28/1/18

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την έπαρση.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής:
«Είπε δε και  προς  τινας  τους  πεποιθότας  εφ᾿ εαυτοίς  ότι  εισί   δίκαιοι, και  εξουθενούντας  τους  λοιπούς,  την  παραβολήν  ταύτην·  άνθρωποι  δύο  ανέβησαν εις το ιερόν  προσεύξασθαι,  ο  είς  Φαρισαίος  και  ο έτερος τελώνης. Ο  Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί  των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή  και  ως ούτος ο  τελώνης· νηστεύω δις του  σαββάτου, αποδεκατώ  πάντα  όσα  κτώμαι. Και  ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν  ουδέ  τους  οφθαλμούς  εις τον ουρανόν  επάραι,  αλλ᾿ έτυπτεν  εις το  στήθος  αυτού  λέγων· ο  Θεός,  ιλάσθητί  μοι  τω  αμαρτωλώ.  Λέγω υμίν,  κατέβη  ούτος  δεδικαιωμένος  εις  τον  οίκον  αυτού  ή γαρ  εκείνος· ότι πας ο υψών  εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται. (Λουκ. 18,10-14).  
Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας . Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό τους μισούσε δικαιολογημένα ο λαός. Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη.
Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.    
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η  εγωπάθεια.

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Φαρισαίου  φύγωμεν  υψηγορίαν,  και  Τελώνου  μάθωμεν,  το  ταπεινόν  εν στεναγμοίς, προς τον Σωτήρα κραυγάζοντες·  Ίλαθι μόνε ημίν ευδιάλλακτε.


Ο Όσιος Θεοδόσιος της Τότμα

Ο  Όσιος  Θεοδόσιος  γεννήθηκε  τον  16ο  αιώνα  μ.Χ.  στην  πόλη  Βολογκντά της  Ρωσίας.  Ο  πατέρας  του  ονομαζόταν  Ιουλιανός.

Ασκήτεψε στη μονή της Τότμα και θεωρείται  από  τις  μεγαλύτερες  οσιακές μορφές της Ρωσικής Εκκλησίας.         
Ο  Όσιος  Θεοδόσιος  κοιμήθηκε  με  ειρήνη  το  έτος  1568.

Ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος Επίσκοπος Νινευΐ

Έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ.     
Δεν  έχουμε  περισσότερες  πληροφορίες  για  τον  βίο  του  Οσίου  Ισαάκ.

27/1/18

Ανακομιδή Τιμίων Λειψάνων Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως

Ο  ιερός  Ιωάννης ο  Χρυσόστομος, επειδή  δεν έκανε διακρίσεις  ανάμεσα στα πρόσωπα στην απόδοση του δικαίου και έλεγχε και την ίδια την βασίλισσα  Ευδοξία  για τις παρανομίες  και τις  αδικίες της, εξορίσθηκε δύο  φορές, αλλά  και  πάλι  ανακλήθηκε από την εξορία. Εξορίστηκε όμως  και  πάλι  για  τρίτη  φορά.
Η έκπτωση του ιερού Χρυσοστόμου από τον Πατριαρχικό θρόνο προκάλεσε σχίσμα μέσα στην Εκκλησία. Οπαδοί του, που καλούνταν «Ιωαννίτες», δεν αναγνώριζαν τον διάδοχό του, παρά τις επίμονες συστάσεις  να  υπακούσουν  στους  νέους  εκκλησιαστικούς  άρχοντες  και να  διαφυλάξουν  την  ενότητα  της  Εκκλησίας.
Ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Χρυσόστομος  οδηγήθηκε  στην  Κουκουσό  και  από εκεί  στην  Αραβισσό  και  έπειτα, στις 10  Ιουνίου  του  έτους  404 μ.Χ., στην Πιτιούντα του Πόντου. Η πορεία του μέχρι εκεί, ήταν όχι μόνο περιπετειώδης, αλλά  κυριολεκτικά  μαρτυρική, γεμάτη  από  κακουχίες και  δεινοπαθήματα.
Εκεί λοιπόν, στην Πιτιούντα, ο ένσαρκος Άγγελος κλήθηκε από τον πάντων Δεσπότη στις αιώνιες σκηνές, το έτος 407 μ.Χ., ενώ το άγιο σκήνωμά του ενταφιάσθηκε στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τα άγια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων Βασιλίσκου και Λουκιανού, καθώς είχε αποκαλυφθεί  σε  αυτόν  από  αυτούς τους ίδιους δια νυκτερινής οπτασίας, όταν  ακόμη  ζούσε.
Το σχίσμα των «Ιωαννιτών» αποκαταστάθηκε με την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του  Αγίου  στην  Κωνσταντινούπολη, το  έτος 438 μ.Χ., επί  Πατριάρχου Πρόκλου. Η μεταφορά των ιερών λειψάνων από  τα Κόμανα συνοδεύτηκε από μία επιστολή – διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’, υιού  του  Αρκαδίου  και  της  Ευδοξίας, η  οποία  έγραφε:

