1/1/19

Περιτομή του Ιησού Χριστού


Η  κατά  σάρκα περιτομή  και  ονοματοδοσία   του  Ιησού  Χριστού,  κατά  την όγδοη ημέρα από την γέννησή Του, αποτελεί την βεβαίωση της σαρκώσεως και της προσλήψεως από τον Θεό Λόγο της τέλειας ανθρώπινης  φύσεως  αναλλοιώτως  και  της  εισόδου  Του   στο    λαό  του Θεού.
Όταν  μιλάμε για την  ενανθρώπηση του  Θεού  Λόγου,  ως  μυστήριο πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε και ως μυστήριο πρέπει να την προσεγγίζουμε, γιατί όλα τα γεγονότα της ενανθρωπίσεως, της σαρκώσεως  του  Λόγου  του  Θεού,  έγιναν με θαυμαστό τρόπο που ξεπερνά   το   νου   του   ανθρώπου.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι, εάν η θεία ενανθρώπιση ήταν καταληπτή,  δεν  θα  ήταν   θεία  και  παρομοιάζουν  όσους  αμφιβάλλουν  ή   δὲν   πιστεύουν   με εκείνον που  καθόταν στο  σκοτάδι  και  πληρώθηκε  από φως, επειδή    όμως   δεν γνώριζε το πως ήλθε  το   φως, δεν  δέχθηκε   τον   φωτισμό.
Την  κατά   σάρκα  περιτομή  του  Κυρίου   ημών   Ιησού  Χριστού, την οποία   καταδέχθηκε  ο  Κύριος  να  λάβει σύμφωνα  με την σχετική  νομική   διάταξη,  όμως  με σκοπό  την   κατάργηση  της   διατάξεως αυτής,  προκειμένου  να  εισαγάγει  την  πνευματική   και    αχειροποίητη  περιτομή, δηλαδή  το  Άγιο  Βάπτισμα, μας  την παρέδωσαν  οι  Άγιοι Πατέρες  να την  εορτάζουμε κάθε χρόνο. Γιατί  ο  Κύριος, όπως  καταδέχθηκε προς χάρη  μας την ένσαρκη Γέννηση και έλαβε όλα τα ιδιώματα   της  ανθρώπινης φύσεως,  όσα  είναι  παντελώς  αδιάβλητα,  έτσι  καταδέχθηκε να  λάβει  και  την  περιτομή  που  όριζε  ο  Ιουδαϊκός Νόμος.
Και    βασικά  την  περιτομή  ο  Κύριος  τη  δέχθηκε  για  δυο  λόγους :
Πρώτον, για να φράξει τα  στόματα  των αιρετικών,   οι   οποίοι   είχαν  την  θρασύτητα    να  ισχυρίζονται  ότι  δεν  έλαβε πραγματικά  ανθρώπινη   σάρκα,  αλλά  ότι έγινε άνθρωπος κατά   φαντασίαν.   Πως όμως, πραγματικά, θα περιτεμνόταν, άν δεν είχε λάβει αληθινή  ανθρώπινη   σάρκα;
Δεύτερον,  για  να   κλείσει  τα  στόματα   των   Ιουδαίων,   οι   οποίοι   Τον κατηγορούσαν  ότι  δεν  τηρεί  την  αργία του  Σαββάτου,  και  ότι καταλύει   το    Νόμο.
