2/6/18

Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Ο Άγιος  Νικηφόρος,  ο  Ομολογητής, γεννήθηκε  στην  Κωνσταντινούπολη, το758 μ.Χ., από περιφανείς και ευσεβείς γονείς, το βασιλικό  γραμματέα  και νοτάριο Θεόδωρο και την Ειρήνη. Ο πατέρας του εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στα Μύλασσα  της  Καρίας  και  μετά  στη  Νίκαια,  όπου  μετά  εξαετία  απέθανε, διότι  ήταν  υπέρμαχος  των  ιερών  εικόνων.
Ο  Νικηφόρος είχε καλή εκπαίδευση και εχρημάτισε βασιλικός γραμματέας, αλλά επειδή είχε κλίση στη μοναχική πολιτεία, εκάρη μοναχός και αποσύρθηκε σε κάποιο λόφο απέναντι του Θρακικού Βοσπόρου,  όπου  μαζί  με  άλλους  μοναχούς  διήνυε  την  οδό  της  ασκήσεως.
Γενόμενος γνωστός για τις αρετές του στην Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε και ανέλαβε τη διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου της πόλεως.  Όταν  εκοιμήθηκε  ο  Άγιος Ταράσιος († 25 Φεβρουαρίου),  υπό  του αυτοκράτορος  Νικηφόρου  Α’ του Λογοθέτου (803 – 811 μ.Χ.), με  την  ψήφο του κλήρου και του λαού, εξελέγη, στις 5 Απριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και εχειροτονήθηκε στις 12 τουιδίου μηνός  κατά  την ημέρα  του  Αγίου Πάσχα.
Όσο ζούσε  ο  βασιλεύς  Νικηφόρος και  οι διάδοχοί τουΣταυράκιος  (811 μ.Χ.) και Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.), η πατριαρχεία του Αγίου Νικηφόρου ήταν ομαλή και απερίσπαστη. Όταν  όμως  αυτοκράτορας  έγινε ο Λέων Ε’ ο  Αρμένιος (813 – 820 μ.Χ.),  ο  οποίος  ήταν  εικονομάχος,  ο  Άγιος Νικηφόρος ήταν αντίπαλος και ατρόμητος επιτιμητής της βασιλικής ασέβειας. Ο  Πατριάρχης παρέλαβε τον Όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τον Άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, τον Άγιο Ευθύμιο Σαρδέων, τον ΕυδόξιοΑμορίου,  τον  Άγιο  Μιχαήλ  Συνάδων  και  τον  Άγιο  Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, και επήγε στο παλάτι, για να ελέγξει τον αυτοκράτορα και να τον  βοηθήσει να επιστρέψει στην ορθή  πίστη.  Ο  αυτοκράτορας  έμενε  αμετάπειστος  και τους  κατεδίκασε  όλους  σε εξορία. Ο Πατριάρχης Νικηφόρος εξορίσθηκε αρχικά στη Χρυσούπολη και στη συνέχεια στη μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου κοντά στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε περισσότερο με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, που ήταν και αυτός εξορισμένος.
Όταν μετά από λίγο, δολοφονηθέντος του αυτοκράτορος Λέοντος, έγινε βασιλέας ο Μιχαὴλ Β’ ο Τραυλός (820 – 829 μ.Χ.), ο Άγιος Νικηφόρος επανήλθε  στην  Κωνσταντινούπολη  και  εζήτησε  την  αποκατάστασή  του.  Οαυτοκράτορας Μιχαήλ εδέχθηκε την πρόταση αυτή, αλλ’ υπό τον όρο ο Άγιος να αναγνωρίσει την υφιστάμενη εκκλησιαστική τάξη και να μην κινήσει το θέμα της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων. Ο Άγιος  απέκρουσε τον  όρο  αυτό  και  επροτίμησε  την  εξορία,  όπου  και  απέθανε  το829 μ.Χ.
Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής είναι επίσημος στην ιστορία της Εκκλησίας, όχι μόνο διότι   με  ενθουσιασμό  και  ιερό  ζήλο  επολέμησετους εικονομάχους,  αλλά  και  για τη σπάνια  αυτού συγγραφική  ικανότητα. Επισημότερα των συγγραμμάτων του είναι η «Σύντομος Ιστορία», το «Χρονολογικόνσύντομον», η «Στιχομετρία»«Λόγοι αντιρρητικοί»«Επιστολαί»,  και  διάφοροι  εκκλησιαστικοί  κανόνες.
Η  μεγάλη συμβολή του Αγίου Νικηφόρου στην υπερίσχυση και επικράτηση των Ορθοδόξων απόψεων έγκειται στην υπ’ αυτού συστηματική  σνασκευή και αναίρεση των  εικονοκλαστικών θέσεων και μάλιστα  καιτων  αναφερομένων  στο  Χριστολογικόδόγμα.
