρό  διάβολο. Τα  γνωρίζει  αυτά  ο  φωτισμένος  άνθρωπος του Θεού, γι’ αυτό  και  αναλαμβάνει τον αγώνα του με  ζήλο  φλογερό.  Μια  σκέψη  και  ένας πόθος  κυριαρχεί  μέσα  στην ψυχή του.  Πως  να  αρέσει  στον  Θεό. Τα  προστάγματα  του αγίου  Ευαγγελίου  είναι  πάντα  μπροστά του. Και  είναι  μπροστά του, γιατί  η  μελέτη  του αγίου αυτού βιβλίου, όσο και ολόκληρης της Αγίας Γραφής, έγιναν καθημερινή φροντίδα του. Την σύσταση του Πνεύματος του Θεού προς τον Ιησού του Ναυή, «ουκ αποστήσεται η Βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματός σου και μελετήσεις εν αυτώ ημέρας και νυκτός» (Ιησ. του Ναυή α’ 8), την  θεωρεί  σαν  σύσταση,  που  γίνεται  σε  κάθε πιστό. Κάθε πιστός που θέλει να προχωρεί στην πνευματική ζωή πρέπει να  μην  αφήνει από τα χέρια του ποτέ ούτε και από την καρδιά και από το στόμα του το βιβλίο του Θεού, που δεν είναι άλλο από την Αγία Γραφή, την Παλαιά δηλαδή και την Καινή Διαθήκη. Το βιβλίο αυτό κάθε συνειδητός πιστός πρέπει να  το  μελετάει  τακτικά.   Αυτό κάνει  και ο  ασκητής μας. Από την  Αγία  Γραφή  αντλεί τα  επιχειρήματά του για  να αντιμετωπίσει τους  ποικίλους  πειρασμούς  που  ο  διάβολος  παρεμβάλλει  στον  αγώνα  του μέρα και νύκτα. Από την Αγία Γραφή διδάσκεται και πάλι πόση ευτυχία γεμίζει την ψυχή  εκείνων που με την  θέλησή  τους  αναλαμβάνουν  την  υποταγή  του  εαυτού  τους στον  «χρηστόν  ζυγόν  του  Κυρίου».
 Ο  άνθρωπος  πλάστηκε  από  τὸν Θεό για τον Θεό. Κοντά  στον  Θεό  και  μόνο  μπορεί  να βρει αυτός της ψυχής του την ειρήνη, την αληθινή χαρά, μα και την  μακαριστή  ευτυχία. Ελεύθερος πλάστηκε ο άνθρωπος. Την ελευθερία του όμως  μπορεί  να  την   διαφυλάξει μόνο σαν υποτάξει την θέλησή του στην θέληση του Θεού. Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν  ο  άνθρωπος  μέχρι  την  ημέρα  που  αμάρτησε.  Γι’ αυτό  και  η  ζωή του  ήταν χωρίς πόνους και λύπες. Ζωή ευλογημένη σε όλα. Δυστυχώς η αμαρτία που αντιστρατεύεται πάντα το θέλημα  του  Θεού,  μίλησε  κακά  στην  ψυχή  του  ανθρώπου. Και αυτός παρασύρθηκε και νικήθηκε και έπεσε, και ξέκοψε το  θέλημά του  από  το θέλημα  του  Θεού.  Το  αποτέλεσμά  μας  είναι  γνωστό.  Ο  άνθρωπος  τότε,  όπως  λέγει  η Αγία Γραφή  και  βεβαιώνει και η ιστορία, κατήντησε σε μία άθλια κατάσταση. Πόσο παραστατικά περιγράφει το κατάντημα του ανθρώπου της αμαρτίας ο  λόγος  του  Θεού.  «Άνθρωπος εν τιμή ών ου  συνήκε,  παρασυνεβλήθη  τοις  κτήνεσι  τοις  ανοήτοις  και ωμοιώθη  αυτοίς».
Η  αμαρτία  αποκτήνωσε  και  αποκτηνώνει  τον  άνθρωπο.