«Επειδή  ο   Θεός», λέγει  ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Δαμασκηνός,  «μας  έδωσε να  κοινωνήσουμε  το  καλύτερο και  δεν το φυλάξαμε, γι’ αυτό μεταλαβαίνει  το  χειρότερο,  εννοώ   την φύση μας,  ώστε  από  την  μία μεριά  να  ανακαινίσει  τον  εαυτό   Του  και  με  τον  εαυτό Του   το   κατ’ εικόνα και  κάθ΄ ομοίωση,   και   από    την  άλλη   να   διδάξει   και   σε εμάς την  ενάρετη  πολιτεία,  αφού  με   τον   εαυτό   Του   την   έκανε   σε εμάς   δυνατή.  Να   μας   ελευθερώσει   από   την   φθορά   με την κοινωνία της ζωής γενόμενος απαρχή  της  αναστάσεώς μας.  Να ανακαινίσει το σκεύος που αχρειώθηκε και  κομματιάστηκε, να μας λυτρώσει  από   την τυραννία  του   διαβόλου,  με  το    να   μας   καλέσει  στη  θεογνωσία  και  να  τον νεκρώσει, να  μας  μάθει  νὰ   παλεύουμε  αποτελεσματικά με τον τύραννο, οπλισμένοι  με  υπομονή  και  ταπείνωση».
Ο  Θεός    έγινε   τέλειος  και  αληθινός  άνθρωπος, «άνθρωπος  εν  πληγή», «εν  δούλου μορφή», χωρίς να πάψει να είναι τέλειος  και  αληθινός  Θεός, για να κάνει τον άνθρωπο πλήρη και τέλειο υιό του Θεού  και  Θεό κατά χάριν. «Ο  Θεός πτωχεύει την εμήν σάρκα, ίνα εγώ πλουτήσω την αυτού  Θεότητα… κενούται  της  εαυτού  δόξης  επί   μικρόν,  ίνα  εγώ  της  εκείνου  μεταλάβω  πληρώσεως».
Η  δημιουργία  και  η  σωτηρία, όλη  η  ελεημοσύνη  και  η  φιλανθρωπία της  Αγίας  Τριάδος, ανακεφαλαιώνονται  στον  Θεάνθρωπο Χριστό,  που με  την ενσάρκωση  και την περιτομή Του και  όλα τα μυστήρια της ένσαρκης παρουσίας Του, απεκάλυψε την χριστολογική και χριστοκεντρική ρίζα  και  προοπτική  κάθε πραγματικότητος και ολόκληρης  της   πραγματικότητος.
Αυτός,  ο  Κύριος,  είναι η κεφαλή  κάθε αρχής και  εξουσίας. Σε αυτόν έχουμε περιτμηθεί,  όχι  με  περιτομή  καμωμένη  με  χέρια   ανθρώπων, αλλά  με την  αποβολή του  σάρκινου σώματος,  δηλαδή  με  την   περιτομὴ  του   Χριστού, και  ενταφιαστήκαμε μαζί Του κατά  το βάπτισμα,   κατά το οποίο  και  αναστηθήκαμε  μαζί   Του   με   την   πίστη  στην   δύναμη  του Θεού,  ο  Οποίος  Τον ανέστησε  εκ   νεκρών.  Ακόμη, όταν   είμασταν   νεκροί   εξ’ αιτίας    των  αμαρτιών μας,   και    εξ’ αιτίας τους είμασταν  απερίτμητοι, μας εζωοποίησε μαζί μ’ Αυτόν και μας συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες.      
Μετά  την περιτομή Του  ο  Ιησούς, επέστρεψε  στην  οικία  Του  με  την μητέρα Του και τον Ιωσήφ. Εκεί ζούσε όπως και οι  άλλοι   άνθρωποι, προοδεύοντας  κατά  την  σοφία,  την ηλικία  και  τη  χάρη για  τη  σωτηρία  μας.