Οι εικονομάχοι, αθετήσαντες την τιμή των ιερών εικόνων, απέβαλαν  ευθύς εξ  αρχής και  τις  εικόνες  των  Αγγέλων.  Ο  Άγιος  Νικηφόρος  απέδειξε  με βάση  την  Παλαιά  Διαθήκη  ότι  οι  Αγγελικέςδυνάμεις,  άν  και ασώματοι, άυλοι και (σχετικώς) απεριόριστοι, εικονίζονται και οι εικόνες προσαγορεύονται δια του ονόματος των αρχετύπων, δια του οποίου μεταβιβάζονται σε αυτές η χάρη και η ευλογία εκείνων, των οποίων και μεταλαμβάνουν οι αξίως τιμώντες αυτές. Έτσι, κατά τον ιερό Πατέρα, οι εικόνες των Αγγέλων δεν  είναι  άψυχα,  αναίσθητα,  από  άψυχη  και  άλογη ύλη, επιτεύγματα ανθρωπίνων χειρών, δεν είναι είδωλα, αλλά των επουρανίων Δυνάμεων «αφομοιώματα  τίμια  και  άγια»«ιερά  απεικάσματα και απεικονίσματα», την κατασκευή των οποίων «Θεός εστιν  ο  προστάττων, Θεός ὁ κελεύων».
Η  Εκκλησία εορτάζει την  ανακομιδή του ιερού λειψάνου αυτού στις 13 Μαρτίου.


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.          
Νίκηνήνεγκε, τη Εκκλησία, η ση ένθεος, ομολογία, Νικηφόρε Ιεράρχα θεόληπτε· την γαρ Εικόνα του Λόγου σεβόμενος, υπερορία αδίκως ωμίλησας.  Πάτερ  Όσιε,  Χριστόν  τον  Θεόν  ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα  έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Τον την νίκης στέφανον, ω Νικηφόρε, ουρανόθενένδοξε,  ως  ειληφώς  παρά Θεού, σώζε τους πίστειτιμώντάς σε, ως  Ιεράρχην Χριστού  καιΔιδάσκαλον.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Εκκλησίας έμπνουςεικών, και Εικονομάχων, καθαιρέτης οισχυρός· χαίροιςθεοσδότων, δογμάτων ο προστάτης, θεόφρον Νικηφόρε, πίστεως  έρεισμα.


Ο Άγιος Έρασμος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες


Ο  Άγιος Ιερομάρτυς Έρασμος έζησε κατά  τους χρόνους  των  αυτοκρατόρων  Διοκλητιανού  (284 – 305 μ.Χ.) και  Μαξιμιανού  (285 – 305 μ.Χ.) και καταγόταν  από  την  Αντιόχεια  της  Συρίας.
Από  μικρή  ηλικία  αγάπησε την άσκηση  και  τη μοναχική  πολιτεία και αργότερα εξελέγη Επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού. Από αποστολικό ζήλο κινούμενος περιερχόταν διάφορα μέρη και εκήρυττε το Ευαγγέλιο του Χριστού τελώντας πλήθος θαυμάτων και προσελκύοντας πολλούς ειδωλολάτρες στην αληθινή  πίστη. Εκήρυξε στη Θράκη, τη Μακεδονία και στην πόλη των Λυχνιδών της Αχρίδος. Για την αποστολική δράση αυτού καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, που  διέτριβε  στην  Ερμούπολη  του  Ιλλυρικού, και αρνηθείς να θυσιάσει στα είδωλα εβασανίσθηκε  και  εκλείσθηκε  στη  φυλακή. Όταν  ο  αυτοκράτορας  εκάλεσε  και πάλι τον Άγιο Έρασμο ενώπιόν του, τον ερώτησε ποιος είναι  ο Θεός του και  γιατί  Τον  προσκυνά.  Αλλά επειδή  ο  Άγιος  εσιωπούσε,  ο τύραννος οργίσθηκε  και  διέταξε να τον κτυπήσουν. Ο Άγιος  ερώτησε  το  βασιλέα,  γιατί  τον  κτυπούν. Ο τύραννος του  αποκρίθηκε ότι τον εκτύπησε, γιατί  δεν θυσιάζει στους θεούς. Τότε ο  Άγιος εζήτησε να  του  δείξει  ο  βασιλέας  ποιους  θεούς να  προσκυνήσει.  