26/2/17

Οι Αγίες Φωτώ, Φώτις, Παρασκευή, Κυριακή και Ανατολή οι Μάρτυρες αδελφές της Αγίας Φωτεινής

Οι Αγίες Φωτώ, Παρασκευή, Κυριακή  και Ανατολή  τελειώθησαν δια ξίφους  και  η  Αγία  Φώτις  ετέθηκε  σε  δύο  δένδρα, τα οποία απολυθέντα  την  διέσχισαν  στα  δύο.


Απολυτίκιον. Ήχος  α’. Της  ερήμου  πολίτης.       
Φωτεινήν  και  Φωτίδα  και  Φωτώ  ανυμνήσωμεν,  συν  Ανατολή  Φωτεινόν τε Ιωσήν θείοις άσμασιν, ομού  Κυριακήν Παρασκευήν, τους Μάρτυρας Χριστού  περιφανείς·  θείαν  χάριν γαρ αιτούνται και φωτισμόν, τοις  πίστει  ανακράζουσι·  δόξα  τω  ενισχύσαντι  υμάς,  δόξα τω  στεφανώσαντι,  δόξα  τω  ενεργούντι  δι’  υμών  πάσιν  ιάματα.


Ο Άγιος Σεβαστιανός ο δούκας

Ο  Άγιος  Μάρτυς Σεβαστιανός  ήταν  ηγεμόνας  της  πόλεως  της  Καρθαγένης. Ασπάσθηκε  τη  χριστιανική  πίστη  από  τον  ευαγγελικό  λόγο  του  υιού  της Αγίας  Φωτεινής  Βίκτωρος  ή  Φωτεινού  και  μαρτύρησε  επί  αυτοκράτορα Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.).

25/2/17

Ο Άγιος Ταράσιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ο  Άγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ανατράφηκε και εκπαιδεύθηκε  στην Κωνσταντινούπολη  από  γονείς  ευσεβείς  και  ευγενείς,  τον  Γεώργιο, κριτή και πατρίκιο και την Ευκρατία. Λόγω της μεγάλης του μορφώσεως ανυψώθηκε  στο  αξίωμα  του  πρωτασηκρίτου.
Οι εκκλησιαστικές περιστάσεις  την  εποχή  εκείνη  ήταν  αρκετά  σοβαρές. Υπήρχε ακόμα ο πόλεμος των  εικονομάχων,  η  δε  θέση  των  Ορθοδόξων έγινε  ακόμη  πιο  δύσκολη  δια  του  θανάτου του  Πατριάρχου Παύλου  Δ’  του Κυπρίου (780 – 781 μ.Χ.). Η  βασίλισσα Ειρήνη η Αθηναία, η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο υιό της Κωνσταντίνο ΣΤ’ (780 – 798 μ.Χ.), κατανόησε, ότι χρειαζόταν εκκλησιαστικός ηγέτης με ευσέβεια, θεολογική κατάρτιση και διοικητική ικανότητα, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις περιστάσεις και τα προβλήματα. Έτσι εξελέγη Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως  από  τους  λαϊκούς  ο  Άγιος  Ταράσιος παρά τις επίμονες αρνήσεις του, αφού έλαβε υπόσχεση  από τους  βασιλείς, ότι θα συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος που θα αντιμετωπίσει τα  διάφορα θεολογικά  ζητήματα  και  τα  εκκλησιαστικά  θέματα. Η  χειροτονία  του νέου  Πατριάρχου  έγινε  στις  25  Δεκεμβρίου  784  μ.Χ.
Κατά την διάρκεια της πατριαρχίας του ο Άγιος μερίμνησε για  την αποκατάσταση των σχέσεων με την Δυτική  Εκκλησία επί Πάπα  Αδριανού Α’ (771 – 795 μ.Χ.)  και  την  σύγκλιση  της Ζ’  Οικουμενικής  Συνόδου,  το  έτος 787 μ.Χ., στη Νίκαια, η οποία καταδίκασε τους εικονομάχους  και  ακύρωσε την εικονομαχική Σύνοδο του έτους 754 μ.Χ. θέτοντας ως βάση του δογματικού  καθορισμού  τα σχετικά συγγράμματα του  Αγίου  Ιωάννου  του Δαμασκηνού  ( 4 Δεκεμβρίου). Η  όγδοη  συνεδρία  της  Συνόδου  έγινε  στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα, όπου οι βασιλείς Ειρήνη και Κωνσταντίνος  υπέγραψαν  τους  Όρους  της  Συνόδου.
Στην  ευσέβεια  και  το  εκκλησιαστικό  ήθος  του  Αγίου  οφείλεται  και  η μέριμνα που έλαβε η Εκκλησία κατά της σιμωνίας, του χρηματισμού δηλαδή για την απόκτηση  εκκλησιαστικών  αξιωμάτων  και  ιδιαίτερα  των επισκοπικών θέσεων. Παράλληλα ο Άγιος ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική και κοινωνική δράση  και  διακρίθηκε  για  την  ελεημοσύνη του  προς  τους  πτωχούς.
Η αγάπη του  προς τον  μοναχισμό  εκφράστηκε  και  με  την  ίδρυση  Μονής στο στενό  του Βοσπόρου, στην οποία  και  ενταφιάσθηκε  μετά  την  οσιακή κοίμησή  του  την  Τετάρτη  της  Α’  εβδομάδας  των  Νηστειών, το  έτος  806  μ.Χ. Ο  αυτοκράτορας  Μιχαήλ  Α’  ο  Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.)  τον  Μάρτιο  του έτους  813  μ.Χ.  ενέδυσε  τον  τάφο  του  Αγίου με  άργυρο,  επιδεικνύοντας  έτσι και  αυτός και η βασίλισσα  Προκοπία  τον  σεβασμό  τους  προς την  μνήμη του  Αγίου.        
Η  Σύναξη  του  Αγίου  Ταρασίου  ετελείτο  στη  Μεγάλη   Εκκλησία.


