22/9/15

Ο Άγιος Φωκάς ο Ιερομάρτυρας ο Θαυματουργός

Πατρίδα  του  ήταν  η  Σινώπη  του  Ευξείνου  Πόντου.
Οι  γονείς του Πάμφυλος και  Μαρία  μεταλαμπάδευσαν  στον  Φωκά  από την  παιδική  του  ηλικία  την  φλόγα  της  αγνής  πίστης τους  και  την θερμή  ευσέβειά  τους.
Ο  Φωκάς  από  μικρό  παιδί  εντρυφούσε στην  ανάγνωση   των  Γραφών, και  εκείνο  που  ιδιαίτερα  τον διέκρινε ήταν η θερμή και ειλικρινής αγάπη που  είχε προς το Θεό, αλλά και  προς  τους  συνανθρώπους  του. Διότι  οδηγό   στην  αγάπη  του  αυτή  είχε  πάντα  τα  θεόπνευστα  λόγια της  Αγίας  Γραφής:  «Ο  αγαπών  τον  αδελφόν  αυτού  εν  τω  φωτί μένει,... ο  δε μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστι». Εκείνος, δηλαδή, που αγαπά τον αδελφόν του, μένει μέσα στο πνευματικό και ηθικό  φως. Ενώ  αντίθετα, εκείνος  που  μισεί  τον  αδελφό του, μένει μέσα  στο  πνευματικό  και  ηθικό  σκοτάδι.
Ο Φωκάς, λοιπόν, με την αγάπη που τον διέκρινε, έγινε επίσκοπος Σινώπης και κήρυττε άφοβα το  Ευαγγέλιο. Με  τα  θαύματα  δε, που  τον αξίωσε ο  Θεός να πράττει, κατόρθωσε να φέρει πολλούς  ειδωλολάτρες στην αληθινή πίστη.      
Τελιά  μαρτύρησε  επί  Τραϊανού, αφού  τον  έριξαν  μέσα σε καυτό λουτρό.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Ἐκ βρέφους τοῦ Πνεύματος, ὀφθεὶς δοχεῖον λαμπρόν, θαυμάτων ἐπλούτησας, τὴν παρ’ αὐτοῦ δωρεάν, Φωκᾶ ἱερώτατε· ὅθεν ἱερουργήσας, τῷ Σωτῆρι ὁσίως, ἔπιες ἐν ἀθλήσει, τὸ ποτήριον τούτου· ᾧ πρέσβευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.   
Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν πλουσιόδωρον χάριν, ὡς πηγὴν θεόβρυτον, ἐν τῇ ψυχῇ κεκτημένος, ἔσβεσας, πόνων ἱδρῶσι πλάνης τὴν φλόγα, βρύεις δὲ, θαυμάτων ῥεῖθρα τοῖς ἐκβοῶσι· χαίροις κλέος Ἱερέων, καὶ τῶν Μαρτύρων Φωκᾶ μακάριε.


Μεγαλυνάριον.
Τοῦ Εὐαγγελίου μυσταγωγός, ἱερῶν θαυμάτων, θεοδόξαστος αὐτουργός, Ἐκκλησίας στῦλος, Φωκᾶ Ἱερομάρτυς, ἐδείχθης διασώζων, τοὺς προσιόντας σοι.


