24/2/16

Εύρεσις Τιμίας κεφαλής του Αγίου Προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη

Όταν  αποκεφαλίσθηκε από τον  Ηρώδη, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος,  η  τίμια  κεφαλή αυτού τοποθετήθηκε μέσα σε αγγείο από  όστρακο και κρύφθηκε στην οικία  του  Ηρώδη. Μετά από πολλά χρόνια, ο Άγιος Ιωάννης φανερώθηκε στο όνειρο δύο μοναχών, οι οποίοι είχαν αναχωρήσει για τα Ιεροσόλυμα με σκοπό να  προσκυνήσουν  τον  τάφο  του Κυρίου, αγγέλλοντας σε αυτούς, που  βρίσκεται η τίμια κεφαλή του. Και  εκείνοι, αφού την βρήκαν, την είχαν με τιμές. Από  αυτούς  την παρέλαβε κάποιος κεραμεύς και  την μετέφερε στην πόλη των Εμεσηνών.  Όταν όμως πέθανε, την κληροδότησε στην  αδελφή του. Και από τότε διαδοχικά περιήλθε σε πολλούς, για να καταλήξει  στα  χέρια  κάποιου ιερομονάχου αρειανού που ονομαζόταν Ευστάθιος και φύλαξε την τίμια κάρα σε σπήλαιο. Από εκεί μεταφέρθηκε, επί Ουάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στο Παντείχιον της Βιθυνίας  μέχρι  που  ο  Θεοδόσιος ο  Μέγας (379 – 395 μ.Χ.)  ανεκόμισε  αυτή  στο  Έβδομο της  Κωνσταντινουπόλεως,  όπου  ανήγειρε  μέγα  και  περικαλλέστατο  ναό.
Βέβαια περί της ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου υπάρχουν  και  άλλες αντιφατικές παραδόσεις. Κατ’ άλλη  εκδοχή  η τίμια κάρα  ευρέθηκε  στην  Έμεσα  το  έτος 458 μ.Χ., επί βασιλέως Λέοντος Α’ (457 – 474 μ.Χ.), ενώ άλλοι δέχονται ότι αυτή  ευρέθηκε το  έτος  760 μ.Χ. και  μεταφέρθηκε στο ναό  του  Αγίου  Ιωάννου  του  Προδρόμου  στην Έμεσα. Από  εκεί  μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επί  βασιλείας  Μιχαὴλ Γ’ (842 – 867 μ.Χ.)  και  πατριαρχίας  Ιγνατίου.
Περί των ιερών λειψάνων του Τιμίου  Προδρόμου  βρίσκουμε  ειδήσεις  και  σε  διάφορους χρονογράφους. Ο Ζωναράς  αναφέρει ότι  το   έτος  968  μ.Χ.  ο  Νικηφόρος  Φωκάς  βρήκε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας «βόστρυχον του Βαπτιστού Ιωάννου αίματι  περφυμένον», που μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη. Πέντε δε χρόνια νωρίτερα, κόμισε στην Κωνσταντινούπολη από τη Βέροια της Συρίας, περί τον Απρίλιο του έτους 963 μ.Χ., μέρος του ιματίου του Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία ο Νικηφόρος Φωκάς βρήκε στην Κρήτη «το ένδυμα του Προφήτου εκ τριχών  καμήλου  τυγχάνον και  περί  τον  τράχηλον  ημαγμένον».          
Η Σύναξη της ευρέσεως της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ετελείτο στο Προφητείο του, που βρισκόταν στην τοποθεσία την ονομαζόμενη Φωρακίου.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ  γης ανατείλασα, η του Προδρόμου Κεφαλή,  ακτίνας  αφίησι,  της  αφθαρσίας πιστοίς των ιάσεων· άνωθεν συναθροίζει, την πληθύν των Αγγέλων, κάτωθεν συγκαλείται,  των ανθρώπων  τα  γένη,  ομόφωνον  αναπέμψαι,  δόξαν  Χριστώ  τω  Θεώ.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.  
Προφήτα Θεού, και Πρόδρομε  της  χάριτος,  την  Κάραν  την  σην,  ως  ρόδον  ιερώτατον, εκ της γης ευράμενοι, τας ιάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, και γαρ πάλιν ως πρότερον, τω κόσμω  κηρύττεις  την  μετάνοιαν.