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.       
Βίου ορθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστήρ υπέρλαμπρος, ώφθης του Πνεύματος, και την Εικόνα του Χριστού, Συνόδω εν τη Εβδόμη, προσκυνείν εκήρυξας, ορθοδόξως μακάριε, στύλος και εδραίωμα, Εκκλησίας γενόμενος· διο τους  σους  αγώνας γεραίρει, Πάτερ  Ιεράρχα Ταράσιε.


Κοντάκιον.  Ήχος  γ’.  Η  Παρθένος  σήμερον.
Ορθοδόξοις  δόγμασι, την  Εκκλησίαν  φαιδρύνας, και  Χριστού  μακάριε,  την σεβασμίαν Εικόνα, σέβεσθαι, και  προσκυνείσθαι  πάσι  διδάξας,  ήλεγξας, Εικονομάχων άθεον δόγμα· δια τούτό  σοι  βοώμεν·  χαίροις  ω  Πάτερ  σοφέ Ταράσιε.

Έτερον Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον. 
Ώσπερ μέγας ήλιος, ταις των δογμάτων, και θαύμα, των λάμψεσι, φωταγωγείς διαπαντός, της οικουμένης το πλήρωμα, ουρανομύστα, παμμάκαρ  Ταράσιε.


Μεγαλυνάριον.
Τύπων καλών έργων δι’ αρετής, εν τη Εκκλησία, παραστήσας Πάτερ σαυτόν, του Χριστού τον τύπον, εν ιεραίς Εικόσιν, εδίδαξας τιμάσθαι, ορθώς  Ταράσιε.