21/9/15

Ο Άγιος Κοδράτος ο Απόστολος ο εν Μαγνησία

Τα  θεόπνευστα  λόγια  του  Αποστόλου  του Θεού, Πέτρου, συμβουλεύουν: «Έτοιμοι αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον  περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραΰτητος και φόβου», που σημαίνει, να είστε πάντοτε έτοιμοι για να απολογηθείτε και  να υπερασπίσετε την  αλήθεια  του  Ευαγγελίου  στον  καθένα  που  σας  ζητά   λόγο και  απόδειξη γι’ αυτά που  ελπίζετε να  απολαύσετε  στο  μέλλον, και  για τα οποία  μας  περιγελούν  οι  άπιστοι.  Να  απολογηθείτε  όμως,  χωρίς  εξάψεις  και   φανατισμό,  αλλά  με  πραότητα  και  με  φόβο  Θεού.
Ένας  τέτοιος  μέγας απολογητής ήταν και  ο  απόστολος Κοδράτος. Άνδρας σεμνός, σοφός, πολυμαθέστατος και  με άριστη διαλεκτική ικανότητα. Έγινε  επίσκοπος  Αθηνών,  στην  πόλη  που  ανθούσαν  ακόμα οι  διάφορες  φιλοσοφικές σχολές και  χρειαζόταν  επίσκοπος με μεγάλη  απολογητική  ικανότητα.
Ο  Κοδράτος  έχοντας  αυτά  τα  προσόντα,  εργάστηκε  με  ζήλο, προσευχή  και  πραότητα. Έτσι  κατάφερε να  φωτίσει  σε πολλούς  τον δρόμο της Αλήθειας και  να φιμώσει τους  φιλοσοφούντες. Αυτοί, μη μπορώντας  να  τον  αντιμετωπίσουν  με  λόγια, τον  έδιωξαν  με  τη  βία από  την Αθήνα.           
Το  φρόνημα, όμως, του  Κοδράτου  δεν  κάμφθηκε.  Πήγε  στην  Μαγνησία  της  Μ. Ἀσίας, όπου με παρρησία κήρυξε και εκεί το Ευαγγέλιο. Έγραψε, μάλιστα, και  απολογία για το  χριστιανισμό  στον Αδριανό. Η  απάντηση  του  Αδριανού  ήταν να τον φονεύσει. Έτσι  ο μέγας  απολογητής  πήρε  το  στεφάνι  του  μαρτυρίου.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.          
Σοφίας ταῖς ἀκτῖσι φαιδρύνας σου τὸν βίον, εἴλκυσας τοῦ Πνεύματος μάκαρ τὴν πυρίπνοον χάριν, καὶ ηὔγασας δόγματα ζωῆς, Κοδρᾶτε ὡς Ἀπόστολος Χριστοῦ· διὰ τοῦτο ὡς φωστῆρά σε ἀπλανῆ, γεραίροντες ἐκβοῶμεν· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.          
Ὡς Ἱεράρχην τίμιον, καὶ Ἀθλητὴν στερρότατον, ἡ οἰκουμένη προσάγει σοι Κύριε, Κοδρᾶτον τὸν Ἀπόστολον· καὶ τοῖς ὕμνοις γεραίρει τὴν σεπτὴν αὐτοῦ μνήμην, αἰτοῦσα πάντοτε πταισμάτων ἄφεσιν, δι’ αὐτοῦ δωρηθῆναι, τοῖς μέλπουσι τοῦτον Εὔσπλαγχνε.


Μεγαλυνάριον.
Ἱερῶν δογμάτων ὑφηγητά, στόμα εὐσεβείας, πνευματέμφορον καὶ τερπνόν, κοινωνὲ Μαρτύρων, Ἀπόστολε Κοδρᾶτε, μετάδος τῇ ψυχῇ μου, ἐκ τῆς σῆς χάριτος.