Μεγαλυνάριον.
Ώσπερ μυροθήκη πνευματική, εκ γης ανεφάνη, σου η πάντιμος Κεφαλή, Βαπτιστά Κυρίου, και  κόσμον  κατευφραίνει,  της  ηδυπνόου  δόξης  ταις  διαδόσεσι.

Ο Όσιος Έρασμος εκ Ρωσίας

Ο  Όσιος Έρασμος γεννήθηκε στη Ρωσία από πλούσιους και επιφανείς γονείς. Όταν, μία μέρα, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, άκουσε τον διάκονο να προσεύχεται  για  εκείνους  που  αγαπούν  την  ευπρέπεια  του οίκου του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου  των  Σπηλαίων  της Λαύρας του Κιέβου. Έπειτα  έγινε  και  ο  ίδιος  μοναχός εκεί  και  άρχιζε  να  στολίζει  τον  εαυτό  του  με  τις  αρετές  του  Αγίου  Πνεύματος.
Όμως  ο  διάβολος  έστησε  μία  ολέθρια  παγίδα  στον  Όσιο. Όταν  πια  όλα  τα  πλούτη του είχαν χρησιμοποιηθεί για την Εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφθηκε  ότι  μάταια τα ξόδεψε γι’ αυτό τον σκοπό και  ότι έπρεπε να τα μοιράσει στους πτωχούς. Ο  Όσιος  δεν  κατάλαβε πως οι λογισμοί  αυτοί  ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου, ούτε η συμπαράσταση  και  οι  συμβουλές  των  αδελφών  στάθηκαν  ικανές  να  τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα για μοναχό. Σπαταλούσε τον χρόνο του μοναχικού βίου του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς  προσευχή,  χωρίς  υπακοή,  βυθισμένος  στην  ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.

Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον ερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και  άρχισαν να προσεύχονται. Ο φιλάνθρωπος  Κύριος  δεν  άφησε  να  πάνε χαμένοι οι  προηγούμενοι κόποι  και  οι αρετές  του δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, να ασθενήσει. Ο  Όσιος έφθασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά ημέρες ήταν αναίσθητος, μην μπορώντας να πάρει τροφή  ή να επικοινωνήσει  με  κανένα. Την  όγδοη  ημέρα  ο  ηγούμενος  κάλεσε  όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Εκείνη την στιγμή όμως, ο ετοιμοθάνατος Έρασμος, συνήλθε, ανασηκώθηκε, κάθισε στο κρεβάτι και είπε προς τους πατέρες: «Αδελφοί, είμαι αμαρτωλός και  έζησα  ράθυμα. Ο  θάνατος  με  βρήκε  αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το  τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οι  Όσιοι Πατέρες  μας  Αντώνιος  και  Θεοδόσιος  και  μου  είπαν  ότι  προσευχήθηκαν  για  μένα στον  Κύριο.  Και  Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, μου  χάρισε  καιρό  μετανοίας. Μετά είδα  και  την  Κυρία  Θεοτόκο, η  οποία  μου  είπε  ότι,  επειδή  στόλισα  την  Εκκλησία της  και  την πλούτισα με  ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε για μένα στον  Υιό  της και  σε τρεις ημέρες θα με πάρει κοντά της, επειδή  αγάπησα την ευπρέπεια του οίκου αυτής».  
Έτσι,  μετά  τρεις  ημέρες  ο  Όσιος  Έρασμος,  το  έτος  1160,  κοιμήθηκε  ειρηνικά.