Από την τρομερή αυτή κατάσταση έβγαλε τον δυστυχισμένο άνθρωπο με την ενανθρώπησή του  ο  μονογενής  Υιός  του  Θεού, ο  Κύριος μας.  «Όστις θέλει  οπίσω μου ακολουθεὶν  απαρνησάσθω  εαυτόν  και  αράτω  τον  σταυρόν  αυτού  και  ακολουθείτω  μοι»  είναι το σάλπισμά Του για μετάνοια. Απόλυτη εμπιστοσύνη στο Πανάγιο  πρόσωπό Του ζήτησε και ζητά ο Κύριος από τον καθένα με τούτο το προσκλητήριό του. Εκατομμύρια  σαγηνεύτηκαν από αυτό και από τα λόγια της αγάπης του. Ανάμεσά  τους και ο  άγιός  μας. Μελετά  με ζήλο  τα  λόγια Του  και  αγωνίζεται  με  πάθος  ενάντια  στην αμαρτία. Ολόκληρο τον εαυτόν του τον προσφέρει στον Κύριο. Συχνά –πυκνά  επαναλαμβάνει  του  ψαλμωδού  τα  λόγια:
«Αποκάλυψαν  τους  οφθαλμούς  μου, και  κατανοήσω  τα  θαυμάσια  εκ  του  νόμου  σου».
Δηλαδή, Κύριε,  απομάκρυνε  από  τα  μάτια  της  ψυχής  μου  κάθε  εμπόδιο  και  φώτισε  το μυαλό μου, ώστε να  μπορέσω να  κατανοήσω  το  θαυμαστό  βάθος  της  σοφίας  και  την χρησιμότητα  του  νόμου  σου.
Θέλει να εμβαθύνει η αγνή  εκείνη ψυχή στο θέλημα του Κυρίου, για να μπορεί να βοηθά και άλλους. Πόσο ευσεβής ο πόθος του! Μα και πόσο διδακτικός για τους χριστιανούς της εποχής μας, οι οποίοι για μύρια πράγματα ενδιαφέρονται  και φροντίζουν  και  για  ένα  μονάχα  αδιαφορούν.  Για  την  γνωριμία  τους  με τον  λόγο του Θεού  και  την  κατανόησή  του,  αλλά  και  την  προσφορά  του  στους  γύρω  τους.
Ένας που γεύθηκε το μέλι είναι  φυσικό  να  θέλει  τη  γλυκύτητά  του  να  τη  γνωρίσουν  και άλλοι. Γεύθηκε το μέλι  του  λόγου  του  Θεού  ο  Άγιός μας.  Την  ευχαρίστηση  και χαρά,  που δοκιμάζει ο ίδιος με την καθημερινή περιπλάνησή του στους χλοερούς λειμώνες της Αγίας Γραφής, δεν  του  είναι εύκολο να την κρατήσει μόνο για  τον  εαυτό του.  Ένα  έργο ιεραποστολής  αρχίζει  με  ζήλο  στα  γειτονικά  χωριά, μα  και  σ’ εκείνους  οι  οποίοι  τον επισκέπτονται  στο  ασκητήριό  του  και  μία  παρότρυνση  για  έργα  αγάπης.
Με τις προτροπές του οι κάτοικοι του χωρίου Καλαμιθάσα, που βρισκόταν στους πρόποδες του ομώνυμου όρους, ανέλαβαν να κτίσουν μία εκκλησία προς τιμή του προφήτου  Αββακούμ. Στο κτίσιμο  βοηθά  και  ο  Όσιος. Κάθε μέρα  κατεβαίνει  από  την κορυφή  του  όρους  όπου είχε το  ασκητήριό του, για  να  προσφέρει  τις  υπηρεσίες  του  ως εργάτης. Μαζί με την υλική αυτή προσφορά του, δεν αμελεί να προσφέρει  από το πολύτιμο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς του και τα  πνευματικά.  Σαν  φωτεινή  λαμπάδα ξεχύνει  το  ιλαρό φως  του  Ευαγγελίου  στις  σκοτισμένες  καρδιές  που  εργάζονται  μαζί του. Με τα λόγια  του, λόγια  καλοσύνης  και  αγάπης,  λόγια  φόβου  Θεού, οι  πονεμένοι  και πολυβασανισμένοι εκείνοι άνθρωποι των βουνών βρίσκουν ανακούφιση και  παρηγοριά, αλλά και τον φωτισμό και τη  χειραγώγησή τους στον δρόμο της αρετής και της ανθρωπιάς.