Ο Άγιος Ρηγίνος ο Ιερομάρτυρας

Ο Άγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στη Λεβάδεια της Βοιωτίας στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. από ευσεβείς  και  ενάρετους  γονείς, οι οποίοι τον βοήθησαν  να  λάβει  τη  θύραθεν  παιδεία  αλλά και  την ορθόδοξη αγωγή. Η αγάπη του για τον Κύριο  και  η  πνευματική του πρόοδος τον μεταμόρφωσαν σε σκεύος εκλογής  και  σε ναό  της  Αγίας  Τριάδος.
Ο Άγιος έζησε την εποχή που βασίλευσαν οι δύο υιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο  μεν  Κωνστάντιος  στην  Κωνσταντινούπολη (Ανατολή), ο δε Κώνστας στη Ρώμη (Δύση). Και οι δύο διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχαν ανατραφεί με τις αρχές  της  χριστιανικής  πίστεως, αλλά ο  μεν  Κωνστάντιος  είχε  συνειδητά  αποδεχθεί  τον  Αρειανισμό, ο δε Κώνστας παρέμεινε πιστός στις δογματικές αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο είχαν ως κοινά χαρακτηριστικά  της θρησκευτικής τους πολιτικής, αφ’ ενός μεν την καταπολέμηση της εθνικής θρησκείας, αφ’ ετέρου δε την υπεράσπιση της ενότητος της Εκκλησίας.
Η εκκλησιαστική τους πολιτική  είχε  ως  συνέπεια όχι μόνο τη συντήρηση, αλλά και την διεύρυνση της εκκλησιαστικής διασπάσεως μεταξύ  των  οπαδών  και  των  αντιπάλων  της  Α’ Οικουμενικής  Συνόδου. Οι συνεχείς παρεμβάσεις, αυθαίρετες ή μη, στα  εκκλησιαστικά πράγματα  υπήρξαν πηγή  εντάσεως  στις αρειανικές έριδες του 4ου αιώνος  μ.Χ.
Έτσι  ο Άγιος απεστάλη  στη νήσο  Σκόπελο  από τον θείο  του  Αχίλλειο ( 15 Μαΐου, πολιούχος της πόλεως Λάρισας), για να ενισχύσει τους εξόριστους που  βρίσκονταν  εκεί και  να τους  στερεώσει  στην  ορθόδοξη πίστη.
Σύμφωνα  με κάποιες πληροφορίες του Συναξαριστή του Αγίου Αχιλλείου, ο Ἅγιος Ρηγίνος παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Οικουμενικής  Συνόδου, το  έτος 325 μ.Χ. μαζί με τον Άγιο Αχίλλειο. Όμως, μολονότι  καταδικάσθηκε  ομόφωνα  από  τους  θεοφόρους Πατέρες  η  αίρεση του  Αρειανισμού, οι οπαδοί του  Αρείου  δεν  εξέλιπαν και συνέχισαν να διαδίδουν τις αιρετικές δοξασίες τους. Επικράτησε εκ νέου  μεγάλη  αναταραχή  στους  κόλπους  της  Εκκλησίας, κρίση  και κατά συνέπεια χωρισμός σε δυο παρατάξεις, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα  τους  δύο  αυτοκράτορες  Κωνστάντιο  και  Κώνστα. Τελικά  οι δύο αυτοκράτορες συμφώνησαν να συγκληθεί στη Σαρδική (Σόφια). Πράγματι, η Σύνοδος συγκλήθηκε στη Σαρδική, το έτος 343 μ.Χ. Στη Σύνοδο έλαβε μέρος και ο Άγιος Ρηγίνος, ο οποίος εξόντωσε όλες  τις αιρέσεις  με το  λόγο  του  και  την  τόλμη  της  γνώμης  του.
Μετά  τη λήξη της Συνόδου ο Άγιος Ρηγίνος επέστρεψε στη Σκόπελο. Αλλά  και πάλι η Εκκλησία του  Χριστού  κλυδωνίσθηκε  και  ταράχθηκε από  τον αυτοκράτορα  της  Κωνσταντινουπόλεως Ιουλιανό τον Παραβάτη (361 – 363 μ.Χ.), ο οποίος θέλησε να επαναφέρει τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.     
Στη  διάρκεια  των  διωγμών που  διέταξε ο βασιλέας, έφθασε στη Σκόπελο  ο  έπαρχος  της Ελλάδας  και  των  Σποράδων. Αμέσως  κάλεσε τον  ποιμενάρχη  της  Σκοπέλου  και  του  υπέδειξε  να  αλλάξει πίστη  και να  ασπασθεί  την ειδωλολατρία. Όμως ο Άγιος περιφρόνησε την υπόδειξή  του  και  ενέμεινε  με πνευματική  ανδρεία και  σταθερότητα στην πατρῴα ευσέβεια. Στις 25  Φεβρουαρίου  του  362 μ.Χ. οδηγήθηκε  για τελευταία  φορά  ενώπιον του  επάρχου. Στις προτροπές του  να  αρνηθεί τον Χριστό, ο Άγιος δεν έδωσε καμία  απάντηση. Έτσι οδηγήθηκε στο στάδιο της νήσου, όπου υπέστη και άλλα φρικτά βασανιστήρια και ακολούθως  στη  θέση  «Παλαιό  Γεφύρι»,  όπου  αποκόπηκε από τον δήμιο  η τίμια κεφαλή του. Την νύχτα οι  Χριστιανοί  παρέλαβαν  το  τίμιο σκήνωμα  του  Αγίου και το ενταφίασαν μέσα στο δάσος του υπερκείμενου  λόφου, όπου  βρίσκεται  μέχρι  σήμερα  ὁ  τάφος  του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.         
Τῆς Σκοπέλου προστάτης καὶ ποιμὴν ἐνθεώτατος, ὤφθης Ἱεράρχα Ῥηγῖνε, ὡς τοῦ Πνεύματος σκήνωμα, καὶ αἵματι σοφὲ μαρτυρικῷ, φοινίξας τὴν ἁγίαν σου στολήν, διασώζεις ἐκ κινδύνων καὶ πειρασμῶν, τοὺς πίστοι ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν Ἱεράρχην τῆς Σκοπέλου καὶ διδάσκαλον
Καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνὸν καὶ ἰσοστάσιον
Μακαρίσωμεν Ῥηγῖνον τὸν θεηγόρων·
Τῷ Χριστῷ γὰρ ἱεράτευσεν ὡς ἄγγελος
Καὶ ἀθλήσας διασώζει πάσης θλίψεως           
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις Πάτερ θεόληπτε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Σκοπέλου θεῖος ποιμήν, Ῥηγῖνε παμμάκαρ, ὁ ἀθλήσας καρτερικῶς· χαίροις Ἐκκλησίας, ὁ φωτοφόρος λύχνος, σοφὲ Ἱερομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.