«Επιστολή Βασιλέως Θεοδοσίου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχην, Διδάσκαλο  και  Πνευματικό  Πατέρα  Ιωάννη  τον  Χρυσόστομο.
Ἐπειδή, Πάτερ τίμιε, θεωρήσαμε το σώμά σου νεκρό, όπως συμβαίνει με τα άλλα, θελήσαμε απλώς να το πάρουμε και να το μεταφέρουμε προς εμάς. Γι’ αυτό  και  δικαίως  αστοχήσαμε  στον πόθο μας.
Αλλά  συ τουλάχιστον, Πάτερ τιμιότατε, που δίδαξες σε όλους την μετάνοια, συγχώρησέ μας που σε παρακαλούμε και σαν παιδιά που αγαπάμε  τους  πατέρες  μας  επίδωσέ μας  τον εαυτό σου και εύφρανε  με την  παρουσία  σου  αυτούς  που  σε ποθούν».

Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε  ο  Άγιος  έδωσε  τον εαυτό του  στους  απεσταλμένους του αυτοκράτορα  και έτσι  αυτοί  μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου. Η υποδοχή των ιερών λειψάνων του  Αγίου υπήρξε παλλαϊκή. Σύσσωμος λαός, κλήρος και μοναχοί, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα, τους αυλικούς, τη σύγκλητο και  όλους τους άρχοντες, υποδέχθηκαν και προσκύνησαν με σεβασμό τα λείψανά του. Με πολύ ευλάβεια μετέφεραν αρχικά τη λάρνακα στο ναό του Αποστόλου Θωμά, στα  Αμαντίου, έπειτα  δε  στο ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί  έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στο σύνθρονο και άπαντες εβόησαν: «Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». Στη συνέχεια η λάρνακα τοποθετήθηκε σε αυτοκρατορική  άμαξα  και  μεταφέρθηκε στο περιώνυμο  ναό  των  Αγίων  Αποστόλων. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στην ιερή καθέδρα  και  έγινε το θαύμα: ο Άγιος επεφώνησε προς τον λαό το «Ειρήνη  πάσι». Έπειτα το εναπέθεσαν μέσα στο  Άγιο Βήμα, κάτω  από την Αγία Τράπεζα.   
Η  Σύναξη  του  Αγίου  Ιωάννου  του  Χρυσοστόμου  ετελείτο στο πάνσεπτο  ναό  των  Αγίων  Αποστόλων. Ιερά  λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αφιέρωσε δια χρυσοβούλλου στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους  ο  αυτοκράτορας  Ιωάννης  Τσιμισκής (969 – 976 μ.Χ.) και τεμάχιο της αριστεράς χειρός ο Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος (1282 – 1328), δια  χρυσοβούλλου, τον Ιούλιο  του  έτους  1284, στη  Μονή  Φιλοθέου  του  Αγίου Ὅρους. Επίσης, τμήματα  του  ιερού λειψάνου  φυλάσσονται  στις μονές Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Αγίου Διονυσίου  και  Δοχειαρίου.


Απολυτίκιον  Ήχος  πλ. δ’.
Η   του  στόματός  σου  καθάπερ  πυρσός,  εκλάμψασα  χάρις την οικουμένην  εφώτισεν,  αφιλαργυρίας  τω  κόσμω  θησαυρούς  εναπέθετο, το  ύψος  ημίν  της ταπεινοφροσύνης υπέδειξεν. Αλλά  σοις λόγοις παιδεύων,  Πάτερ,  Ιωάννη  Χρυσόστομε, πρέσβευε τω Λόγω  Χριστώ τω Θεώ,  σωθήναι  τας  ψυχάς  ημών.