Απολυτίκιον.  Ήχος   α’.  Του   λίθου   σφραγισθέντος    .
Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεός ών κατ' ουσίαν  πολυεύσπλαγχνε Κύριε, και νόμον  εκπληρών περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ  σαρκικήν,  ίνα παύσῃς  τα   σκιώδη,  και   περιέλῃς   το  κάλυμμα των  παθών  ημών. Δόξα τη  αγαθότητι  τη   ση, δόξα  τη  ευσπλαγχνία   σου,   δόξα  τη    ανεκφράστω   Λόγε   συγκαταβάσει   σου.


Κοντάκιον. Ήχος  γ’.  Η   Παρθένος   σήμερον.      
Ο  των   όλων  Κύριος,  περιτομήν  υπομένει,  και   βροτών   τα   πταίσματα,  ως   αγαθός   περιτέμνει·  δίδωσι,  την σωτηρίαν σήμερον  κόσμω· χαίρει  δε, εν τοις υψίστοις και  ο  του Κτίστου,  Ιεράρχης  και  φωσφόρος,   ο  θείος μύστης  Χριστού  Βασίλειος.


Μεγαλυνάριον.
Σάρκα  οκταήμερος  ως βροτός,  ο  των όλων Κτίστης, περιτέμνεται νομικώς, την εξ ακρασίας, ημών κακίαν τέμνων· αυτού την αγαθότητα μεγαλύνωμεν.

Circoncisione di Gesù Cristo


La carne con la circoncisione e la denominazione di Gesù Cristo, l'ottavo giorno dopo la sua nascita, è la conferma della Incarnazione e il reclutamento della Parola di Dio perfetto analloiotos la natura umana e il suo ingresso nel popolo di Dio.
Quando si parla di l'incarnazione di Dio della Parola, come sacramento bisogno di capire e il mistero dovrebbe essere l'approccio, perché tutti i fatti dell'Incarnazione, dell'Incarnazione del Verbo di Dio, fatto un modo miracoloso che supera la mente umana.
I Padri della Chiesa dicono che se l'incarnazione divina è stato capito, sarebbe divino e paragonare coloro che dubitano o non credono in colui che sedeva nelle tenebre e pieno di luce, ma perché non sapevano come è venuto alla luce, non c'era illuminazione .
La carne la circoncisione del Signore nostro Gesù Cristo, che il Signore si degna prendere in conformità con la disposizione di legge in questione, ma al fine di abrogare questa disposizione al fine di introdurre la spirituale e senza mani la circoncisione, che il Santo Battesimo, abbiamo consegnato i Santi Padri lo celebrano ogni anno. Perché il Signore come degni di noi grazie a incarnare nascita e ha preso tutti gli idiomi della natura umana, che è del tutto ineccepibile, così degni di ricevere la circoncisione e che ha definito la legge ebraica.
E fondamentalmente la circoncisione accettata dal Signore per due motivi:
In primo luogo, a intasare le bocche di eretici, che ha avuto l'audacia di affermare che hanno davvero preso carne umana, ma che l'uomo era immaginario. Ma come sarebbe, se non avesse ricevuto una vera carne umana?
In secondo luogo, per chiudere la bocca degli ebrei, che lo accusavano di non rispettare il sabato, e che catalizza la legge.
"Per Dio", dice san Giovanni Damasceno, "ci ha dato per comunicare al meglio e non l'archiviazione, quindi prendiamo il peggio, voglio dire la nostra natura, in modo che da un lato da ristrutturare se stesso e per a Se stesso l'immagine e la somiglianza, e d'altra parte anche per insegnarci lo stato virtuoso, perché da Lui ce l'ha reso forte. Liberaci dall'usura della società della vita, l'inizio della nostra risurrezione. Per rinnovare l'achreiothike utensile e in frantumi, per riscattarci dalla tirannia del demonio, a chiamarci alla conoscenza di Dio e necrosi, di insegnarci a combattere in modo efficace il tiranno, armato di pazienza e umiltà. "
Dio è stato perfetto e vero uomo, "l'uomo questa ferita", "nella forma di uno schiavo", senza cessare di essere perfetto e vero Dio, per rendere l'uomo figlio completo e perfetto di Dio e Dio per grazia. "Dio bancarotta la carne di me, io fibra ploutiso sua divinità ... svuotato di sé gloria di fibre di Micron i del riempitivo unica comunione'.
La creazione e della salvezza, tutta la carità e la carità della Santa Trinità, riassunti in Godman Cristo, che nella incarnazione e la sua circoncisione e tutti i misteri di incarnare la sua presenza, ha rivelato la cristologica e la radice cristocentrica e la prospettiva di ogni realtà e l'intera della realtà.
Lui, il Signore, è il capo di ogni autorità e autorità. In questo siamo circoncisi, non per la circoncisione addolcito dalle mani di uomini, ma con l'eliminazione della carne, che la circoncisione di Cristo, e sepolti con lui nel battesimo, in cui egli è risorto con Lui mediante la fede nella potenza di Dio , Che lo resuscitò dalla morte. Anche quando eravamo morti a causa dei nostri peccati, e grazie a loro siamo stati circoncisi, noi ezoopoiise insieme con Lui e ha perdonato tutti i nostri peccati.
Dopo la sua circoncisione, Gesù ritornò a casa sua con sua madre e Giuseppe. Lì visse come gli altri, avanzando in saggezza, età e grazia per la nostra salvezza.