Ο Προφήτης Ιωνάς

Έζησε  επί  των  βασιλέων  Αμασίου  και  Ιεροβοάμ.  Ήταν  γιος  του Αμαθί  και  είχε  πατρίδα  την  Γεχθοφέρ,  της  φυλής  Ζαβουλών.
Ο Ιωνάς ήταν αυτός, που με θεία νεύση ενθάρρυνε τον Ιεροβοάμ σε πόλεμο  κατά  του  άρχοντα  της  Συρίας, που κατέληξε σε νίκη του Ισραήλ  και  αποκατάσταση  των  συνόρων  του.
Ο Ιωνάς  φέρεται  στην  Παλαιά  Διαθήκη, πέμπτος  μεταξύ  των  μικρών λεγόμενων  προφητών. Βρίσκουμε  δε  γι’ αυτόν  στο  ομώνυμο  βιβλίο, που κυρίως τον έκανε γνωστό λόγω της ιερής δραματικότητός του. Ο Κύριος τον είχε διατάξει να πάει στη Νινευή, έδρα πλάνης μάταιων καλλωπισμών  και  οργίων, για να κηρύξει  σ’ αυτήν  και  να  προφητέψει την καταστροφή της. Ο Ιωνάς όμως, αποφάσισε να λησμονήσει την διαταγή του Θεού, και έκρινε καλό να πάει σε μία άλλη πόλη, στους Θαρσείς.
Ξεκίνησε  λοιπόν  το  ταξίδι του με πλοίο, αλλά στ’ ανοιχτά έπιασε μεγάλη τρικυμία. Τότε έριξαν  κλήρο,  για  να  δουν  ποιος είναι υπεύθυνος  του κακού που  τους  βρήκε. Και  ο  κλήρος  έπεσε  στον  Ιωνά, που  είχε παρακούσει την διαταγή του Θεού. Τότε τον έριξαν στη θάλασσα  και  η  τρικυμία  σταμάτησε. Αλλά   και  τον  Ιωνά,  τον  κατάπιε ένα  μεγάλο  κήτος  χωρίς  να τον  φάει  και  μετά  τρεις  μέρες  και  νύκτες τον  έβγαλε  στην  ξηρά  σώο  και  αβλαβή.
Τότε ο  Ιωνάς πήγε στη  Νινευή, προφήτεψε ότι του  είπε ο  Θεός  και  οι Νινευΐτες  μετάνιωσαν, νήστεψαν  40  μέρες  και  έτσι  η πόλη τους σώθηκε απ’ την  καταστροφή. Διότι  η  μετάνοια  φέρει  την  αγαθότητα του Θεού, πάνω από τη δικαιοσύνη Του.  
Ο  Ιωνάς  πέθανε  στη  γη  Σαραάρ,  κοντά  στη  βελανιδιά  της  Δεβόρας και  τάφηκε μέσα σε  σπηλιά. Βέβαια άλλα γεγονότα της  ζωής του μαθαίνουμε  στην  Π.Δ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.          
Σάλπιγξ εὔηχος, θείων κριμάτων, κόσμῳ πέφηνας, ἀναφωνοῦσα, Ἰωνᾶ τοῖς Νινευΐταις μετάνοιαν· καὶ συσχεθεὶς ἐν τῷ κήτει προέγραψας, τὴν τοῦ Σωτῆρος τριήμερον ἔγερσιν· ὅθεν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Ἐν κοιλίᾳ ἔνδοξε, τριημερεύσας τοῦ κήτους, τοῦ Χριστοῦ τὴν κάθοδον, τοῖς ἐν τῷ Ἅδῃ προφαίνεις· πάθος γάρ, δεχθεὶς σαρκὶ ἑκὼν ὁ Δεσπότης, ἔλαμψεν, ἀπὸ τοῦ μνήματος τριημέρως· διὰ τοῦτό σε Προφῆτα, ὡς τύπον τούτου, Ἰωνᾶ μέλπομεν.



Μεγαλυνάριον.
Βροντὴ οὐρανία τῇ Νινευΐ, ἡ φωνή σου ὤφθη, μετανοίας τὰς ἀπαρχάς, ταύτῃ προξενοῦσα, ὦ Ἰωνᾶ Προφῆτα, καὶ παύουσα κακίας, ὁρμὴν τὴν ἄσχετον.


20/9/15

ομιλία στην Κυριακή μετά την Ύψωση, που έγινε στις 20-9-2015 στη Μελίτη ...