Έτερον Απολυτίκιον της ανακομιδής. Ήχος δ’. Ταχύ  προκατάλαβε.
Ως πλούτον ουράνιον, εκ των Κομάνων ποτέ, την θήκην μετήγαγον, του σου  λειψάνου  σοφέ, προς πόλιν βασίλειον· ταύτης ούν εκτελούντες, την ανάμνησιν  πόθω,  μέλπομεν  Ιεράρχα,  την  δοθείσάν  σοι  χάριν, δι’ ής ημάς  ρυθμίζεις,  Ιωάννη  Χρυσόστομε.


Κοντάκιον. Ήχος  α’. Χορός  Αγγελικός.      
Ευφράνθη  μυστικώς,  η  σεπτή  Εκκλησία,  τη  ανακομιδή,  του  σεπτού  σου λειψάνου,  και  τούτο  κατακρύψασα,  ως  χρυσίον  πολύτιμον,  τοις  υμνούσί σε,  αδιαλείπτως παρέχει, ταις πρεσβείαις σου, των ιαμάτων την χάριν, Ιωάννη  Χρυσόστομε.


Μεγαλυνάριον.
Ήκεν εκ Κομάνων λαμπροφανώς, το σεπτόν σου σκήνος, ως εστία αγιασμού, τέρπον και  πλουτίζον, χαρίτων χρυσουργία, την Εκκλησίαν πάσαν,  Πάτερ  Χρυσόστομε.


Ο Άγιος Δημητριανός ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ταμασσού Κύπρου

Από τις πολύ ολίγες πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτόν μανθάνουμε ότι γεννήθηκε στην Ταμασσό και έζησε σ’ αυτήν τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού. Ήταν τότε ακόμη  που  η  ειδωλολατρία και  η ειδωλομανία προέβαλλε δυνατά της  Αφροδίτης  το  άστρο  και τη λατρεία. Το κήρυγμα του Ιησού που έφεραν στην Κύπρο οι τρεις απόστολοι Βαρνάβας, Παύλος και Μάρκος άρχισε σιγά – σιγά να προχωρεί σ’ όλο το νησί. Στην Ταμασσό  με κέντρο μία σπηλιά που υπάρχει ως σήμερα και που χρησίμευε στην αρχή ως κατοικία και εκκλησία και επισκοπή αγωνίζονται οι πρώτες εκείνες μορφές ο Ηρακλείδιος, ο Μύρων, ο Μνάσων και οι  άλλοι συνεργάτες τους να ανάψουν  και  να προβάλουν παντού  το  φως  του  Χριστού,  το  ιλαρόν φως  της  νέας  ζωής. Σ’ αυτή  τη  σπηλιά  στην  οποία  οι πρώτοι χριστιανοί όχι μονάχα παρακολουθούσαν το κήρυγμα για τον Χριστό, αλλά  και  βαφτίζονταν  και προσεύχονταν και τελούσαν τις  διάφορες ακολουθίες τους, σ’ αυτήν ακόμη βρίσκεται και  ο τάφος του Αγίου Ηρακλειδίου.  Κάποια  μέρα που ο γηραιός επίσκοπος βρισκόταν άρρωστος στο σπήλαιό του με πυρετό, μια ομάδα μανιασμένων ειδωλολατρών όρμησαν  μέσα  στο  σπήλαιο, έσυραν  έξω  τον  Άγιο  και τον  σκότωσαν. Ο Άγιος απέθανε προσευχόμενος για τους  δήμιούς του στην  ηλικία  των 60 χρόνων. Οι χριστιανοί  μαθητές  με  θλίψη  βαριά πήραν  το  άγιο λείψανο  και το έθαψαν μέσα στη σπηλιά. Τα  θαύματα που  έκανε, όταν  ήταν στη ζωή, συνεχίστηκαν  και  μετά  τον  θάνατό του και  συνεχίζονται  και  σήμερα. «Θαυμαστός  ο  Θεός εν τοις αγίοις αυτού».