Όταν  με  τη  βοήθεια  του  Θεού  η  μικρή  εκκλησία  τελείωσε, ο   Όσιος  έφτιαξε  δίπλα σ’ αυτήν και ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο και εγκαταστάθηκε. Στο δωμάτιο αυτό συνεχίζει την ασκητική ζωή του. Μια ζωή εγκρατείας, νηστείας, αγρυπνίας  και ζωντανής  προσευχής.
Το  αποτέλεσμα  μιάς  τέτοιας   ζωής  υπήρξε  άμεσο.  Πλούσια «η θεία χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα  ελλείποντα  αναπληρούσα»  επεσκίασε  τον  Όσιό μας.  Καθηγίασε τις ιερές του προσπάθειες. Φώτισε το   νου  και  την  καρδιά του.  Αλλά  και  τον  ανέδειξε εκλεκτό  και  τιμημένο,  όπως  τον  θέλει  ο  Κύριος. (Α’ Πέτρ. η’ 4).
Στο  ταπεινό  και  απέριττο  εκείνο  δωμάτιο  η  σεβάσμια  και  επιβλητική  μορφή του  και γενικά  η  αγιότητά του  τραβά  σαν  δυνατός  μαγνήτης  κοντά  του  πλήθη  πιστών.  Όλοι έρχονται  για  να  ακούσουν  από  αυτόν  τα  λόγια του, λόγια  ζωής,  μα  και  να  πάρουν  την θαυματουργική του χάρη και ευλογία, γιατί πολύ τον  χαρίτωσε  ο  Κύριος  και  με  τούτο  το δώρημα. Ο Άγιος θεραπεύει διάφορες αρρώστιες και ιδιαίτερα την κωφότητα. Η προθυμία του  να  εξυπηρετήσει  τον  καθένα και  η  στοργή  του  προς  όλους  ήταν κάτι το πολύ συγκινητικό. Οι επισκέπτες του φεύγουν από κοντά του πάντα γοητευμένοι, ανανεωμένοι  και  με  καινούργιες  αποφάσεις.
Έτσι πέρασε την ζωή του ο ζηλωτής αυτός λάτρης της  αγγελικής ζωής. Μέχρι την τελευταία του πνοή βάστασε σταθερά με έργα και λόγια τον  ζυγό του Κυρίου και παρέδωκε  την  αγία  του  ψυχή  στα  χέρια  του  αγωνοθέτου  Χριστού,  από τον οποίο  και έλαβε «το  βραβείον  της  άνω  κλήσεως του  Θεού  εν  Χριστώ  Ιησού». (Φιλιπ. γ’ 14).

Οι χριστιανοί των γύρω χωριών στο άκουσμα του θανάτου  του  έτρεξαν  και  με  δάκρυα στοργής και ευγνωμοσύνης κήδεψαν το άγιο σκήνωμά του μέσα στην εκκλησία. Αργότερα  έκτισαν και   ναό  προς  τιμή του  και  μέσα σ’ αυτόν  εναπέθεσαν  και  το  άγιο λείψανό  του.