23/2/16

Ο Άγιος Πολύκαρπος ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Σμύρνης

Ο  Άγιος  Ιερομάρτυς  Πολύκαρπος γεννήθηκε περί το 80 μ.Χ. από ευσεβείς  και  φιλόθεους γονείς, τον Παγκράτιο  και  τη  Θεοδώρα, που είχαν  εγκλειστεί  στη  φυλακή  για την πίστη του Χριστού, και βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε  μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, μαθητή του Ευαγγελιστού Ιωάννη. Λίγο πριν αναχωρήσει από τον πρόσκαιρο αυτό βίο ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης ( 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετά  των  Αγίων  Αποστόλων, ως  διάδοχό  του, τον  Άγιο  Πολύκαρπο  και  μετά  κοιμήθηκε  μὲ  ειρήνη.
Ο  Άγιος  παρακολούθησε  με αγωνία  και  προσευχή τη σύλληψη  του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επισκόπου Αντιοχείας και τα μαρτύρια αυτού. Η αγάπη του προς  τον  θεοφόρο  Πατέρα  μαρτυρείται  και  από την Επιστολή  την οποία  έγραψε  προς  τους  Φιλιππησίους. Σε αυτή  την επιστολή  τους συγχαίρει για την φιλοξενία, την οποία παρείχαν στον Άγιο  Ιγνάτιο, όταν  αυτός  διήλθε  από  την  πόλη τους. Το  κείμενο  αυτό του  Αγίου  Πολυκάρπου  διακρίνεται  για  τον  αποστολικό, θεολογικό  και  ποιμαντικό  χαρακτήρα  του.
Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη  διδασκαλία του  Ευαγγελίου, καθώς μιλούσε  πάντα σύμφωνα με τις Γραφές. Ήταν ο γνησιότατος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας. Ο Άγιος Ειρηναίος παρέχει την πληροφορία ότι ο Άγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε  πολλούς  από  τις αιρέσεις  του  Βαλεντίνου  και του Μαρκίωνος στην Εκκλησία του Θεού. Διηγείται μάλιστα και ένα επεισόδιο αναφερόμενο στη στάση του Αγίου Πολυκάρπου έναντι του Μαρκίωνος. Όταν ο αιρεσιάρχης αυτός τον πλησίασε κάποτε και του απηύθυνε  την παράκληση:  «επεγίνωσκε  ημάς», δηλαδή  αναγνώρισέ μας, ο Άγιος απάντησε: «επιγινώσκω, επιγινώσκω σε τον πρωτότοκον του Σατανά».
Ένα άλλο επεισόδιο ανάγεται στη γεροντική  ηλικία του Αγίου Πολυκάρπου. Όπως είναι γνωστό, οι Εκκλησίες της Μικράς Ασίας εόρταζαν το  Πάσχα  στις  14 του  μηνός  Νισσάν, σε  οποιαδήποτε  ημέρα και  αν  τύχαινε αυτό. Αντίθετα οι άλλες Εκκλησίες δεν εόρταζαν καθόλου το Πάσχα, αλλά  αρκούνταν στον εβδομαδιαίο  κατά  Κυριακή εορτασμό  της Αναστάσεως, τονίζοντας ασφαλώς περισσότερο τον εορτασμό της πρώτης Κυριακής μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Επειδή  λόγω της διαφοράς αυτής η  Εκκλησία  της  Ρώμης τηρούσε αυστηρή  στάση  έναντι  των  Μικρασιατών, ο  Άγιος Πολύκαρπος  αναγκάσθηκε να  μεταβεί  στη  Ρώμη, για  να  διευθετήσει το  ζήτημα και  άλλα δευτερεύοντα θέματα, με τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο.