Η θρησκεία του  Ιησού Χριστού, με τις ενέργειες  του  Ηρακλειδίου, τον ζήλο του και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές του προχωρούσε καθημερινά. Μετά  τον  θάνατό  του  την  ευθύνη  του  όλου έργου ανέλαβε ο  Μνάσωνας. Αυτόν  είχε  χειροτονήσει  ο Ηρακλείδιος επίσκοπο, όταν ακόμη  ζούσε. Αυτός συνέχισε το έργο  του  Ηρακλειδίου μέχρι  τα βαθιά του γηρατειά. Πολλά θαύματα έκαμε όσο ζούσε. Πολλά και  όταν απέθανε. Πριν πεθάνει χειροτόνησε επίσκοπο της Ταμασσού τον  Ρόδωνα.

Με γοργά  βήματα η διδασκαλία του Χριστού χάρη στον φλογερό  ζήλο των πρώτων χριστιανών προχωρεί με ενθουσιασμὀ στης Ταμασσού την πόλη. Πολλοί  οι  άγιοι  που  παρουσιάσθηκαν σ’ αυτή. Ένας  τέτοιος άγιος  είναι  κι ο Δημητριανός. Πότε ακριβώς  γεννήθηκε  δεν  γνωρίζουμε. Ο πανδαμάτορας χρόνος έσβησε από της  μνήμης το  βιβλίο τη  σχετική  χρονολογία. Αυτό  που  συμπεραίνουμε  από  την  όλη  ζωή του  είναι  τούτο: Γνώρισε τον Χριστό, όπως  λέγει  και  ο  υμνογράφος του, από  τη βρεφική του ηλικία. «Εκ βρέφους εγένου του Κυρίου εραστής». Γνώρισε  τον  Χριστό  και  τον  αγάπησε με όλη την ψυχή του. Μπροστά του ένα και μόνο πράγμα βλέπει και ένα ποθεί και θέλει παντού και πάντοτε. Του  Κυρίου το  θέλημα. Μ’ αυτό μεγαλώνει. Μ’ αυτό ζει και αυτό  προβάλλει τόσο  με  τα  λόγια του, όσο  και  το  παράδειγμά του.

Κάποτε που είχε αρρωστήσει ο πνευματικός πατέρας της κοινότητας ο ιερέας, ο τότε επίσκοπος του οποίου ο Δημητριανός  ήταν σε όλα το δεξί του χέρι, τον κάλεσε και κατά παράκληση των πιστών Χριστιανών τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Οι αγνές ψυχές πανηγυρίζουν. Γιατί ο Δημητριανός  με ζήλο φλογερό εργαζόταν πάντοτε για την πνευματική πρόοδο του λαού. Στο πρόσωπό του βρήκαν οι πιστοί τον πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή, τα ορφανά τον προστάτη, οι άρρωστοι τον στοργικό  αδελφό  και  «οι εν θλίψεσι την παρηγορίαν». Και όταν μετά από καιρό  ο  τότε επίσκοπος κοιμήθηκε, ολόκληρος ο λαός και πάλι κάλεσε  και  ανέβασε  στον  επισκοπικό  θρόνο  της  ξακουστής  πόλεως τον  άξιο  σε  όλα Δημητριανό.

Στην  καινούργια  αύτη  θέση  η  αγία  του  μορφή  προβάλλει παντού, ώστε ο ιερός υμνογράφος να τον υμνεί: «Της Ταμασσού βλάστημα, καύχημα των Περάτων, πηγήν των θαυμάτων, ιαμάτων ταμείον  άσυλον και  των Κυπρίων αγλάϊσμα». Αλλά  και του λαού η παράδοση  και ο σεβασμός μένει ως σήμερα πολύ υψηλά. Αυτό μαρτυρεί α) η ευρυχωρία του ναού που η ευσέβεια των παλαιοτέρων κατοίκων των Περάτων αφιέρωσε στ’ όνομά του  σε μια  μαγευτική θέση  και του οποίου τα ερείπια προβάλλουν επιβλητικά μέχρι σήμερα. Και β) η χειρόγραφος φυλλάδα που περιέχει την ακολουθία του και στην οποία  αναγράφεται και  η  μέρα  της  μνήμης του, 27  Ιανουαρίου.