Εκείνος  τότε ενόμισε ότι ο Άγιος ήθελε να θυσιάσει στα είδωλα και τον οδήγησε  στο ναό  του  Δία δείχνοντάς του το είδωλό  του,  το  οποίο ήταν χάλκινο, δώδεκα μέτρα  ύψος  και  έξι μέτρα πλάτος. Τότε ο  Άγιος έστρεψε προς αυτό  βλοσυρό  το βλέμμα. Και  το θαύμα έγινε! Το είδωλο αμέσως έπεσε και  έγινε κομμάτια. Από  το είδωλο, λέγει το Συναξάρι, εξήλθε ένας δράκοντας. Ο αυτοκράτορας εφοβήθηκε και  το  πλήθος  προσέπεσε  στα  πόδια του  Μάρτυρος  και πολλοί  επίστεψαν στον Χριστό. Ήσαν  δε  οι βαπτισθέντες περί τους 20.000. Οι  στρατιώτες συνέλαβαν και  πάλι τον Άγιο και  τον οδήγησαν ενώπιον του αυτοκράτορος μαζί με τους πιστούς που εβαπτίσθηκαν. Ο ηγεμόνας έδωσε εντολή οι 20.000  Χριστιανοί  που  επίστεψαν  στον  Χριστό να  αποκεφαλισθούν  και  ο  Άγιος  να  ενδυθεί  με πυρακτωμένο χαλκό. Όμως η Χάρη του Θεού μετέβαλε το πυρακτωμένο χαλκό σε ψυχρό μέταλλο. Μετά  από  αυτά  ο  Άγιος  οδηγήθηκε και  πάλι  στη φυλακή, από την οποία ελυτρώθηκε, όπως  ο  Απόστολος Πέτρος  από  τη φυλακή  του Ηρώδου. Άγγελος Κυρίου τον ελευθέρωσε και  τον οδήγησε στην Καμπανία, στην πόλη που ονομαζόταν Φρυμός, για να κηρύξει  και  εκεί  το  λόγο του  Ευαγγελίου. Γι’ αυτό  και  θεωρείται  Επίσκοπος  της πόλεως Φόρμι  της  Ιταλίας.
Λίγο πριν την κοίμησή του ο Άγιος Έρασμος επέστρεψε στη Χερμελία της Αχρίδος. Προαισθανόμενος  το τέλος του, προσκύνησε τρεις φορές  κατά  ανατολάς και παρεκάλεσε  τον Θεό  να  χαρίζει  άφεση  αμαρτιών και  ζωήν αιώνια σε εκείνους που θα επικαλούνταν το όνομά του και  θα ετελούσαν τη  μνήμη του. Ο Άγιος Θεός άκουσε την παράκλησή του και αμέσως ακούσθηκε φωνή  από τον ουρανό που έλεγε: «Έτσι, όπως προσευχήθηκες, θα γίνει». Μόλις  ο  Άγιος  άκουσε  αυτό,  η  ψυχή τουεγέμισε χαρά. Κατόπιν έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό,  όπου  είδε  υπέρλαμπρο στεφάνι  να κατέρχεται επ’ αυτό και τάγματα Αγγέλων, χορούς Προφητών και Αποστόλων, πλήθος Μαρτύρων  και  τάξεις Δικαίων,  που  έρχονταν να  τον  προϋπαντήσουν. Από  τα βάθη της καρδιάς του ανεφώνησε: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμά μου». Έτσι ο Άγιος Έρασμος εκοιμήθηκε με ειρήνη, το 303 μ.Χ., και εκληρονόμησε τη Βασιλεία του Θεού.         
Ο Άγιος Έρασμος θεωρείται προστάτης των ασθενών  που πάσχουν από στομαχικές ασθένειες  και  κολικό.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Μεγαλομάρτυρας ο Νέος ο Τραπεζούντιος


Η μνήμη του Αγίου ΝεομάρτυροςΙωάννου τουΤραπεζουντίου εορτάζεται, επίσης, στις 12Ιουνίου. Σήμερα  εορτάζεταιηανάμνηση του  θαύματος της διασώσεως της πόλεως τηςΣουτσεάβα της Ρουμανίας, στηνοποία φυλάσσονται τα ιεράλείψανα του Αγίου,από την πολιορκίατων Τατάρων, κατάτο1622. 
Κατάτηνημέρα αυτή,όταν οιΤάταροιαπειλούσαν τη Σουτσεάβα, οι εφημέριοι τουναού, στονοποίοεφυλάσσονταντα ιεράλείψανα του ΑγίουΙωάννου, ηθέλησαν, φοβούμενοι τηνεπιδρομή  των βαρβάρων, να  μεταφέρουν τη λειψανοθήκη του Αγίου στοκάστρο.Όμως δεν μπορούσαν με  κανένα τρόπο να μετακινήσουν την λειψανοθήκη του Αγίου, που έγινεασήκωτη. Τότε κατάλαβαν ότι αυτό ήταν θέλημα του Αγίου,ο οποίος θατουςεπροστάτευε.  Αμέσως κληρικοί  και  λαϊκοί άρχισαν ναπροσεύχονται. Πράγματι! Μία καταρρακτώδης βροχή εμπόδισε τουςεπιδρομείς ναπολιορκήσουν την πόλη καιναεισβάλουν σε αυτήν.