24/2/17

Εύρεσις Τιμίας κεφαλής του Αγίου Προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη

Όταν αποκεφαλίσθηκε από  τον  Ηρώδη,  ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Πρόδρομος,  η τίμια κεφαλή αυτού τοποθετήθηκε μέσα σε αγγείο  από  όστρακο  και κρύφθηκε στην οικία του Ηρώδη. Μετά από πολλά χρόνια, ο Άγιος Ιωάννης φανερώθηκε στο όνειρο δύο μοναχών, οι οποίοι είχαν αναχωρήσει για τα  Ιεροσόλυμα με σκοπό να προσκυνήσουν τον  τάφο  του Κυρίου,  αγγέλλοντας σε αυτούς, που  βρίσκεται  η  τίμια  κεφαλή  του.  Και εκείνοι, αφού την βρήκαν, την είχαν με  τιμές.  Από  αυτούς  την  παρέλαβε κάποιος κεραμεύς και την μετέφερε στην πόλη των  Εμεσηνών. Όταν όμως πέθανε, την κληροδότησε στην αδελφή του. Και  από  τότε  διαδοχικά περιήλθε σε πολλούς, για να  καταλήξει  στα  χέρια  κάποιου  ιερομονάχου αρειανού που ονομαζόταν Ευστάθιος και φύλαξε την τίμια κάρα σε σπήλαιο. Από εκεί μεταφέρθηκε, επί Ουάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στο Παντείχιον  της Βιθυνίας μέχρι  που  ο  Θεοδόσιος  ο  Μέγας  (379 – 395 μ.Χ.) ανεκόμισε  αυτή  στο  Έβδομο  της  Κωνσταντινουπόλεως,  όπου  ανήγειρε μέγα  και  περικαλλέστατο  ναό.
Βέβαια περί της ευρέσεως της  τιμίας  κεφαλής  του  Προδρόμου  υπάρχουν και άλλες αντιφατικές παραδόσεις. Κατ’ άλλη εκδοχή η τίμια  κάρα ευρέθηκε  στην  Έμεσα  το  έτος  458 μ.Χ., επί  βασιλέως  Λέοντος  Α’ (457 – 474 μ.Χ.), ενώ άλλοι δέχονται ότι αυτή ευρέθηκε το έτος 760 μ.Χ. και μεταφέρθηκε  στο  ναό  του  Αγίου  Ιωάννου  του  Προδρόμου  στην  Έμεσα. Από εκεί μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επί  βασιλείας  Μιχαήλ Γ’ (842 – 867 μ.Χ.)  και  πατριαρχίας  Ιγνατίου.
Περί  των  ιερών  λειψάνων  του  Τιμίου  Προδρόμου  βρίσκουμε  ειδήσεις  και σε διάφορους  χρονογράφους.  Ο  Ζωναράς  αναφέρει  ότι  το  έτος  968  μ.Χ.  ο Νικηφόρος  Φωκάς  βρήκε  στην  Έδεσσα  της  Μεσοποταμίας  «βόστρυχον  του Βαπτιστού Ιωάννου αίματι περφυμένον», που μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη. Πέντε δε χρόνια νωρίτερα, κόμισε στην Κωνσταντινούπολη από τη Βέροια της Συρίας, περί τον Απρίλιο  του  έτους 963 μ.Χ., μέρος του ιματίου του Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία ο Νικηφόρος Φωκάς βρήκε στην Κρήτη  «το ένδυμα του  Προφήτου εκ τριχών καμήλου τυγχάνον και περί τον τράχηλον ημαγμένον».
Η Σύναξη της ευρέσεως της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ετελείτο στο Προφητείο  του,  που  βρισκόταν  στην  τοποθεσία την  ονομαζόμενη  Φωρακίου.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ γης ανατείλασα, η του Προδρόμου Κεφαλή, ακτίνας αφίησι, της αφθαρσίας πιστοίς των ιάσεων· άνωθεν συναθροίζει, την πληθύν των Αγγέλων, κάτωθεν συγκαλείται, των ανθρώπων τα γένη,  ομόφωνον αναπέμψαι,  δόξαν  Χριστώ  τω  Θεώ.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.  
Προφήτα  Θεού, και Πρόδρομε της χάριτος, την  Κάραν  την  σην,  ως  ρόδον ιερώτατον,  εκ  της  γης  ευράμενοι,  τας ιάσεις  πάντοτε  λαμβάνομεν, και  γαρ πάλιν  ως  πρότερον,  τω  κόσμω  κηρύττεις  την  μετάνοιαν.


Μεγαλυνάριον.
Ώσπερ μυροθήκη πνευματική, εκ γης ανεφάνη,  σου  η  πάντιμος  Κεφαλή, Βαπτιστά Κυρίου, και κόσμον κατευφραίνει, της ηδυπνόου δόξης ταις διαδόσεσι.