Η όλη του πνευματική ζωή  συνέβαλε τα μέγιστα στην εξάπλωση του χριστιανισμού όχι μόνο στην πόλη της Ταμασσού, αλλά  και στα γύρω χωριά. Τύπος υπομονής  ο  ίδιος  και  πρότυπο  αρετής  βοήθησε στα χρόνια εκείνα στην ειρηνική ζωή του πιστού λαού του και στην πνευματική του άνοδο. Αλλά  και  θαύματα  πολλά  αναφέρεται  ότι έκαμε  όταν  ζούσε, μα  και  όταν  κοιμήθηκε. Οι  γυναίκες  των  Περάτων τον  θεωρούν  πολύ  θαυματουργό  και  συχνά  επισκέπτονται  τα  ερείπια του ναού του, ανάβουν καντήλια στο βαθούλωμα των ερειπίων και εκζητούν τις πρεσβείες του στα προβλήματα  και  τις  ανάγκες τους. Ένα τέτοιο  θαύμα  που  έγινε  προ  καιρού  είναι  και  τούτο:

Ένας  χριστιανός  από  τα  Πέρα, για  το  κτίσιμο  του  σπιτιού  του  πήγε και  πήρε  από  τα  ερείπια  του  ναού του  αγίου  τις  πελεκητές  πέτρες  με τις  οποίες  ήταν  φτιαγμένο  το  ανώφλι  του  ναού, για να φτιάξει  με αυτές το  ανώφλι του  ιδικού  του σπιτιού. Είχε  δε  στη  σκέψη  να  πάει την  επομένη  να πάρει  και  τις άλλες πελεκητές πέτρες με τις οποίες ήταν κατασκευασμένες οι παραστάδες της θύρας του ναού για να τις χρησιμοποιήσει και αυτές για το δικό του σπίτι. Τη νύχτα όμως παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Άγιος και του έκαμε αυστηρή παρατήρηση. Αυτός  όμως δεν έλαβε υπ’ όψη τη σύσταση  του  Αγίου  και την  επόμενη  νύχτα  πήγε πάλι  και  κουβάλησε  και τις υπόλοιπες πέτρες. Τη  νύχτα  παρουσιάστηκε  και πάλι ο Άγιος  στον  ύπνο του  και του  έκανε ξανά αυστηρή  παρατήρηση  για την παρακοή του. Για να μην επαναλάβει δε άλλη φορά την κακή του πράξη, του έδωκε και δύο μπάτσους· τον ένα  από  τη  δεξιά  μεριά  και  τον  άλλο  από την αριστερά. Το  αποτέλεσμα  της  τιμωρίας  αυτής  ήταν από το βράδυ εκείνο  να  μείνει κουφός, καθ’ όλον τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Και  ακόμη τις  υπόλοιπες πέτρες δεν τόλμησε να πάει να τις πάρει. Γι’ αυτό  και  οι πέτρες  με τις  οποίες  κτίστηκαν οι παραστάδες  της  θύρας του  σπιτιού   είναι  πολύ  διαφορετικές  και  ξεχωρίζουν  ως  σήμερα.