1/6/18

Ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας ο Φιλόσοφος


Ο  «θαυμασιώτατος»  Ιουστίνος,  κατά  τον μαθητή του Τατιανό, εγεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης, στις αρχές του 2ου αιώνος μ.Χ., από  γονείς  Έλληνες  ειδωλολάτρες, τον  Πρίσκο  Βάκχιο, και  μητέρα, της οποίας το όνομα αγνοούμε. Ο Μεθόδιος Ολύμπου τον μνημονεύει ως άνδρα μη  απέχοντα πολύ  των Αποστόλων ούτε  κατά  το χρόνο  ούτε  κατά  την  αρετή.  Πράγματι δε ο  χρόνος γεννήσεώς του δύναται να  τοποθετηθεί  περί  το  110  μ.Χ., εφ’ όσον  το  135 μ.Χ., κατά  τη συζήτηση προς τον Τρύφωνα, παρουσιάζεται να  έχει περατώσει ήδη τις φιλοσοφικές  του  σπουδές  και  προς  το  τέλος  τους  να  έχει  προσελκυσθεί στη  Χριστιανική  πίστη.
Προικισμένος με εξαιρετική πνευματική ανησυχία και φιλομάθεια, ο νεαρός Ιουστίνος ασχολήθηκε και  εμβάθυνε στις  δοξασίες των Στωικών, των Επικουρείων, των Περιπατητικών, των Πυθαγορείων και των Πλατωνικών φιλοσόφων. Με  ακόρεστη επιθυμία, ήθελε να γνωρίσει ολόκληρη  την  αλήθεια  και  να  εύρει  την  πραγματική  ικανοποίηση. Τότε ο  Θεός,  με  θαυμαστή  επέμβαση, τον  οδήγησε στις πηγές της  αλήθειας, στη  Χριστιανική  πίστη  και  ζωή,  το  135  μ.Χ.
Καθώς διηγείται ο ίδιος, ο Θεός τον εφώτισε με κάποιο Χριστιανό πρεσβύτη,  «πράον  και  σεμνόν  το  ήθος».  Ο  θαυμάσιος  εκείνος  γέροντας του  αποκάλυψε πόσο πτωχές ήταν οι  θεωρίες των ανθρώπων μπροστά στην πραγματική  αλήθεια, την  οποία  διδάσκει  ο  Θεός.
Ο  Ιουστίνος  αποφασίζει  να  μελετήσει  την  Αγία  Γραφή  και  να εμβαθύνει στο θείο λόγο. Χωρίς να πάψει να φιλοσοφεί και  να  φορεί φθαρμένο χιτώνα, τον τρίβωνα, που εφορούσαν οι φιλόσοφοι, καταλάμπεται  από  τη  Χριστιανική  πίστη, «την μόνην φιλοσοφίαν την αληθή  και  ασύμφορον», στην οποία αποφασίζει να διαθέσει πλέον την υπόλοιπη  ζωή  του.
Ο  Ιουστίνος  αρματωμένος με τα όπλα τα πνευματικά, αποφασίζει να στήσει στη Ρώμη το πνευματικό του στρατηγείο. Από εκεί  εξαπλώνει σφοδρές επιθέσεις κατά  των εχθρών της πίστεως. Στα δύσκολα εκείνα χρόνια των διωγμών, οι  κατατρεγμένοι Χριστιανοί  της Ρώμης ευρίσκουν στο  πρόσωπό του  τον ένθερμο  απολογητή  και  ακούραστο  υποστηρικτή. Ο Ιουστίνος από την ανεξάντλητη φαρέτρα του αντλεί ακαταμάχητα επιχειρήματα, με τα οποία αποστομώνει τους φιλοσόφους, που διέβαλαν τον Χριστιανισμό. Τους  ελέγχει,  γιατί  κατηγορούν  τον Χριστιανισμό χωρίς  να  τον  γνωρίζουν.
Σημαντικότατο  είναι  και  το  έργο  του  «Διάλογος  προς Τρύφωνα», το οποίο περιέχει τη  διήμερη θεολογική  συζήτηση που  είχε με τον Ιουδαίο Τρύφωνα,  ο  οποίος  είχε  φύγει από  την Παλαιστίνη  λόγω  του  πολέμου (132 – 135 μ.Χ.) και ήταν επισκέπτης στην πόλη όπου εσπούδαζε ο  Ιουστίνος. Όταν αντιλήφθηκε ότι κάτω από το φιλοσοφικό  ένδυμα του νεαρού  Ιουστίνου κρυβόταν ένας Χριστιανός, τον ειρωνεύθηκε. Επακολούθησε  διήμερη  συζήτηση, της οποίας το υποτιθέμενο περιεχόμενο περιελήφθηκε στο έργο «Διάλογος προς Τρύφωνα». Δεδομένου ότι ο Τρύφων είχε αποφύγει «το  νυν γενόμενον πόλεμον», η συζήτηση  πρέπει  να  έγινε  το  136 μ.Χ.