Ο Άγιος Ευστάθιος και οι συν αυτώ

Ήταν αρχικά ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Πλακίδας. Ήταν αρχιστράτηγος  στο  ρωμαϊκό  στρατό  επί  αυτοκρατορίας  Τραϊανού.
Όταν  ο  Χριστός  παρουσιάσθηκε  μπροστά  του  μια  μέρα  στο  δάσος  με την  μορφή  ελαφιού, ο  Ευστάθιος  πίστεψε  και  βαπτίσθηκε  μαζί  με την σύζυγό  του  Θεοπίστη  και  τα  παιδιά  τους,  Αγάπιο  και  Θεόπιστο.
Μόλις πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας ότι ο αξιωματικός του έγινε χριστιανός, τον απέμπεψε από το στρατό και  τον  εξόρισε μαζί  με την οικογένειά του. Μάλιστα, στον δρόμο για την εξορία ο Ευστάθιος χωρίσθηκε  από  την  σύζυγό  του  και  τα  παιδιά  του.
Έπειτα  από  κάποια  χρόνια,  ο  Τραϊανός  χρειάσθηκε  ξανά  την πολύτιμη προσφορά του  Ευσταθίου  και  τον  ανακάλεσε  στο  στράτευμά του. Οι  πολεμικές ικανότητες του  Αγίου  χάρισαν στον αυτοκράτορα μεγάλες νίκες. Μάλιστα ο Ευστάθιος σε μία από τις εκστρατείες του βρήκε  ξανά  την  οικογένειά του, η  οποία όλα αυτά  τα χρόνια είχε περάσει πολλές κακουχίες.  
Λίγο καιρό  αργότερα ο  Ανδριανός, διάδοχος  του  Τραϊανού,  ζήτησε  από τον  Ευστάθιο  να  παραστεί  σε θυσία που θα γινόταν σε ειδωλολατρικούς θεούς. Ο Ευστάθιος αρνήθηκε και ο αυτοκράτορας διέταξε να τον θανατώσουν, κλείνοντάς τον σε πυρακτωμένο χάλκινο βόδι.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.         
Ἀγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς εὐσέβειαν ἔνδοξε, τῇ τοῦ σοὶ ὀφθέντος δυνάμει, δι’ ἐλάφου Εὐστάθιε, ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς, καὶ ἤστραψας ἐν ἄθλοις ἱεροῖς, σὺν τῇ θείᾳ σου συμβίω καὶ τοῖς υἱοῖς, φαιδρύνων τοὺς βοῶντάς σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δείξαντί σε ἐν παντί, Ἰὼβ παμμάκαρ δεύτερον.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς ἀνδρείας τοῦ Ἰὼβ ἔμψυχον ἄγαλμα
Καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνόν καὶ ἀκροθίνιον
Ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε Ἀθλοφόρε.
Ὡς ὁ Παῦλος γὰρ θεόκλητος γενόμενος
Ἐμεγάλυνας τὸν Λόγον δι’ ἀθλήσεως·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Μάρτυς Εὐστάθιε.


Μεγαλυνάριον.
Οὐρανόθεν μάκαρ καταυγασθείς, στήλη τῆς ἀνδρείας, ἀνεδείχθης ἐν πειρασμοῖς, καὶ πανοικεσίᾳ, Εὐστάθιε ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας, ἀξίως ἔτυχες.


19/9/15

Οι Άγιοι Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων

Μαρτύρησαν  επί  βασιλέως  Πρόβου  και διοικητού Αντιοχείας Ηλιοδώρου (278 μ.Χ.).
Όταν  λοιπόν  ο  Τρόφιμος  με  τον  Σαββάτιο  βρέθηκαν  στην  Αντιόχεια και  είδαν  τα  πολυποίκιλα  αμαρτωλά  όργια  που  γίνονταν  προς  τιμήν του Απόλλωνα, δεν συγκρατήθηκαν και αποδοκίμασαν δημόσια την αμαρτωλή  αυτή  παραφροσύνη.
Βέβαια, γρήγορα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Θαρραλέα δήλωσαν πως είναι χριστιανοί. Τότε ο ηγεμόνας  Ηλιόδωρος διέταξε και τους μαστίγωσαν ανελέητα. Τόσο, που οι σάρκες τους κόβονταν  κομμάτια. Εκεί  ο  Σαββάτιος  άφησε  την  τελευταία  του  πνοή.
Ο  δε Τρόφιμος  οδηγήθηκε σε άλλο  σκληρότερο  ηγεμόνα, τον  Διονύσιο Περώννιο.  Αυτός,  αφού  τον  έγδαρε με σιδερένια νύχια, μισοπεθαμένο τον έριξε στην φυλακή. Εκεί τον επισκέφθηκε κάποιος, βουλευτής, ο Δορυμέδων, που  είδε το μαρτύριό του και  στερεώθηκε  στην  πίστη  του Χριστού. Όταν το έμαθε αυτό ο ηγεμόνας, βασάνισε σκληρά τον Δορυμέδοντα. Έπειτα, έριξε και  τους  δυο  τροφή  στα θηρία, μέσα στο αμφιθέατρο. Αλλά  η πεινασμένη  αρκούδα  και  η  αιμοβόρα  λεοπάρδαλη στάθηκαν στα πόδια τους σαν ήμερα αρνιά. Το ίδιο και  το  αγριεμένο λιοντάρι  που  ελευθέρωσαν  αργότερα.
Για να πληρωθεί έτσι ο λόγος του Θεού: «οι δια πίστεως... έφραξαν στόματα λεόντων». Αυτοί, δηλαδή  οι Άγιοι, επειδή είχαν  μεγάλη  και συνειδητή  πίστη, βούλωσαν  και  έφραξαν  στόματα  λιονταριών.
Όταν  λοιπόν  είδαν  ότι  δεν τους  άγγιξαν  τα θηρία, αμέσως  οι  δήμιοι τους  αποκεφάλισαν.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.         
Τὴν ἀκαθαίρετον, Τριάδος δύναμιν, ἀνθηφορήσαντες, Μάρτυρες ἔνδοξοι, ἐναπετέματε στερρῶς, τὴν ἄκανθαν τῆς ἀπάτης, Τρόφιμε μακάριε, Ἐκκλησίας ἐντρύφημα, Σαββάτιε πάνσοφε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα, καὶ δόξα εὐσεβῶν Δορυμέδον· ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.          
Ὡς Ἀθλητῶν ἑδραίωμα, καὶ εὐσεβείας ἔρεισμα, ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ καὶ γεραίρει σου, τὴν φωτοφόρον ἄθλησιν, παναοίδιμε μάκαρ, Ἀθλητὰ γενναιόφρον, ἔνδιξε Τρόφιμε, σὺν τοῖς συνάθλοις σου, ἱλασμὸν ἐξαιτούντων, ἡμῖν καὶ συγχώρησιν.