Apolytikion. Suona un '. La pietra sigillata.
analloiotos Form anthropinin assunti Dio s essenzialmente polyefsplanchne Signore, e soddisfano la circoncisione di legge, voluto katadechῃ sarkikin, fibra pafsῃs ombra, e perielῃs la copertura delle nostre passioni. Glorifica la tua bontà, glorifica la tua gloria, la gloria la svela, di 'la tua consorte.

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ο Καππαδόκης



Η Μακρίνα ήταν μαθήτρια του Γρηγορίου του Θαυματουργού και διετέλεσε  η   πρώτη  στην  πίστη   διδάσκαλος  του  εγγονού  της Βασιλείου.
Η μητέρα   του   Μεγάλου  Βασιλείου  ονομαζόταν  Εμμέλεια,  καταγόταν  από  την   Καππαδοκία,  ήταν   θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη   και πολύ   φιλάνθρωπη.  Από   τον γάμο  της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν  εννέα  παιδιά,  από  τα  οποία  τα  τέσσερα  ήταν  αγόρια.  Το  πρωτότοκο  παιδί  τους  ήταν  η Μακρίνα, η   οποία μετά τον θάνατο του μνηστήρα της, επιδόθηκε στην άσκηση. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι,  ο  Βασίλειος  στην Καισάρεια,  ο  Γρηγόριος   στη   Νύσσα   και ο   Πέτρος  στη  Σεβαστεία. Ο   Ναυκράτιος  πέθανε  νέος,  σε  ηλικία 27 ετών.   Προ  του  Πέτρου   γεννήθηκε η   Θεοσεβία.
Ο Μέγας Βασίλειος έλαβε την πρώτη χριστιανική διαπαιδαγώγησή του  από  τη   μητέρα  και  τη  γιαγιά  του  και  διδάχθηκε  τα  πρώτα  γράμματα  από  τον πατέρα  του  στην πατρίδα  του.  Σπούδασε  στις  σχολές  της Καισαρείας  της Καππαδοκίας και του Βυζαντίου, όπου «ηυδοκίμει σοφιστών τε και φιλοσόφων τοις τελειοτάτοις»,   και   τέλος «εις  τας  χρυσάς  Αθήνας», που τότε ήταν το κέντρο της ρητορικής και  στην   οποία  ήκμαζαν οι σοφιστές Ιμέριος,  Προαιρέσιος  καὶ   άλλοι   και  όπου   συνέρρεαν  από  παντού  μαθητές, μεταξύ  των  οποίων  και  ο  μετέπειτα  αυτοκράτορας  Ιουλιανός,  τον  οποίον  ο υπέρμετρος θαυμασμός του προς την εθνική   σοφία  παρέσυρε  στον  πόλεμο   κατά της Ορθοδοξίας. Εκεί βρισκόταν ήδη και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μετά του οποίου συνδέθηκε με στενή φιλία. Είναι χαρακτηριστικοί  οι  λόγοι  του  Αγίου Γρηγορίου για τον ιερό  του  σύνδεσμο με τον Μέγα Βασίλειο:   «Τα  πάντα  ήμεν  αλλήλοις,  ομόστεγοι,  ομοδίαιτοι, συμφυείς…  ίσαι  μεν  ελπίδες  ήγον  ημάς, πράγματος  επιφθωνοτάτου  του λόγου, φθόνος  δε  απήν,  ζήλος  δε  εσπουδάζετο,  αγών  δ’ αμφοτέροις,  ούχ  όστις αυτός  το  πρωτείον   έχοι, αλλ’  όπως  τω  ετέρῳ   τούτου παραχωρήσειεν. Μία μεν αμφοτέρους εδόκει   ψυχή,  δυο  σώματα  φέρουσα,  εν  δ’  αμφοτέροις   έργον:   η   αρετή   και  το   ζήν  προς  τας  μελλούσας  ελπίδας,  προς  ό  βλέποντες και   βίον  και  πράξιν  άπασαν απηυθύνομεν».
Ο Βασίλειος διδάχθηκε στην Αθήνα  ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Επέστρεψε στον Πόντο, περί το 356 μ.Χ., και βαπτίσθηκε  Χριστιανός  υπό  του  Επισκόπου   Καισαρείας   Διανίου.
Στην συνέχεια μετέβη στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και  Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και  καθηγητές  της   ερήμου.  Τότε, αφού   διένειμε και  αυτός  τα  υπάρχοντά  του  στους πτωχούς, μόνασε στον  Πόντο, κοντά  στον  Ίρι  ποταμό,  ασκούμενος  στη μελέτη  και την προσευχή.