Δεν άργησαν όμως να φανούν οι  εναντίον του  Αγίου αντιδράσεις. Οι  φιλόσοφοι, που  έχαναν συνεχώς έδαφος και  οι άλλοι εχθροί του, τον διέβαλαν στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (161 – 180 μ.Χ.). Ο  Μάρτυς Ιουστίνος  εκφράζει  την  υποψία  ότι  επρόκειτο να  καταδοθεί  στις πολιτικές  αρχές  από τον κυνικό φιλόσοφο και μεγαλορρήμονα Κρήσκεντα,  ο  οποίος  εφθονούσε  την αύξηση των μαθητών του Χριστιανού  διδασκάλου και  διέβλεπε κίνδυνο απορροφήσεως των μαθητών  του  υπό  του  Χριστιανισμού.
Φαίνεται  ότι,  μετά  το  μαρτύριο  του  Πτολεμαίου, μαθητού  του πιθανώς, περί  το  160 μ.Χ., ανεχώρησε από τη  Ρώμη  από  φόβο  για  τη  σύλληψή του  και  ότι  επέστρεψε  εκεί  αργότερα,  αφού  ήδη  είχε  κοπάσει  ο  θόρυβος, διότι  κατά   την  ανάκρισή του προ  του  μαρτυρίου  εδήλωσε  ότι  διέμεινε κατά  δύο περιόδους στη Ρώμη. Αλλ’ ο  Ιουστίνος αποφασίζει να απολογηθεί  για τη διωκόμενη πίστη στον αυτοκράτορα και  τη  Ρωμαϊκή σύγκλητο.  Οι δύο του Απολογίες αποτελούν πραγματικά  διαμάντια της Χριστιανικής  Απολογητικής.
Στην πρώτη Απολογία του, την οποία απευθύνει στον αυτοκράτορα Αντωνίνο, τα παιδιά του και  τη Ρωμαϊκή  σύγκλητο, κάνει γνωστό  το  τι πιστεύουν οι  Χριστιανοί, ανασκευάζει τις εναντίον του κατηγορίες των Εθνικών, περιγράφει τον τρόπο της  Χριστιανικής  λατρείας  και  προσπαθεί με  νηφαλιότητα,  ευγένεια  και  χωρίς  ρητορικά  σχήματα  να  τους  πείσει  να σταματήσουν τους διωγμούς. Ο  ιερός  απολογητής, αποδεικνύοντας ότι εβίωνε πλήρως την  εκκλησιαστική  λειτουργική  και  μυστηριακή  ζωή,  ιδίως στα τελευταία κεφάλαια της πρώτης Απολογίας του, εξέρχεται  από τα καθαρώς  απολογητικά πλαίσια και όρια και μεταβάλλεται σε  άριστο μυσταγωγό  και  σε  έναν  από τους πρωτοπόρους σκαπανείς της  ιστορίας  της θεολογίας της Χριστιανικής λατρείας. Ο ιερός Ιουστίνος τόσο στη μνημονευθείσα Απολογία του, όσο και περιστατικά σε μερικά σημεία του λοιπού συγγραφικού του έργου παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες  περί  της Χριστιανικής  λατρείας  της  εποχής  του,  προβάλλοντας  τον  εορτασμό  της Κυριακής, ως και την τελεσιουργία και συνοπτική θεολογία των  ιερών μυστηρίων  του  Βαπτίσματος  και  της  Θείας  Ευχαριστίας.
Η  ημέρα  της  Κυριακής  θεωρείται  ως  πρώτη  ημέρα της καινής εν Χριστώ κτίσεως. Η  Θεία Λειτουργία γίνεται η εμψυχούσα την  διακονία  εντελέχεια, εφ’ όσον κατά τη  διάρκεια  της  ευχαριστιακής  συνάξεως  «οι  ευπορούντες... και βουλόμενοι  κατά  προαίρεσιν  έκαστος  την  εαυτού ό βούλεται δίδωσι, και το συλλεγόμενον παρά τω προεστώτι αποτίθεται, και αυτός επικουρεί ορφανοίς  τε  και  χήραις, και  τοις  δια  νόσον  ή  δι’ άλλην αιτίαν  λειπομένοις,  και τοις  εν  δεσμοίς ούσι, και  τοις  παρεπιδήμοις ούσι  ξένοις,  και  απλώς  πάσι  τοις εν  χρείᾳ  ούσι  κηδεμών  γίνεται».
Όσον  αφορά στο  Βάπτισμα,  ο  Άγιος  Ιουστίνος  πληροφορεί  ότι  «του  υπέρ αφέσεως  αμαρτιών  και  εις  αναγέννησιν  λουτρού»  προηγείται  κατήχηση. Ωσαύτως  του  Βαπτίσματος  προηγούντο  προσευχή  και  νηστεία  τόσο  των βαπτιζομένων,  όσο  και  των  λοιπών  πιστών.
Στη δεύτερη Απολογία  του,  την  οποία  απευθύνει  στη  Ρωμαϊκή  σύγκλητο, αποδεικνύει  ότι  οι  Χριστιανοί  διώκονται,  επειδή  πιστεύουν  στην  αλήθεια και  ζουν  ενάρετη  ζωή  και  όχι  για  κάτι  αξιόποινο.