Ο Όσιος Έρασμος εκ Ρωσίας

Ο  Όσιος  Έρασμος  γεννήθηκε  στη  Ρωσία  από  πλούσιους  και  επιφανείς γονείς. Όταν, μία μέρα, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, άκουσε τον διάκονο να προσεύχεται για εκείνους που αγαπούν την ευπρέπεια του οίκου του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του  για  την  ευπρέπιση  του  ναού  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου των  Σπηλαίων  της  Λαύρας  του Κιέβου. Έπειτα  έγινε και  ο ίδιος μοναχός  εκεί  και  άρχιζε να  στολίζει  τον  εαυτό του  με τις  αρετές  του Αγίου  Πνεύματος.
Όμως  ο  διάβολος  έστησε  μία  ολέθρια  παγίδα  στον  Όσιο. Όταν  πια όλα  τα πλούτη του είχαν χρησιμοποιηθεί για την Εκκλησία της Παναγίας, ο  μακάριος Έρασμος  σκέφθηκε  ότι  μάταια  τα  ξόδεψε γι’ αυτό  τον  σκοπό  και  ότι  έπρεπε  να τα μοιράσει  στους  πτωχούς. Ο Όσιος  δεν  κατάλαβε πως  οι  λογισμοί  αυτόί  ήταν  πειρασμικοί. Έπεσε σε  αθυμία και  απόγνωση. Ούτε οι  προσπάθειες  του  ηγουμένου,  ούτε  η  συμπαράσταση  και  οι  συμβουλές  των  αδελφών  στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και  να  τον  παρηγορήσουν.  Άρχισε  να  ζει  απρόσεκτα για μοναχό. Σπαταλούσε τον χρόνο του μοναχικού βίου του άσκοπα, χωρίς πνευματικό  αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην  ψυχόλεθρη  ακηδία  και  την  αμέλεια.
Όταν  είδαν  οι  πατέρες  ότι  τα  λόγια  τους  όχι  μόνο  δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον ερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και  άρχισαν να προσεύχονται. Ο  φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, να  ασθενήσει. Ο  Όσιος  έφθασε  στα  πρόθυρα  του θανάτου. Για επτά ημέρες ήταν αναίσθητος, μην μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα. Την όγδοη ημέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Εκείνη την στιγμή όμως, ο ετοιμοθάνατος Έρασμος, συνήλθε, ανασηκώθηκε, κάθισε στο κρεβάτι και  είπε προς τους πατέρες: «Αδελφοί, είμαι αμαρτωλός και έζησα  ράθυμα. Ο  θάνατος  με  βρήκε    μετανόητο.  Ενώ  όμως  ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οι Όσιοι Πατέρες  μας  Αντώνιος  και  Θεοδόσιος  και μου είπαν ότι προσευχήθηκαν  για  μένα στον Κύριο. Και  Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος,  μου  χάρισε  καιρό  μετανοίας.  Μετά  είδα  και  την Κυρία  Θεοτόκο,  η  οποία  μου  είπε  ότι,  επειδή  στόλισα  την  Εκκλησία της  και  την πλούτισα με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε  για  μένα στον Υιό της και σε τρεις ημέρες θα  με πάρει κοντά της, επειδή  αγάπησα την ευπρέπεια του οίκου αυτής».
Έτσι, μετά τρεις ημέρες ο Όσιος Έρασμος, το έτος 1160, κοιμήθηκε ειρηνικά.