Αργότερα το 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος  από τον  Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, αλλά μετά από λίγο αναγκάστηκε να φύγει στον Πόντο, λόγω του φθόνου του Επισκόπου Ευσεβίου. Ο  Γρηγόριος  συμβίβασε τα  πράγματα  μεταξύ  των  δυο  ανδρών  και  ο  Μέγας Βασίλειος  επέστρεψε  το 365  μ.Χ., για  να  βοηθήσει  τον  Επίσκοπο  Ευσέβιο στον  αγώνα του  κατά  των  Αρειανών.  Έγινε   έτσι   «σύμβουλος  αγαθός, παραστάτης  δεξιός,  των  θείων εξηγητής, των πρακτέων καθηγητής,   γήρως   βακτηρία,  πίστεως  έρεισμα».
Το έτος 370 μ.Χ., μετά το θάνατο του Ευσεβίου, εξελέγη Επίσκοπος Καισαρείας, παρά τις σφοδρές  αντιδράσεις  των  Αρειανών.  Σε  καιρό  λιμού  προσέφερε  στους   πάσχοντες κάθε  είδους   βοήθεια.   Αγκάλιασε τους   γέροντες, τα παιδιά,   τις  γυναίκες  και  τους   άνδρες,  τους ασθενείς  και  φρόντιζε καθημερινά για την τροφή τους. Οικοδόμησε κοντά  στην  Καισάρεια  ένα   συγκρότημα πτωχοκομείου και νοσοκομείου, τη Βασιλειάδα,  που  έγινε το  ταμείο  της  ευσέβειας  και  της  αγάπης.
Κατά  τα χρόνια της  επισκοπικής  του  διακονίας  είχε  να  αντιπαλέψει  κατά πολλών  δυσχερειών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης  αποφάσισε να εισάγει  με την βία στην Καππαδοκία τον Αρειανισμό. Γι’ αυτό, το  372  μ.Χ., έστειλε  τον έπαρχο  Μόδεστο,  για  να πείσει  τον  Άγιο να  δεχθεί  τις κακοδοξίες των αιρετικών. Μάταια προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο  μεταχειριζόμενος κάθε μέσο:   δήμευση   της   περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια,  θάνατο.  Ο    Βασίλειος   σε  απάντηση   δήλωσε,  ότι  δεν  φοβάται αφού περιουσία δεν είχε, παρά μόνο λίγα παλαιά ενδύματα   και λίγα βιβλία,  εξορία  δεν  φοβάται,  διότι  η  γη  που  κατοικεί  δεν  είναι  ιδιοκτησία  του και στον κόσμο αυτό είναι πάροικος και παρεπίδημος, τα  βασανιστήρια  δεν τον πτοούν, διότι  το  ασθενικό  του  σώμα  δεν  μπορεί  να  αντέξει  σε  αυτά,  το  δε   θάνατο  θεωρεί   ως ευεργέτη, διότι αυτός θα τον οδηγήσει νωρίτερα  κοντά  στον  Θεό.  Ο  Μόδεστος  εξεπλάγη  από  την Πνευματική  γενναιοψυχία  του   Αγίου   και επέστρεψε άπρακτος. Ακόμη και ο ίδιος  ο  αυτοκράτορας  Ουάλης, όταν  ήλθε   στην Καισάρεια  και  αντιλήφθηκε το μεγαλείο του  Βασιλείου, τον άφησε  ανενόχλητο  στον  επισκοπικό του θρόνο. Στο  σημείο  αυτό  αξίζει  να αναφέρουμε την μαρτυρία του  Αγίου   Γρηγορίου του Θεολόγου  για  τον   Μέγα   Βασίλειο:   Ήταν   ημέρα   των Θεοφανείων.  Πέλαγος λαού   εγέμιζε  τον ναό. Η  ψαλμῳδία  και η ευκοσμία του βήματος ήταν αγγελική  μάλλον, παρα  ανθρώπινη. Και   ο Μέγας  Βασίλειος  προτεταγμένος  του  λαού,  όρθιος, ακλινής  κατά  το  σώμα  και  την  όψη  και  την διάνοια, «εστλωμένος  τω  Θεώ και  τω  βήματι».  Και  ο  αυτοκράτορας  Ουάλης  μπροστά  στο  θέαμα  αυτό  και στο  άκουσμα   «κατεβροντήθη».
Με  τον   ανεκτίμητο  αυτό  πλούτο  των αρετών του καθοδήγησε το ποίμνιο του  Χριστού  και  κοσμημένος  με  αυτές  εξεδήμησε  προς  Κύριον,  το  378 μ.Χ., λίγο  μετά  τον  θάνατο  του  αυτοκράτορα  Ουάλεντος,   σε   ηλικία  48  ετών.