Όταν οι Τούρκοι  κατέλαβαν το μαρτυρικό νησί  της  Κύπρου, το χωριό  Καλαμιθάσα  στο  οποίο βρισκόταν ο ναός και το  άγιο  λείψανο  καταστράφηκε  από  αυτούς.  Όσοι  από τους χριστιανούς επέζησαν, κατέφυγαν στα γύρω βουνά. Αργότερα κατά τον 19ο αιώνα πολλοί Έλληνες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Φτερικούδι. Στην εκκλησία, που έκτισαν στο  χωριό  αυτό, προς τιμή  του  Αγίου  Νικολάου,  έφεραν  και  τοποθέτησαν  από τον  κατεστραμμένο ναό της  Καλαμιθάσας διάφορες εικόνες, μεταξύ των  οποίων μια μεγάλη του προφήτου Αββακούμ. Στον ίδιο ναό, ο κτήτοράς του αφιέρωσε και μία  μικρή εικόνα  του  Οσίου  Αββακούμ  με  διαστάσεις  0,95 Χ 0,167.
Στην  εικόνα  αυτή  ο  Όσιος  παρίσταται  ως  μοναχός. Στο  δεξί χέρι  κρατά  σταυρό  και  στο αριστερό  ειλητάριο  με  την  επιγραφή:
«Ιησού  μνήμη  φωτίζει  τον  νουν».
Οι κάτοικοι των γύρω χωριών την ημέρα της μνήμης των Αγίων (2 Δεκεμβρίου), του Οσίου  δηλαδή και του Προφήτη Αββακούμ, συνέρχονται και πανηγυρίζουν, μα και αναλογίζονται με συγκίνηση την ιδιαίτερη τιμή που τους  έχει  γίνει  από τον  Πανάγαθο Θεό με τον  καθαγιασμό των χωριών  τους  από  την  Αγία  μορφή  του  φλογερού  εργάτη της  αρετής,  του  Οσίου  και  Θαυματουργού  Αββακούμ.
«Τιμή αγίου, μίμησις  αγίου».  Όσιοι  χριστιανοί  θεωρούν  καθήκον  τους  να  συνεχίσουν να προσφέρουν κάποια τιμή στον Άγιο Αββακούμ, άς προσπαθήσουν να μιμηθούν την  ζωή του. Να μιμηθούμε όλοι την αγάπη του στα λόγια του  Θεού  και  την  μελέτη  της  Αγίας Γραφής. Να  μιμηθούμε την προσήλωσή του  στο  θέλημα  του  Θεού  και τον   αγώνα  της αρετής. Σ’ αυτό πολύ θα  βοηθήσει και  εμάς  η  εγκράτεια,  ο σεβασμός  μας  στον  θεσμό της νηστείας, που είναι η μητέρα της σωφροσύνης, η ειλικρινής μετάνοια και η αδιάλειπτος  προσευχή.  Στη  στοργική  φωνή  του  Σωτήρος  μας  Χριστού  «δεύτε προς  με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς», άς σπεύσουμε να απαντήσουμε. Μάλιστα, Κύριε,  ερχόμαστε.  «Βοήθησον  ημίν  και  λύτρωσαι  ημάς  ένεκεν της  δόξης  του  ονόματός σου»  (Ψαλμ. μγ’ 27).  Με  τούτο  τον  τρόπο  θα  απαλλαγεί  η  ζωή μας  από κάθε σύγχυση  και ταραχή. Και  ακόμη  η  γαλήνη  και  η  πνευματική  χαρά,  που όλοι ποθούμε και νοσταλγούμε, δεν θα μένει σε  μας  μονάχα  ένας  νοσταλγικός  πόθος και  μία  διακαής  επιθυμία, αλλά θα γίνει μία  ζωντανή πραγματικότητα. Όταν δε  και πάλι θα φύγουμε από τούτο  τον  κόσμο  τον  προσωρινό  και  μάταιο, η  ψυχική  σωτηρία  «η ασφαλής τε και  βεβαία» (Εβρ. στ’ 19) θα προσφερθεί και σε  μας  σύμφωνα  με  τα  λόγια του  Κυρίου μας, που  βεβαιώνουν  το  «ευρήσετε  ανάπαυσιν  ταις  ψυχαίς  υμών».