23/2/17

Ο Άγιος Πολύκαρπος ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Σμύρνης

Ο  Άγιος  Ιερομάρτυς  Πολύκαρπος γεννήθηκε περί το 80 μ.Χ. από ευσεβείς  και  φιλόθεους γονείς, τον Παγκράτιο  και  τη  Θεοδώρα, που είχαν  εγκλειστεί  στη  φυλακή  για την πίστη του Χριστού, και βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε  μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, μαθητή του Ευαγγελιστού Ιωάννη. Λίγο πριν αναχωρήσει από τον πρόσκαιρο αυτό βίο ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης ( 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετά  των  Αγίων  Αποστόλων, ως  διάδοχό  του, τον  Άγιο  Πολύκαρπο  και  μετά  κοιμήθηκε  μὲ  ειρήνη.
Ο  Άγιος  παρακολούθησε  με αγωνία  και  προσευχή τη σύλληψη  του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επισκόπου Αντιοχείας και τα μαρτύρια αυτού. Η αγάπη του προς  τον  θεοφόρο  Πατέρα  μαρτυρείται  και  από την Επιστολή  την οποία  έγραψε  προς  τους  Φιλιππησίους. Σε αυτή  την επιστολή  τους συγχαίρει για την φιλοξενία, την οποία παρείχαν στον Άγιο  Ιγνάτιο, όταν  αυτός  διήλθε  από  την  πόλη τους. Το  κείμενο  αυτό του  Αγίου  Πολυκάρπου  διακρίνεται  για  τον  αποστολικό, θεολογικό  και  ποιμαντικό  χαρακτήρα  του.
Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη  διδασκαλία του  Ευαγγελίου, καθώς μιλούσε  πάντα σύμφωνα με τις Γραφές. Ήταν ο γνησιότατος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας. Ο Άγιος Ειρηναίος παρέχει την πληροφορία ότι ο Άγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε  πολλούς  από  τις αιρέσεις  του  Βαλεντίνου  και του Μαρκίωνος στην Εκκλησία του Θεού. Διηγείται μάλιστα και ένα επεισόδιο αναφερόμενο στη στάση του Αγίου Πολυκάρπου έναντι του Μαρκίωνος. Όταν ο αιρεσιάρχης αυτός τον πλησίασε κάποτε και του απηύθυνε  την παράκληση:  «επεγίνωσκε  ημάς», δηλαδή  αναγνώρισέ μας, ο Άγιος απάντησε: «επιγινώσκω, επιγινώσκω σε τον πρωτότοκον του Σατανά».
Ένα άλλο επεισόδιο ανάγεται στη γεροντική  ηλικία του Αγίου Πολυκάρπου. Όπως είναι γνωστό, οι Εκκλησίες της Μικράς Ασίας εόρταζαν το  Πάσχα  στις  14 του  μηνός  Νισσάν, σε  οποιαδήποτε  ημέρα και  αν  τύχαινε αυτό. Αντίθετα οι άλλες Εκκλησίες δεν εόρταζαν καθόλου το Πάσχα, αλλά  αρκούνταν στον εβδομαδιαίο  κατά  Κυριακή εορτασμό  της Αναστάσεως, τονίζοντας ασφαλώς περισσότερο τον εορτασμό της πρώτης Κυριακής μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Επειδή  λόγω της διαφοράς αυτής η  Εκκλησία  της  Ρώμης τηρούσε αυστηρή  στάση  έναντι  των  Μικρασιατών, ο  Άγιος Πολύκαρπος  αναγκάσθηκε να  μεταβεί  στη  Ρώμη, για  να  διευθετήσει το  ζήτημα και  άλλα δευτερεύοντα θέματα, με τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο.