Όταν πλησίαζε η ώρα να παραδώσει την αγία του ψυχή  στον Θεό, προσήλθαν στην κλίνη του όλοι  σχεδόν  οι  Χριστιανοί  της  πόλεως. Εκείνος τους  δίδασκε  και  τους  ευλογούσε. Προσευχόμενος   στον   Κύριο είπε:  «Εις χείρας Σου Κύριε, παραθήσομαι το πνεύμα μου», και κοιμήθηκε.   Στην εξόδιο ακολουθία συμμετείχαν μυριάδες λαού και τόσος  ήταν   ο συνωστισμός, ώστε πολλοί  πέθαναν  «εκ  της  του ωθισμού  βίας  και  συγκλονήσεως».  Η   Σύναξη  του  Μεγάλου  Βασιλείου  ετελείτο στο ναό  της Αγίας Σοφίας (Μεγάλη  Εκκλησία). Ναός αφιερωμένος  στον  Άγιο  Βασίλειο   υπήρχε   στο  παλάτι  των  Βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά τον  10ο  αιώνα  και σε αυτόν εκκλησιαζόταν  ο   αυτοκράτορας  την  1η Ιανουαρίου μέχρι της απολύσεως  του  Ευαγγελίου.   Ο  αδελφός  του   Μεγάλου  Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, παραβάλλει αυτόν προς τα πρόσωπα της Αγίας Γραφής,  τον  Προφήτη  Ηλία  και τον Σαμουήλ, τον  Απόστολο  Παύλο  και  τον Ιωάννη  τον Πρόδρομο.
Ο  Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλήθος  σπουδαιοτάτων  συγγραμμάτων, από τα οποία, ευτυχώς, τα περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία το μεγαλύτερο έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι η Θεία Λειτουργία αυτού, που τελείται και σήμερα σε καθορισμένες ημέρες του λειτουργικού έτους: την ημέρα της μνήμης του Μεγάλου Βασιλείου, τις παραμονές των τριών μεγάλων Δεσποτικών εορτών, Χριστουγέννων, Θεοφανείων και Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Κατά παλαιότερη διάταξη, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο και κατά την εορτή της Πεντηκοστής και κατά την εορτή της Υψώσεως  του  Τιμίου  Σταυρού. 
Το   πρώτο   δογματικό   έργο,   το   οποίο   συνέγραψε   ο   Άγιος,   έχει   τον   τίτλο «Ανατρεπτικός   του   απολογητικού  του  δυσσεβούς Ευνομίου». Περίφημα είναι  και τα ασκητικά, τα δογματικά, τα   παιδαγωγικά   συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, ως και τα κηρύγματα, οι ομιλίες και οι επιστολές αυτού. Μέσα από  αυτά  καταδεικνύεται ότι ο Μέγας Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα οργανωτής της κοινωνικής και ηθικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, στηρίζοντας την ηθική δεοντολογία του, κυρίως στην Αγία Γραφή  και  ειδικότερα στην Παλαιά  Διαθήκη.  Η  Αγία  Γραφή  για τον  Μέγα Βασίλειο ήταν   το   υπέρτατο   δογματικό  κριτήριο   και   αποτελούσε καθ’  εαυτήν   μυστήριο  θείας  οικονομίας  και  ανθρώπινης   σωτηρίας. Γι’ αυτό  και θεωρούσε την Αγία Γραφή ως  θεόπνευστο   βιβλίο, προερχόμενο εκ του Αγίου  Πνεύματος  και  κατά  συνέπεια  θεωρούσε  απαραίτητο   για την  ορθή κατανόηση του περιεχομένου αυτής το χάρισμα της πνευματικής διακρίσεως. Ημελέτη της Αγίας Γραφής, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πρέπει να γίνεται με βαθειά   πίστη   και   μέσα   στην   κοινότητα  των πιστών. Η ερμηνεία δε  αυτής απέβλεπε κυρίως στην οικοδομή  των πιστών και   τη  σωτηρία  αυτών. Γι’   αυτό   η  παράδοση  της  πίστεως,   όπως αυτή  παραδόθηκε   από  τους  Αποστόλους,  ήταν  απαραίτητος  οδηγός   στην ερμηνεία   και   μελέτη   της  Αγίας  Γραφής.