Μετά  την επιστροφή του  από  την  Ρώμη, υπέργηρος  πλέον, συνέχισε την  αποστολική  δράση  του  με  τόση  επιτυχία, ώστε προκάλεσε την οργή  των  ειδωλολατρών. Αυτή  η προδιάθεση ήταν φυσικό να προκαλέσει  το μαρτύριό του, που ακολούθησε την εξής πορεία. Ο Κόϊντος, ζηλωτής  Χριστιανός, ο  οποίος  ήλθε  στη  Σμύρνη  από  τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο  Στάτιο  Κοδράτο, για  να  δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά  τους  καὶ  την  πίστη  τους  στον  Χριστό, πράγμα το  οποίο φυσικά  προοιώνιζε θάνατο. Τελικά  μαρτύρησαν όλοι, εκτός  από  τον Κόϊντο, ο  οποίος  δειλιάσας  την  τελευταία  στιγμή, θυσίασε  στα  είδωλα. Ο  όχλος, αν  και  θαύμασε την γενναιότητα  των  Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και  να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, ο οποίος πιεζόμενος από τους Χριστιανούς είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Τελικά ο Άγιος συνελήφθη το έτος 167 και οδηγήθηκε ενώπιον  του  ανθυπάτου.
Ο  γηραιός  Επίσκοπος  δεν  ταράχθηκε. Το πρόσωπό  του  ήταν  γαλήνιο και λαμπερό. Ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν  να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο  Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι  υπηρετεί  τον  Χριστό  επί 86 έτη  χωρίς  καθόλου  να  Τον εγκαταλείψει. Πως  μπορούσε  λοιπόν  τώρα να Τον  βλασφημήσει  και  να  Τον  αρνηθεί;  Ο  ανθύπατος  τότε  διέταξε να  τον ρίξουν στην  φωτιά. Ο  Γέρων Πολύκαρπος  αποδύθηκε  μόνος  τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο του αγαπητού και ευλογητού παιδός Σου Ιησού  Χριστού Πατήρ, δι’ Ού την περί Σου επίγνωσιν ειλήφαμεν,  ο Θεός των αγγέλων  και δυνάμεων, και πάσης της κτίσεως, και παντός του γένους των δικαίων, οί ζώσιν  ενώπιόν  Σου, ευλογώ Σε, ότι ηξίωσάς με της ημέρας και ώρας ταύτης του λαβείν με μέρος  εν αριθμώ των μαρτύρων Σου, εν τω ποτηρίω του  Χριστού Σου, εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχής τε και  σώματος, εν αφθαρσίᾳ Πνεύματος Αγίου, εν οίς προσδεχθείην ενώπιόν Σου σήμερον εν θυσίᾳ  πίονι  και  προσδεκτή, καθώς  προητοίμασας  και  προσεφανέρωσας και  επλήρωσας  ο  αψευδής  και  αληθινός  Θεός. Δια τούτο και  περί πάντων  αινώ Σε, ευλογώ Σε, δοξάζω Σε, συν τω αιωνίω και επουρανίω Ιησού  Χριστώ,…».
Η  φωτιά  σχημάτισε γύρω  από  το  σώμα  του  Αγίου Πολυκάρπου καμάρα  χωρίς  να  τον  αγγίζει. Τότε στρατιώτης  εκτελεστής  τελείωσε τον  Άγιο  Μάρτυρα  δια  του ξίφους. Έπειτα  το  Ιερό λείψανο  ρίφθηκε στην φωτιά, οι δε πιστοί συνέλεξαν τα ιερά λείψανα αυτού.
Η  Σύναξη  του  Αγίου  Πολυκάρπου  ετελείτο  στη  Μεγάλη  Εκκλησία.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ  προκατάλαβε.           
Την κλήσιν τοις έργοις σου, επισφραγίσας σοφέ, ελαία κατάκαρπος, ώφθης  εν οίκω Θεού, Πολύκαρπε ένδοξε· συ γαρ ως  Ιεράρχης, και στερρός Αθλοφόρος, τρέφεις την  Εκκλησίαν, λογική  ευκαρπία, πρεσβεύων  Ιερομάρτυς, υπέρ  των  ψυχών  ημών.