Δια των πρεσβειών του  Οσίου πατρός ημών Αββακούμ, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ελέησον  και  σώσον  ημάς.  Aμήν.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.   
Τῶν Κυπρῖων τὸ κλέος, Καλαμιθάσης τὸ καύχημα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἀββακοὺμ πατὴρ ἡμῶν, ὅσιε. Τῆς Σολέας ἀνεδείχθης φαεινός, ὡς λύχνος διαυγέστατος, σοφέ. Θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τοὺς κωφεύοντας ἅμα, μακάριε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


1/12/15

Ο Προφήτης Ναούμ

Είναι   ένας  από  τους  δώδεκα  μικρούς  λεγομένους  προφήτες.
Έζησε  τον  7ο αιώνα προ  Χριστού  και  ήταν  από  τη  φυλή  του  Συμεών. Πατρίδα  είχε την  Ελκεσέμ, γι’ αυτό   ονομάστηκε  και  Ναούμ  ο Ελκεσαίος.
Το βιβλίο της προφητείας του αποτελείται από τρία μικρά κεφάλαια και  αφορά την τύχη  της  πόλης  Νινευή.
Στο  Α’ κεφάλαιο, υμνεί  τον  Θεό.
Στο Β’ κεφάλαιο, προαναγγέλλει τον  όλεθρο της  Νινευή  με  τα άρματά της, τους Ιππείς   και  τους  θησαυρούς  της.
Στο  Γ’ κεφάλαιο, χαρακτηρίζει τη Νινευή σαν πόλη των αιμάτων, του ψεύδους, της μεγάλης  αδικίας  και  πορνείας.
Άς δούμε, όμως, τι λέει για τους αμαρτωλούς ανθρώπους τέτοιας πόλης, και τι γι’ αυτούς  που  είναι  κοντά  στον  Κύριο:
«Χριστός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν εν ημέρα θλίψεως και γινώσκων τους ευλαβουμένους αυτόν και εν κατακλυσμοί πορείας συντέλειαν ποιήσεται τους επεγειρομένους, και  τους  εχθρούς  αυτού  διώξεται  σκότος». Ναούμ, Α’ 7 – 8.
Δηλαδή  ο  Κύριος  είναι ευεργετικός  για  εκείνους που μένουν κοντά Του στις ημέρες των  θλίψεών  τους.
Γνωρίζει  ο  Κύριος  και  περιβάλλει  με  συμπάθεια  εκείνους  που  Τον  σέβονται.
Εναντίον όμως των αμαρτωλών, που αλαζονικά  με κάθε είδους  αμαρτία  εγείρονται εναντίον Του, θα ορμήσει σαν κατακλυσμός για να τους εξαφανίσει τελείως. Θα καταδιώξει τους εχθρούς Του και θα τους κυριεύσει το σκοτάδι του θανάτου. 
Ο  Προφήτης  Ναούμ  πέθανε  ειρηνικά   και  τάφηκε  στον  τόπο  των  πατέρων  του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.          
Νόμῳ ἔλαμψας, προαναγγέλλων, τὰς τῆς χάριτος, Ναοὺμ Προφῆτα, ὁμωνύμως παρακλήσεις ἐν Πνεύματι· δι’ ὧν ὁ Λόγος οὐσίαν τὴν βρότειον, ἐπιφανεὶς τοῖς ἀνθρώποις κατηύφρανεν· ὅθεν πρέσβευε, Τριάδι τῇ πανοικτίρμονι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.   
Ὡς πυρσὸς ἀκοίμητος Ναοὺμ Προφῆτα, φρυκτωρεῖς ἐν πέρασι, δι’ αἰνιγμάτων ἱερῶν, τὴν τῶν μελλόντων ἀλήθειαν, ὧν τὰς ἐκβάσεις ὁρῶντες τιμῶμέν σε.


Μεγαλυνάριον.