Απολυτίκιο. Ήχος   α’.    
Εις  πάσαν   την  γην  εξήλθεν   ο   φθόγγος  σου,  ως  δεξαμένην  τον  λόγον  σου· δι' ού   θεοπρεπώς  εδογμάτισας,  την  φύσιν   των   όντων  ετράνωσας,   τα των  ανθρώπων   ήθη  κατεκόσμησας.  Βασίλειον  ιεράτευμα,   Πάτερ  Όσιε· πρέσβευε   Χριστώ    τω   Θεώ,   σωθήναι    τας  ψυχάς   ημών.


Κοντάκιον.  Ήχος  δ’.   Επεφάνης   σήμερον.          
Ώφθης  βάσις  άσειστος τη  Εκκλησίᾳ,  νέμων  πάσιν  άσυλον,   την   κυριότητα βροτοίς,  επισφραγίζων  σοις  δόγμασιν,    Ουρανοφάντορ    Βασίλειε   Όσιε.


Μεγαλυνάριον.
Τον ουρανοφάντορα του  Χριστού,   μύστην  του   Δεσπότου,  τον   φωστήρα  τον   φαεινόν,   τον   εκ   Καισαρείας,   και   Καππαδόκων   χώρας, Βασίλειον   τον μέγαν,   πάντες   τιμήσωμεν.