Όμως οι Απολογίες του Μάρτυρος Ιουστίνου δεν μετέτρεψαν τους ειδωλολάτρες,  καθ’  όσον  επί  επάρχου  Ρώμης  του  Ιουνίου  Ρουστικού  (162 – 167 μ.Χ.), άλλοτε παιδαγωγού του αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου, πιθανώς  το  165  μ.Χ.,  αποκεφαλίσθηκε  μαζί  με  ομάδα  μαθητών  του.
Στο  κοιμητήριο  της  Πρισκίλλης  ευρέθηκε  λίθος  ενεπίγραφος  που  έφερε  τα γράμματα ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδή Μάρτυς Ιουστίνος, ο οποίος ίσως εκάλυπτε τον τάφο του Αγίου.   
Όχι μικρός αριθμός άλλων έργων του Αγίου Μάρτυρος Ιουστίνου, μαρτυρουμένων  από  αυτόν  τον  ίδιο  ή  από  μεταγενέστερους  συγγραφείς, έχουν χαθεί. Τα έργα αυτά είναι: «Σύνταγμα κατά πασών των αιρέσεων»«Κατά Μαρκίωνος»«Περί  ψυχής»«Προς Έλληνας»«Έλεγχος προς  Έλληνας»«Περί μοναρχίας Θεού»«Περί  Αναστάσεως»«Ερμηνεία  εις την  Αποκάλυψιν»«Ψάλτης»,  «Προς  Σοφιστήν  Ευφράσιον  περί  προνοίας  και πίστεως»,  «Διάλογος  προς  Κρήσκεντα»,  «Προς  Ιουδαίους».


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ. 
Φιλοσοφίας ταις ακτίσιν εκλάμπων, θεογνωσίας υποφήτης εδείχθης, σοφώς παραταξάμενος κατά των δυσμενών· συ γαρ  ωμολόγησας, αληθείας την  γνώσιν,  και  Μαρτύρων  σύσκηνος,  δι’ αθλήσεως  ώφθης·  μεθ’ ών  δυσώπει  πάντοτε  Χριστόν,  ω  Ιουστίνε,  υπέρ  των  ψυχών  ημών.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τους ασφαλείς.
Τον αληθή, της ευσεβείας κήρυκα, και ευκλεή, των μυστηρίων ρήτορα, Ιουστίνον τον φιλόσοφον, μετ’ εγκωμίων ευφημήσωμεν· δυνάμει γαρ σοφίας τε και χάριτος, τον λόγον κατετράνωσε της πίστεως, αιτούμενος πάσι  θείαν  άφεσιν.


Μεγαλυνάριον.
Χάριτι  σοφίας  καταυγασθείς,  ως  αυτοσοφίαν,  εθεράπευσας  τον  Χριστόν, υπέρ ού ενδόξως, αθλήσας  Ιουστίνε, συν  τούτω  εις  αιώνας, δοξάζη  ένδοξε.


Ο Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος και Ιαματικός


Ο  Όσιος Αγαπητός έζησε στη Ρωσία περί τον 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη  Μεγάλη  Λαύρα του  Κιέβου  στα  χρόνια  του  Οσίου  Αντωνίου († 10 Ιουλίου). Ο Όσιος  πράγματι  ήταν  αγαπητός στον  Θεό  και  έτσι  τον αξίωσε  του  χαρίσματος της θαυματουργίας. Η φήμη του απλώθηκε παντού και πλήθη πιστών έρχονταν στον Όσιο, για να θεραπευθούν. Για το λόγο αυτό τον αποκαλούσαν ιατρό. Ανάμεσα στους άλλους, εθεράπευσε και τον πρίγκιπα του Τσέρνιγκωφ Βλαδίμηρο Βσεβολόντοβιτς, ο  οποίος αργότερα έγινε μεγάλος πρίγκιπας του Κιέβου με την επωνυμία «Μονομάχος». 
Ο  Όσιος  Αγαπητός  εκοιμήθηκε  με  ειρήνη και τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται στο Σπήλαιο του  Αγίου  Αντωνίου.