Μεγαλυνάριον.
Δόξῃ λαμπρυθέντες Τριαδικῇ, Τρόφιμος ὁ θεῖος, Δορυμέδων ὁ εὐκλεής, σὺν τῷ Σαββατίῳ, μαρτυρικοῖς ἀγῶσι, τῆς πίστεως τὸ κάλλος, ὡς λύχνοι ἔφαναν.


18/9/15

Ο Όσιος Ευμένιος ο Θαυματουργός Επίσκοπος Γορτύνης

Από νεαρή ηλικία ο Ευμένιος υπέβαλλε τον εαυτό του σε πολλές σκληραγωγίες  και  ασκήσεις. Η  εγκράτεια  ήταν  εκείνη  που  τον διέκρινε  περισσότερο.  Διότι  στο  μυαλό του, είχε πάντα  την  συμβουλή  του  Αποστόλου Παύλου, «πας ο  αγωνιζόμενος   πάντα  εγκρατεύεται». Καθένας,  δηλαδή, που  αγωνίζεται,  εγκρατεύεται  σε όλα, ακόμα  και στην  τροφἠ  και  στο  ποτό, προκειμένου  να  πετύχει  τον  πνευματικό του σκοπό. Και  ο  Ευμένιος, ακολουθώντας  τα  λόγια  του  θεόπνευστου Αποστόλου,  πέτυχε.
Αξιώθηκε  να  ιερωθεί  και  να γίνει  Επίσκοπος  Γορτύνης  στην  Κρήτη. Από   τη  νέα  του θέση, η  αρετή του  έλαμψε  ακόμα  περισσότερο  και  ο Θεός του  έδωσε  την  χάρη  και  την  δύναμη  να  θαυματουργεί.  Και  όπως αναφέρει η παράδοση, μια φορά με αναμμένες λαμπάδες κατέκαυσε  έναν  δράκοντα,  που  όρμησε  εναντίον  του.
Έπειτα  ο  Ευμένιος  πήγε  στην  Ρώμη, όπου  με τη θεία του  διδασκαλία και  με θαύματα στερέωσε τους  πιστούς. Ποθώντας, όμως, περισσότερη σκληραγωγία  και  άσκηση,  πήγε  στη  Θηβαΐδα  της  Άνω  Αιγύπτου, κοντά στους μεγάλους ασκητές.    
Εκεί  παρέδωσε και  το πνεύμα του στον Θεό. Το δε λείψανό του μεταφέρθηκε  και  θάφτηκε με τιμές  στην  έδρα  της  επισκοπής  του, στην  Κρήτη.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Ταχὺν προμηθέα σε, καὶ ἀρωγὸν εὐμενῆ, κεκτήμεθα Ὅσιε, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, Εὐμένιε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ἀναβλυστάνων, συμπαθείας τὰ ῥεῖθρα, βρύεις τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἰαμάτων πελάγη. Ἀλλὰ καὶ τοῖς τιμῶσί σε, σκέπη γενήθητι.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.   
Ὤφθης πλοῦτος ἄσυλος τῇ Ἐκκλησίᾳ, βλύζων πᾶσιν ἄφθονον, χάριν θαυμάτων τοῖς πιστοῖς· διό σε πάντες γεραίρομεν, θευματοφόρε Εὐμένιε Ὅσιε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ τῆς Γόρτυνος ποδηγός, καὶ τῆς Κρήτης πάσης, ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός· χαίροις τῶν θαυμάτων, ἀκένωτος χειμάρρους, Εὐμένιε τρισμάκαρ, πιστῶν ἀντίληψις.