Μετά  την επιστροφή του  από  την  Ρώμη, υπέργηρος  πλέον, συνέχισε την  αποστολική  δράση  του  με  τόση  επιτυχία, ώστε προκάλεσε την οργή  των  ειδωλολατρών. Αυτή  η προδιάθεση ήταν φυσικό να προκαλέσει  το μαρτύριό του, που ακολούθησε την εξής πορεία. Ο Κόϊντος, ζηλωτής  Χριστιανός, ο  οποίος  ήλθε  στη  Σμύρνη  από  τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο  Στάτιο  Κοδράτο, για  να  δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά  τους  καὶ  την  πίστη  τους  στον  Χριστό, πράγμα το  οποίο φυσικά  προοιώνιζε θάνατο. Τελικά  μαρτύρησαν όλοι, εκτός  από  τον Κόϊντο, ο  οποίος  δειλιάσας  την  τελευταία  στιγμή, θυσίασε  στα  είδωλα. Ο  όχλος, αν  και  θαύμασε την γενναιότητα  των  Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και  να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, ο οποίος πιεζόμενος από τους Χριστιανούς είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Τελικά ο Άγιος συνελήφθη το έτος 167 και οδηγήθηκε ενώπιον  του  ανθυπάτου.
Ο  γηραιός  Επίσκοπος  δεν  ταράχθηκε. Το πρόσωπό  του  ήταν  γαλήνιο και λαμπερό. Ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν  να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο  Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι  υπηρετεί  τον  Χριστό  επί 86 έτη  χωρίς  καθόλου  να  Τον εγκαταλείψει. Πως  μπορούσε  λοιπόν  τώρα να Τον  βλασφημήσει  και  να  Τον  αρνηθεί;  Ο  ανθύπατος  τότε  διέταξε να  τον ρίξουν στην  φωτιά. Ο  Γέρων Πολύκαρπος  αποδύθηκε  μόνος  τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο του αγαπητού και ευλογητού παιδός Σου Ιησού  Χριστού Πατήρ, δι’ Ού την περί Σου επίγνωσιν ειλήφαμεν,  ο Θεός των αγγέλων  και δυνάμεων, και πάσης της κτίσεως, και παντός του γένους των δικαίων, οί ζώσιν  ενώπιόν  Σου, ευλογώ Σε, ότι ηξίωσάς με της ημέρας και ώρας ταύτης του λαβείν με μέρος  εν αριθμώ των μαρτύρων Σου, εν τω ποτηρίω του  Χριστού Σου, εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχής τε και  σώματος, εν αφθαρσίᾳ Πνεύματος Αγίου, εν οίς προσδεχθείην ενώπιόν Σου σήμερον εν θυσίᾳ  πίονι  και  προσδεκτή, καθώς  προητοίμασας  και  προσεφανέρωσας και  επλήρωσας  ο  αψευδής  και  αληθινός  Θεός. Δια τούτο και  περί πάντων  αινώ Σε, ευλογώ Σε, δοξάζω Σε, συν τω αιωνίω και επουρανίω Ιησού  Χριστώ,…».
Η  φωτιά  σχημάτισε γύρω  από  το  σώμα  του  Αγίου Πολυκάρπου καμάρα  χωρίς  να  τον  αγγίζει. Τότε στρατιώτης  εκτελεστής  τελείωσε τον  Άγιο  Μάρτυρα  δια  του ξίφους. Έπειτα  το  Ιερό λείψανο  ρίφθηκε στην φωτιά, οι δε πιστοί συνέλεξαν τα ιερά λείψανα αυτού.
Η  Σύναξη  του  Αγίου  Πολυκάρπου  ετελείτο  στη  Μεγάλη  Εκκλησία.