Ο Όσιος Διονύσιος ο Θαυματουργός του Γλουσέτσκ


Ο  Όσιος Διονύσιος, κατά κόσμον Δημήτριος, εγεννήθηκε, πιθανόν το  1362, στα προάστια της πόλεως  Βολογκντά  της  Ρωσίας. Από μικρή ηλικία αγαπούσε το μοναχικό βίο. Για το λόγο αυτό  άφησε την πατρική οικία και εισήλθε, το 1386/87, στη μονή Σπασοκαμένσκϊυ. Ηγούμενος ήταν  ο  Διονύσιος  ο  Έλλην,  μετέπειτα  Επίσκοπος Ροστώβ († 1425). Ο  νεαρός  Δημήτριος με δάκρυα στα μάτια παρεκάλεσε τον ηγούμενο να τον κάνει μοναχό. Ο ηγούμενος Διονύσιος, βλέποντας τον ένθεο ζήλο του, προχώρησε στη μοναχική κουρά και του έδωσε το όνομα Διονύσιος, ενώ τον εμπιστεύθηκε στην πνευματική  καθοδήγηση κάποιου εκ των αδελφών  της  μονής.  Εκεί  έζησε  για εννέα χρόνια με υπακοή, νηστεία και  αδιάλειπτη προσευχή, χωρίς να μειώσει ποτέ την άσκηση μέχρι  το  τέλος  της  ζωής  του.
Η  ταπεινοφροσύνη, η  άσκηση  στην  αγάπη  και η εργατικότητά του έκαναν τον Όσιο Διονύσιο πολύ  αγαπητό μεταξύ των μοναχών, που  τον εθεωρούσαν άνθρωπο με μεγάλο πνευματικό βάρος.
Από τη  μονή  έφυγε,  μαζί  με  το μοναχό Παχώμιο, μετά  από  ευλογία του  ηγουμένου, με προορισμό  την ξεχασμένη κοινοβιακή  μονή  του Αγίου Λουκά αναζητώντας την ησυχία. Ο άγιος βίος  και  η πνευματική  σοφία του Οσίου Διονυσίου προσείλκυσαν πολύ κόσμο. Ο Όσιος συμπεριφερόταν προς όλους ως πραγματικός πατέρας. Κατείχε, επίσης, το χάρισμα του αγιογράφου, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μαραγκός και  σιδηρουργός για τις ανάγκες της μονής. Δεν επερνούσε λεπτό χωρίς ασχολία και έτρωγε μόνο ελάχιστη τροφή, όταν εξαντλούσε όλες  του  τις  δυνάμεις.  Το 1396, ο  Όσιος Διονύσιος εχειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος  από  τον  Αρχιεπίσκοπο  του  Ροστώβ  Γρηγόριο († 1416).
Όμως  ο  μοναχός  Παχώμιος δεν άντεξε τη σκληρή  άσκηση  και  γι’ αυτό  αναγκάσθηκε  και ο  Όσιος Διονύσιος να εγκαταλείψει το  μέρος εκείνο μαζί του. Επήγε ανατολικά, στη λίμνη Κουμπενσκόε, 15 χιλιόμετρα από την όχθη του ποταμού Γκλουσίκα. Εγκαταστάθηκε σε ένα απομακρυσμένο μέρος το οποίο περιέβαλαν δένδρα. Στον τόπο αυτό ύψωσε το σταυρό που μετέφερε από τον Άγιο Λουκά και αφού κατασκεύασε ένα  κελί,  εξεκίνησε  απομονωμένος  τη  σκληρή  ζωή  του   ερημίτου. Με τον ερχομό  ενός  στάρετς  και  μερικών  άλλων αδελφών,  οι  οποίοι  επιθυμούσαν να μείνουν μαζί του, περί  το 1400, εδημιούργησε μία μικρή μοναχική αδελφότητα. Εκαλλιεργήθηκε έτσι η σκέψη  να  κτιστεί  ένα  μοναστήρι.  Με  τη  βοήθεια του πρίγκιπος της περιοχής, ο οποίος ήταν  ο  πατέρας  του πρίγκιπος  Ιωάσαφ,  που έγινε  και  αυτός  μοναχός,  εστάλησαν εργάτες και  εξεκίνησε  η  οικοδόμηση  του  μοναστηριού. Το 1402, ο  Όσιος Διονύσιος επήγε στο Ροστώβ προκειμένου να πάρει την άδεια του  Επισκόπου Γρηγορίου για την ανέγερση της νέας μονής. Ο Επίσκοπος συμβούλευσε τον Όσιο να ιδρύσει κοινόβια μονή, για να μην έχουν προσωπική περιουσία οι μοναχοί και να ζουν με κοινοκτημοσύνη κατά το πρότυπο των Αποστόλων. Το 1403, ετελείωσε ο ξύλινος ναός του  μοναστηριού,  ο οποίος  ήταν  αφιερωμένος στη  Κυρία  Θεοτόκο.
Την  εποχή  εκείνη  οι  πατέρες της μονής  ήταν περί τους 15 και εμόναζαν σύμφωνα με τους αυστηρούς κοινοβιακούς κανόνες του Αγίου Όρους. Καθώς αυξανόταν σταδιακά ο αριθμός των αδελφών της μονής, το 1412, εκτίσθηκε μία καινούργια  εκκλησία,  και  αυτή αφιερωμένη στην  Παναγία.