17/9/15

Οι Αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη

Ἐζησαν  όταν  αυτοκράτορας  των  ρωμαίων  ήταν  ο  Ανδριανός.
Όταν  η  τίμια  και  ενάρετη Σοφία χήρεψε, πήγε μαζί με τις κόρες της στην Ρώμη. Εκεί  ο  αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις γυναίκες  ήταν  χριστιανές  και  διέταξε  να  τις  συλλάβουν. Αφού  χώρισε την  μητέρα  από  τα  παιδιά  της, ζήτησε  να  παρουσιασθεί  μπροστά του η  δωδεκάχρονη Πίστη. Με δελεαστικούς λόγους ο Ανδριανός προσπάθησε να πείσει την Πίστη να αρνηθεί το Χριστό, αλλά αντιμετώπισε  το  άκαμπτο φρόνημα της νεαρής. Τότε ο σκληρός ηγεμόνας  διέταξε  τον  αποκεφαλισμό  της.
Το  ίδιο  σθένος  με την  Πίστη  επέδειξαν  και  οι  αδελφές της, η δεκάχρονη Ελπίδα και  η εννιάχρονη Αγάπη. Ο  σκληρός  Ανδριανός  δεν  δίστασε  να  διατάξει τους  δήμιούς  του  να  αποκεφαλίσουν  και  τα  άλλα δυο κορίτσια. 
Περήφανη  για τα παιδιά της η  Σοφία, ενταφίασε με  τιμές  τις  κόρες  της και  παρέμεινε  για  τρεις  μέρες  στους  τάφους  τους, παρακαλώντας  το Θεό  να την πάρει κοντά του. Ο  Θεός  άκουσε  την  προσευχή  της  και  η Σοφία  παρέδωσε  το  πνεύμά  της  δίπλα  στους  τάφους  των  παιδιών της.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίᾳ ἐκθρέψασα, κατὰ τὴν κλῆσιν σεμνή, τὰς τρεῖς θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστῷ, ἀθλήσεως σκάμμασιν· ὅθεν τῆς ἄνω δόξης, σὺν αὐταῖς κοινωνοῦσα, πρέσβευε τῷ Σωτῆρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δοῦναι τοῖς σὲ τιμῶσι, χάριν καὶ ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἀνεβλάστησας, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου Σοφία Μάρτυς σεμνή, καὶ προσήγαγες Χριστῷ καρπὸν ἡδύτατον, τοὺς τῆς νηδύος σου βλαστούς, δι’ ἀγώνων ἱερῶν, Ἀγάπην τε καὶ Ἐλπίδα, καὶ τὴν θεόφρονα Πίστιν· μεθ’ ὧν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.        
Σοφίας τῆς σεμνῆς, ἱερώτατοι κλάδοι, ἡ Πίστις καὶ Ἐλπίς, καὶ Ἀγάπη δειχθεῖσαι, σοφίαν ἀπεμώραναν, τῶν Ἑλλήνων ἐν χάριτι, καὶ ἀθλήσασαι, καὶ νικηφόροι φανεῖσαι, στέφος ἄφθαρτον, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου, Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.

Μεγαλυνάριον.
Μήτηρ ἐπὶ τέκνοις Δαβιτικῶς, ὤφθης τερπομένη, ὦ Σοφία πανευκλεής· σὺ γὰρ τῇ Τριάδι, τὰς τρεῖς σου θυγατέρας, ὥσπερ γυνὴ ἀνδρεία, ἄθλοις προσήγαγες.