Στενή  η  θύρα  και  γεμάτος δυσκολίες ο δρόμος που οδηγεί στη χαρούμενη  και  ευτυχισμένη  ζωή. Αυτή  την  αλήθεια που  ο  ίδιος ο Κύριος συνιστάει σ’ εμάς είναι καιρός και εμείς μιμούμενοι τους  αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας να κάνουμε βίωμα και ζωή μας. Τόπος αμαρτίας ήταν το νησί  της Κύπρου.  Σαν χείμαρρος η διαφθορά έσπρωχνε  τους  δυστυχισμένους  κατοίκους στην καταστροφή. Όταν όμως  η θρησκεία του γλυκύτατου  Ιησού  με τους ευλογημένους φορείς της, τους τρεις Αποστόλους, τον Βαρνάβα, τον Παύλο και  τον Μάρκο έφθασε  και  κηρύχτηκε στο  μαρτυρικό αυτό  νησί, τα πράγματα  άλλαξαν  αμέσως. Πως  ξεκίνησαν οι πρώτοι  χριστιανοί! Από  μία σπηλιά! Τι δυσκολίες, τι διωγμούς και τι κινδύνους πέρασαν! Με το θάρρος  όμως που  εναποθέτει  στις  αγνές καρδιές ο Χριστός δυναμωμένοι προχώρησαν. Το αποτέλεσμα μαρτυρεί και βεβαιώνει η ιστορία. Σε  λίγα  χρόνια  το νησί της Αφροδίτης και  της διαφθοράς γίνεται  νησί  της Παναγίας και  των αγίων. Η προσφορά σ’ αυτό του Αγίου  Λαζάρου, του Ηρακλειδίου, του Μύρωνος και Μνάσωνος, του Αγίου Δημητριανού και όλων των άλλων εργατών της αρετής είναι ανυπολόγιστη. Δύσκολοι οι καιροί και οι κίνδυνοι πολλοί. Όμως δεν δείλιασαν, πήραν το στενό το μονοπάτι και έγραψαν την ωραιότερη ιστορία. 
Ἀς  τους  μιμηθούμε. Μόνον  έτσι  θα  χαρούμε  την  εδώ  ζωή μας, αλλά και  θα  αξιωθούμε  να   ιδούμε την  αγαπημένη  Κύπρο μας  στου  Χριστού  το φως λουσμένη, ελεύθερη και ευτυχισμένη, και από όλους τιμημένη. Αμήν.


Απολυτίκιον. Ήχος  α’.
Των Κυπρίων το κλέος, Ταμασέων ο Πρόεδρος, φύλαξ και  φρουρός των Περάτων, Δημητριανέ Πατήρ ημών, αναδειχθείς, διο  τυφλόν εφώτισας ποτέ, το  φως ενεδίδου  τηλαυγώς,  και  ανέκραξε  δε  ούτως, τω  δια  σου  με φωτίσαντι δόξα σοι. Δόξα τω ούτως ευδοκήσαντι Θεώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι,  δόξα  τω  ενεργούντι  δια  σου  τοιαύτα  τέρατα.

Έτερον  Απολυτίκιον.  Ήχος  α’. Της  ερήμου  πολίτης.  
Από  βρέφους Κυρίω εκολλήθης, μακάριε Δημητριανέ  Ταμασέων, ποιμενάρχα  πανάριστε, συγκλείσας  εν  ψυχή  σου  θησαυρόν,  της  πίστεως Δεσπότου  αληθούς,  και  ωδήγησας  τα  τέκνα σου θαυμαστώς,  προς γνώσιν της θεότητας· δόξα τω σε δοξάσαντι  Χριστώ, δόξα τω  αγιάσαντι, δόξα  τω  δεδωκότι  σοι  ημίν,  προστάτην  ακαταίσχυντον.


Κοντάκιον. Ήχος  δ’. Ο  υψωθείς  εν  τω  Σταυρώ.
Ηρακλειδίου  διεδέξω  τον  θρόνον,  και των θαυμάτων ειληφως θείαν χάριν, την Κύπρον κατεφώτισας, ω Δημητριανέ, θεσπεσίω βίω σου και γλυκύτητι  λόγων, όθεν πλάνην έτρεψας, των ειδώλων γενναίως, και  τον Χριστόν  ενώκησας  ψυχαίς,  ως  ιεράρχης  φωτί  αυγαζόμενος.


26/1/18

Ο Όσιος Ξενοφών μετά της συμβίου του Μαρίας και των τέκνων Αρκαδίου και Ιωάννου

Ο  Όσιος Ξενοφών κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους  των  αυτοκρατόρων Ιουστίνου Α’ (518 – 527 μ.Χ.) και  Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Ήταν  πλούσιος συγκλητικός και διακρινόταν για την βαθιά ευσέβειά του προς τον Θεό. Είχε δύο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη. Μόλις αυτά τελείωσαν τα εγκύκλια γράμματα, τα έστειλε  στη  Βηρυττό  της  Φοινίκης,  για  να  μελετήσουν και  να  σπουδάσουν  τη  νομική  επιστήμη. Καθ’ οδόν το πλοίο με το οποίο ταξίδευαν ναυάγησε. Διασώθηκαν όμως και μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα όπου έγιναν μοναχοί. Οι  γονείς τους, Ξενοφών και Μαρία, τους  αναζήτησαν  και  πληροφορήθηκαν ότι διάγουν στην έρημο ασκητικό βίο, δόξασαν τον Θεό και αποταξάμενοι τον κόσμο, ακολούθησαν  και  αυτοί το μοναχικό  βίο.  Ο  Ξενοφών,  η γυναίκα του και  τα παιδιά τους πρόκοψαν τόσο πολύ στην αρετή και στη φιλανθρωπία, ώστε τους αξίωσε  ο Θεός να επιτελούν και  θαύματα.
Έτσι  η  θεία  αυτή  οικογένεια  έζησε  θεοφιλώς  και  κοιμήθηκε  με ειρήνη.

Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθεἰς εν τω Σταυρώ. 
Ως  γενεά  ευλογητή  τω Κυρίω, της ουρανίου ηξιώθησαν δόξης, ασκητικώς δοξάσαντες Χριστόν επί της γης, Ξενοφών ο Όσιος, και η τούτου συμβία, συν τοις αριστεύσασιν, ιεροίς αυτών τέκνοις· οὐς ευφημούντες  είπωμεν  φαιδρώς· χαίροις  Οσίων,  χορεία  τετράριθμε.

Κοντάκιον. Ήχος  δ’. Επεφάνης  σήμερον.
Εν  αυλαίς  ηγρύπνησας  ταις  του  Δεσπότου, τοις πτωχοίς  σκορπίσας σου, μάκαρ τον πλούτον ιλαρώς, συν τη συζύγω και τέκνοις σου· διο κληρούσθε  την  θείαν  απόλαυσιν.

Έτερον Κοντάκιον. Ήχος όμοιος.       
Την του  βίου  θάλασσαν διεκφυγόντες, Ξενοφών ο δίκαιος, συν τη συζύγω τη σεπτή, εν ουρανοίς συνευφραίνονται, μετά των τέκνων, Χριστόν  μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Ρίζα  αγλαόκαρπος  και  σεπτή,  Ξενοφών  εδείχθη,  συν ευνέτιδι τη σεμνή, έχοντες  ως  κλάδους, την των υιών  δυάδα,  μεθ’ ών  τω  Θεώ Λόγω,  κατηκολούθησαν.


Ανακομιδή Τιμίων Λειψάνων Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κατά την ημέρα αυτή η Εκκλησία εορτάζει την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου († 11 Νοεμβρίου) από τη νήσο  Πρίγκηπο στη μονή  Στουδίου, που έγινε κατά το έτος  844  μ.Χ., επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου Α’ (842 – 846 μ.Χ.). Το ιερό λείψανο είχε διαφυλαχθεί σώο, ακέραιο και αδιάλυτο σε τέτοιο βαθμό, ώστε  ούτε το δέρμα  να μην πάθει  την  παραμικρή  αλλοίωση. Μαζί  με το ιερό λείψανο του Οσίου Θεοδώρου μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη και  το ιερό λείψανο  του  εξορισθέντος  αδελφού  του, Ιωσήφ του Θεσσαλονίκης († 14 Ιουλίου). Και  τα  δυο  ιερά  σκηνώματα  τα απέθεσαν  δίπλα στη σωρό του μακαρίου  Πλάτωνος,  του  ηγουμένου  του  Οσίου  Θεοδώρου.

Ο Άγιος Δαυΐδ βασιλεύς της Γεωργίας

Ο  Άγιος Δαυΐδ  καταγόταν  από  τη χώρα της Γεωργίας  και βασίλευσε κατά τα έτη 1089 – 1130. Ήταν υιός του  βασιλιά της Γεωργίας, Γεωργίου του Β’ και επονομαζόταν Ισχυρός ή Επανορθωτής.        
Επί της βασιλείας του η χώρα του είχε κατακλυσθεί από τους Σελτζούκους  Τούρκους. Ο  Άγιος, επωφελούμενος από τις εσωτερικές τους έριδες και διχόνοιες, κάλεσε τον λαό στα όπλα και μετά πολλές μάχες κατέλαβε την Τυφλίδα. Αγωνίσθηκε για την Ορθόδοξη πίστη, ανήγειρε πολλούς ναούς και ανακαίνισε τους παλαιούς  και  διακρίθηκε για  την  ευσέβειά  του.