Η  αγάπη για την ερημική  ζωή ήταν ριζωμένη στην καρδιά του Οσίου Διονυσίου και  τον προκαλούσε να εγκατασταθεί σε ένα απομακρυσμένο  και κρυφό τόπο. Έτσι  απεφάσισε να μεταβεί  4 χιλιόμετρα μακριά από τη μονή στις όχθες του ποταμού Γλουσίκα, περιοχή  που  αργότερα ονομάστηκε Σονσοβέτς. Εκεί  διέμενε σε άγνοια των μοναχών, προσευχόμενος και νηστεύοντας αυστηρά. Μετά από μεγάλες πιέσεις των άλλων μοναχών ο  Όσιος  Διονύσιος  επέστρεψε  στο μοναστήρι, αλλά  αποφάσισε  να  κτίσει μικρά  ασκηταριά στην περιοχή  του  Σονσοβέτς για  τους  μοναχούς εκείνους  που  επιθυμούσαν  να  αποσυρθούν  στην έρημο. Το  1419, επήγε εκ νέου στο  Ροστώβ προκειμένου να πάρει την ευλογία του  Επισκόπου για  το  νέο  μοναστήρι.  Ο  Επίσκοπος, αφού του  έδωσε  την  ευλογία  του,  του  προσέφερε μία εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας  και  διάφορα  άλλα  σκεύη για το  ναό. Έτσι στο  Σονσοβέτς  εκτίστηκε, το 1420, μία εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Για την ανέγερση του μοναστηριού, ο Όσιος  Διονύσιος  κατάφερε  να  εξασφαλίσει την οικονομική  βοήθεια του  πρίγκιπος  Γεωργίου, του οποίου διασώζονται τρεις επιστολές περι των δωρεών του. Περί το 1422, ο  Όσιος Διονύσιος εγκατέλειψε το μοναστήρι του Γλουσίκα και  την ηγουμενία, για να ζήσει ακόμη πιο ασκητικά με μερικούς  μοναχούς  στο  Σονσοβέτς.
Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἡ ἐλεημοσύνη ἦταν ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς πνευματικότητος τοῦ Ὁσίου Διονυσίου. Σὲ περιόδους πείνας πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ κατέφευγαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ πάρουν λίγο ψωμὶ καὶ ὅ,τι ἄλλο μποροῦσε νὰ τοὺς διαθέσει. Διέθετε ἀκόμη καὶ τὸ ἰδικό του φαγητὸ στοὺς ἐνδεεῖς. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς μονῆς κάποιες φορὲς δὲν κατανοοῦσαν αὐτὴ τὴ γενναιοδωρία τοῦ Ὁσίου Διονυσίου, ἡ ὁποία κάποιες φορὲς ἀπειλοῦσε νὰ ἐξαντλήσει ἀκόμη καὶ τὶς λιγοστὲς προμήθειες τῆς μονῆς.
Στη βιογραφία του Οσίου Διονυσίου καταγράφεται το παρακάτω περιστατικό: «Ένας νέος  μεταμφιέσθηκε  σε ζητιάνο με την καθοδήγηση  των μοναχών. Αυτός επήγε στην πόρτα του μοναστηριού και εζήτησε βοήθεια από τον Όσιο Διονύσιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα, αλλά το  ίδιο βράδυ οι  μοναχοί απεκάλυψαν  στον Όσιο  τι  είχαν  κάνει  δίδοντάς  του πίσω τα χρήματα  που  είχε  δώσει  στο  νέο.  Ο  Όσιος,  χωρίς να  θυμώσει,  τους  είπε ότι εφ’ όσον είναι εντολή του Κυρίου να κάνουμε το καλό θα πρέπει να σταματήσουν να του υποδεικνύουν να πάψει να είναι ελεήμων. Κατηχώντας τους άλλους μοναχούς, έλεγε: «Παιδιά μου, μη φοβάσθε τους κόπους που  έχει η έρημος και μην αφήνετε την άσκηση. Μέσα από πολλές δοκιμασίες θα φθάσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Ελευθερωθείτε με τη  νηστεία  από  κάθε  χοϊκό  και φθαρτό πράγμα. Η  προσευχή μας πρέπει να πηγάζει  από  την  καθαρή  καρδιά μας και θα πρέπει να είμαστε ταπεινοί. Σχετικά με την ελεημοσύνη  σας  υπενθυμίζω  τα  λόγια  του Κυρίου: «Μακάριοι οι ελεήμονες». Άς είμαστε ελεήμονες  απέναντι σε όλους και ο Κύριος θα δείξει  έλεος και  σε εμάς, διότι αγαπά τον Θεό μόνον  όποιος  αγαπά  τον  αδελφό  του».
Επτά  χρόνια πριν την κοίμησή του ο Όσιος έσκαψε τον τάφο του και κάθε ημέρα τον επισκεπτόταν. Με  αυτό  τον τρόπο εκαλλιεργούσε στην καρδιά του τη μνήμη του θανάτου.           
Ο  Όσιος  Διονύσιος  εκοιμήθηκε με ειρήνη, το 1437, σε  ηλικία  εβδομήντα  πέντε  ετών.