Φρόνημα οὐράνιον αἰσχηκώς, οὐρανίου δόξης, ἐχρημάτισας θεωρός, βίῳ τε τὸν λόγον, Ναοὺμ ἐπισημαίνων· διὸ σὲ ὡς Προφήτην, θεῖον γεραίρομεν.


Ο Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων

Ήταν  υπόδειγμα  κάθε  αρετής  και  ιδιαίτερα  της  αγαθοεργίας.  Έζησε  τον  8ο  αιώνα μ.Χ.  στην πόλη  Αμνεία της  Παφλαγονίας,  και  τους  γονείς  του  έλεγαν  Γεώργιο  και Άννα.
Παντρεύτηκε την Θεοσεβώ και απόκτησε τρία παιδιά. Ένα γιο, τον Ιωάννη, και  δυο κόρες, που  την  πρώτη  έλεγαν  Υπατία  και  την  δεύτερη  Ευανθία.
Ο Φιλάρετος ήταν γεωργός και  από  τα εισοδήματά του, πλουσιοπάροχα μοίραζε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Πεινασμένο έβρισκε; τον χόρταινε. Γυμνό; τον έντυνε. Χήρα  και  ορφανό;  Βοηθούσε  και  παρηγορούσε.
Αλλά  ο  Θεός  επέτρεψε  και  ο  Φιλάρετος  κάποτε  κατάντησε  πολύ  φτωχός.  Όμως και  σ’ αυτή  την  κατάσταση  ο  Άγιος  του  Θεού, έδειξε  θαυμαστή  καρτερία  όπως  ο Ιώβ,  και  συνέχισε  να  αγαθοεργεί  μέχρι  υπερβολής.
Και  ο  Θεός που  είδε την  ασυναγώνιστη πίστη  του  οικονόμησε  με την  πρόνοιά  Του, ώστε ο  Κωνσταντίνος, ο γιος της  βασίλισσας Ειρήνης, να πάρει  για  γυναίκα  του  την εγγονή  του  Αγίου, Μαρία, επειδή  ήταν  πολύ  ωραία  στην  ψυχή  και  στο  σώμα.  Τον δε  Φιλάρετο,  τον τίμησε με το αξίωμα του  υπάτου. Έτσι έγινε κάτοχος πολλού πλούτου,  που  τον  διαμοίραζε  ακόμα  πιο  άφθονα  στους  φτωχούς.
Όταν θα πέθαινε, κάλεσε τους  συγγενείς  του  και  είπε  τα εξής: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε  ποτέ  την  φιλοξενία, μην επιθυμείτε  τα  ξένα  πράγματα, μην  λείπετε  ποτέ από  τις  ακολουθίες  και  λειτουργίες  της  Εκκλησίας, και  γενικά  όπως  έζησα  εγώ  έτσι να ζείτε και εσείς».    
Και  αυτά  αφού  είπε,  ξεψύχησε  με  την  φράση:  «γενηθήτω  το  θέλημά  σου».


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.          
Θείας πίστεως, περιουσίᾳ, διεσκόρπισας, τοῖς δεομένοις, τὸν προσόντα σοι πλοῦτον Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαγχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγόν του ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε, δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσί σε, ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Τοῦ Ἰὼβ κτησάμενος, ἐν πειρασμοῖς τὴν ἀνδρείαν, τοῖς πτωχοῖς διένειμας, ὡς συμπαθὴς τὸν σὸν πλοῦτον· ὤφθης γὰρ, τῆς εὐσπλαγχνίας ἔμψυχος βρύσις, νάμασι, τῶν θείων τρόπων σου ἱλαρύνων, τοὺς ἐκ πόθου σοι βοῶντας· χαίροις θεράπον Χριστοῦ Φιλάρετε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν πενήτων ὁ προμηθεύς, καὶ τῶν δυστυχούντων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις ὁ ἐν οἴκτῳ, τὸν Λόγον θεραπεύσας, Φιλάρετε τρισμάκαρ, Δικαίων σύσκηνε.