Απολυτίκιον.  Ήχος  δ’.  Ταχύ  προκατάλαβε.        
Την κλήσιν τοις έργοις σου, επισφραγίσας σοφέ, ελαία κατάκαρπος, ώφθης εν οίκω Θεού, Πολύκαρπε ένδοξε· συ γαρ ως  Ιεράρχης, και  στερρός Αθλοφόρος, τρέφεις την Εκκλησίαν, λογική ευκαρπία, πρεσβεύων Ιερομάρτυς,  υπέρ  των  ψυχών  ημών.


Κοντάκιον.  Ήχος  α’.  Χορός  Αγγελικός.    
Καρπούς τους λογικούς, τω Κυρίω προσφέρων,  Πολύκαρπε  σοφέ,  αρετών δι’ ενθέων, εδείχθης αξιόθεος, Ιεράρχα μακάριε, όθεν σήμερον, οι φωτισθέντες σοις λόγοις, ανυμνούμέν σου, την  αξιέπαινον  μνήμην,  Θεόν μεγαλύνοντες.


Μεγαλυνάριον.
Φοίνιξ ανεδείχθης καρποτελής, ως  καρποφορίαν,  περιφέρων  θεουργικήν, την των Αποστόλων,  αμέσως  κοινωνίαν,  δι’ ής  εκτρέφεις  κόσμον, Πάτερ Πολύκαρπε.


Οι Όσιοι Ζεβινάς, Πολυχρόνιος, Δαμιανός και Μωϋσής

Ο  Όσιος  Ζεβινάς  έστησε  το  ασκητήριό  του  σε  όρος  και  εκεί  ασκήτεψε  με  προσευχή  και  νηστεία. Κοντά  του  προσήλθε  και  ο  Όσιος Πολυχρόνιος, ο  οποίος  μιμήθηκε  τον  Όσιο  διδάσκαλό  του  στην αδιάλειπτη  προσευχή  και  εγκράτεια.
Οι Όσιοι Δαμιανός και Μωϋσής υπήρξαν μαθητές του Οσίου Πολυχρονίου. Στο  Συναξάρι  αναφέρεται, ότι  ο  Όσιος Μωϋσής κατοίκησε  στο  κελί  του  Γέροντός  του, ενώ  ο  Όσιος  Δαμιανός  πήγε στην  κωμόπολη Νιαρά, όπου κοντά στα αλώνια βρήκε έναν έρημο οικίσκο  και  έζησε  σαν  ερημίτης.

Οι  Όσιοι  και  Θεοφόροι  Πατέρες  μας, κοιμήθηκαν  με  ειρήνη.