Κοντάκιον.  Ήχος  α’. Χορός  Αγγελικός.     
Καρπούς τους λογικούς, τω Κυρίω  προσφέρων,  Πολύκαρπε  σοφέ, αρετών δι’ ενθέων, εδείχθης αξιόθεος, Ιεράρχα μακάριε, όθεν σήμερον, οι φωτισθέντες σοις λόγοις,  ανυμνούμέν σου, την  αξιέπαινον  μνήμην, Θεόν μεγαλύνοντες.



Μεγαλυνάριον.
Φοίνιξ ανεδείχθης καρποτελής, ως  καρποφορίαν,  περιφέρων  θεουργικήν, την των Αποστόλων,  αμέσως  κοινωνίαν,  δι’ ής  εκτρέφεις  κόσμον, Πάτερ Πολύκαρπε.

Οι Όσιοι Ζεβινάς, Πολυχρόνιος, Δαμιανός και Μωϋσής

Ο  Όσιος  Ζεβινάς  έστησε  το  ασκητήριό  του  σε  όρος  και  εκεί  ασκήτεψε  με  προσευχή  και  νηστεία.  Κοντά  του  προσήλθε  και  ο  Όσιος  Πολυχρόνιος,  ο  οποίος μιμήθηκε  τον  Όσιο  διδάσκαλό  του  στην  αδιάλειπτη  προσευχή  και  εγκράτεια.
Οι  Όσιοι Δαμιανός και Μωϋσής υπήρξαν μαθητές του Οσίου Πολυχρονίου. Στο Συναξάρι  αναφέρεται,  ότι  ο  Όσιος  Μωϋσής  κατοίκησε  στο  κελί  του  Γέροντός  του, ενώ  ο  Όσιος Δαμιανός  πήγε στην κωμόπολη Νιαρά, όπου κοντά  στα αλώνια  βρήκε έναν  έρημο  οικίσκο  και  έζησε  σαν ερημίτης.

Οι  Όσιοι  και  Θεοφόροι  Πατέρες  μας, κοιμήθηκαν  με  ειρήνη. 

22/2/16

Εύρεσις Τιμίων Λειψάνων Αγίων Αποστόλων Ανδρονίκου και Ιουνίας

Τα ιερά λείψανα ευρέθηκαν επί βασιλείας του Ηρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) και Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θωμά Α’ (607 – 610 μ.Χ.) κείμενα στη γη. Μετά  δε από  αρκετό χρόνο αποκαλύφθηκε  με θεία επιφάνεια  στον  κληρικό  Νικόλαο, που  ήταν καλλιγράφος, ότι τα ιερά  λείψανα  ανήκαν στους Αγίους  Αποστόλους  Ανδρόνικο και Ιουνία, τους οποίους ο Απόστολος  Παύλος  μνημονεύει  στην  προς  Ρωμαίους  επιστολή του.


Απολυτίκιον. Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.     
Ως ρόδα νοητά, και χαρίτων ταμεία, εφάνησαν εκ γης, τα σεπτά υμών σκηνή, πανένδοξοι Μάρτυρες,  Εκκλησίας  εδραίωμα,  διαπνέοντα, των  ιαμάτων την χάριν, και παρέχοντα,  οσμήν  ζωής  τοις  εκ  πόθου,  υμάς  μακαρίζουσι.


Κοντάκιον. Ήχος πλ. β’. Την υπέρ ημών.     
Αθλοφορικήν, εκφαίνοντα ευκληρίαν, και πνευματικήν, εκπνέοντα ευωδίαν, ανεφάνησαν γήθεν υμών νυν τα λείψανα, Αθλοφόροι παναοίδιμοι, των Αγγέλων ομοδίαιτοι,  και  Χριστού  κήρυκες  ένθεοι· όν  δυσωπείτε  θερμώς,  του  σωθήναι  ημάς.



Μεγαλυνάριον.
Ήνθησαν ως κρίνα μυροβαφή, τα λείψανα ήδη, εν τω κόσμω υμών σεπτώς, και της αφθαρσίας,  τη  νοητή  ευπνοία,  Μάρτυρες  του  Κυρίου,  ημάς  ευφραίνουσι.

Η Αγία Ανθούσα μετά των δώδεκα οικετών αυτής

Η  Αγία  Μάρτυς  Ανθούσα  ή  Άνθουσα  μετά  των  δώδεκα  οικετών  αυτής, ετελειώθησαν  δια  ξίφους.           
Δεν  έχουμε  περισσότερες  λεπτομέρειες  για  τον  βίο  της  Αγίας.

Ο Άγιος Συνετός ο Μάρτυρας

Ο  Άγιος  Μάρτυρας  Συνετός  τελειώθηκε  δια  ξίφους. Ίσως  να  πρόκειται  περί  του  Αγίου  Συνετού, του  οποίου  η  μνήμη  τιμάται  στις  12  Δεκεμβρίου.

Οι Άγιοι Εννέα Μάρτυρες της Κολά εν Γεωργία

Το  μαρτύριο των εννέα παιδομαρτύρων έγινε τον 6ο αιώνα μ.Χ. στη Γεωργία.
Σε ένα μεγάλο χωριό  της νοτιοδυτικής Γεωργίας, στην πεδιάδα Κολά, όπου βρίσκονται οι πηγές του ποταμού Κύρου, ζούσαν ελάχιστοι Χριστιανοί. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Τα παιδιά  των Χριστιανών έπαιζαν με τα παιδιά των ειδωλολατρών και μόλις ο ιερεύς κτυπούσε την καμπάνα για τον Εσπερινό, άφηναν το παιχνίδι και έτρεχαν στην Εκκλησία. Τα ακολουθούσαν όμως πάντοτε εννέα  από  τα παιδιά  των  ειδωλολατρών: ο Γουαράμ, ο Μπακάρ, ο Βάτσε, ο Μπατζίμι, ο Τάτσι, ο  Τζουανσέρι, ο Ραμάζι  και  ο  Παρσμάν. Μα σαν έφθασαν στην πύλη του ναού, οι Χριστιανοί  δεν ἐπέτρεπαν σε αυτά να  εισέλθουν  στο ναό. Αυτό  έγινε αρκετές  φορές. Τα παιδιά  επέμεναν και  αποφάσισαν να  βαπτισθούν  Χριστιανοί.
Ο  ιερεύς του χωριού, ένας  σεβάσμιος  και  άγιος  λευΐτης, τα  κατήχησε και  τα  δίδαξε τις ευαγγελικές εντολές. Δεν τολμούσε όμως να τα βαπτίσει  την ημέρα, διότι φοβόταν τους ειδωλολάτρες. Μία νύχτα, λοιπόν, τα  πήρε  μαζί του και τα οδήγησε στον ποταμό. Πολλοί Χριστιανοί  τον ακολούθησαν. Την εποχή εκείνη το ποτάμι ήταν παγωμένο.  Μα  μόλις τα παιδιά  μπήκαν  μέσα, για  να  βαπτισθούν, το νερό, με τη  δύναμη του  Θεού, έγινε ζεστό. Το  εξαίσιο αυτό  θαύμα  το ακολούθησε ένα άλλο θαυμαστό γεγονός: Άγγελοι από τον ουρανό κατέβηκαν  και  να  ένδυσαν  με  λευκούς  χιτώνες.

Την  επόμενη  ημέρα  οι  ειδωλολάτρες  γονείς αναζήτησαν τα  παιδιά τους. Τα  βρήκαν  στα  σπίτια των Χριστιανών  και  πληροφορήθηκαν τι είχε  συμβεί. Έγιναν  έξαλλοι  και  οργίσθηκαν. Άρχισαν  να  τα   κτυπούν και  να  προσπαθούν  να  τα  πείσουν να  αρνηθούν  τον  Χριστό. Εκείνα όμως  ομολογούσαν  με  αθῳότητα και  ανδρεία την πίστη τους στον Κύριο.
Έτσι αποφάσισαν να τα φονεύσουν, προς παραδειγματισμό και των υπολοίπων  συγχωριανών τους. Με επικεφαλής τον ηγεμόνα πήγαν κοντά  στον  ποταμό  και  έσκαψαν ένα  βαθύ  λάκκο, όπου  έριξαν  μέσα τους  μικρούς  Αγίους. Ήσαν  όλοι  από  επτά  μέχρι  εννέα  χρόνων.