1/2/19


Μάρκ.   8,1-10

Ο  χορτασμός   των   τεσσάρων   χιλιάδων

1 Ἐν   ἐκείναις   ταῖς   ἡμέραις   πάλιν   πολλοῦ   ὄχλου   ὄντος   καὶ   μὴ   ἐχόντων   τί   φάγωσι,   προσκαλεσάμενος      Ἰησοῦς   τοὺς   μαθητὰς   αὐτοῦ    λέγει    αὐτοῖς·
2 σπλαγχνίζομαι   ἐπὶ   τὸν   ὄχλον,   ὅτι   ἤδη   ἡμέραι   τρεῖς   προσμένουσί    μοι   καὶ   οὐκ   ἔχουσι   τί   φάγωσι·
3 καὶ   ἐὰν   ἀπολύσω    αὐτοὺς   νήστεις   εἰς   οἶκον   αὐτῶν,   ἐκλυθήσονται   ἐν   τῇ   ὁδῷ·   τινὲς   γὰρ   αὐτῶν   ἀπὸ   μακρόθεν   ἥκασι.
4 Καὶ   ἀπεκρίθησαν   αὐτῷ   οἱ   μαθηταὶ   αὐτοῦ·   πόθεν   τούτους   δυνήσεταί   τις   ὧδε   χορτάσαι   ἄρτων   ἐπ᾿ ἐρημίας;
5 Καὶ   ἐπηρώτα   αὐτούς·   πόσους   ἔχετε  ἄρτους;  οἱ   δὲ   εἶπον·   ἑπτά.
6 Καὶ   παρήγγειλε   τῷ   ὄχλῳ   ἀναπεσεῖν   ἐπὶ   τῆς   γῆς·   καὶ   λαβὼν   τοὺς   ἑπτὰ   ἄρτους   εὐχαριστήσας   ἔκλασε   καὶ   ἐδίδου   τοῖς   μαθηταῖς   αὐτοῦ  ἵνα   παρατιθῶσι·   καὶ   παρέθηκαν   τῷ   ὄχλῳ.
7 Καὶ   εἶχον   ἰχθύδια   ὀλίγα·   καὶ   αὐτὰ   εὐλογήσας   εἶπε   παρατιθέναι   καὶ  αὐτά.
8 Ἔφαγον   δὲ   καὶ   ἐχορτάσθησαν,   καὶ   ἦραν   περισσεύματα   κλασμάτων   ἑπτὰ   σπυρίδας.
9 Ἦσαν   δὲ   ὡς   τετρακισχίλιοι·    καὶ   ἀπέλυσεν   αὐτούς.
10 Καὶ   ἐμβὰς   εὐθὺς   εἰς   τὸ   πλοῖον   μετὰ   τῶν   μαθητῶν   αὐτοῦ   ἦλθεν   εἰς   τὰ   μέρη   Δαλμανουθά.

ΑΠΟΔΟΣΗ  ΣΤΗ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Μάρκ. 8,1-10

Ο  χορτασμός   των   τεσσάρων   χιλιάδων

1 Σ’ εκείνες   τις  ημέρες,  επειδή  είχε    μαζευθεί  πάλιν  πολύς  κόσμος  και δεν   είχαν  να  φάγουν,  προσκάλεσε  ο  Ιησούς  τους  μαθητές  του,
2 και  τους  λέγει,  «Σπλαγχνίζομαι  το  πλήθος,  διότι  ήδη  επί  τρεις   ημέρες είναι  μαζί  μου  και  δεν  έχουν   τι    να  φάγουν,
3 Και   εάν  τους  στείλω  νηστικούς   στο  σπίτι  τους,   στον  δρόμο  θα αποκάμουν.  Διότι  μερικοί   από  αυτούς  έχουν   έλθει  από  μακρυνά  μέρη».
4 Και  οι   μαθητές   του   του  απεκρίθησαν,   «Πως  είναι  δυνατόν  να  τους χορτάσει   κανείς  από  ψωμί   εδώ    στον  έρημο  τόπον;».
5 Και  τους    ρώτησε,  «Πόσα  ψωμιά   έχετε;»,   εκείνοι   όμως   είπαν,   «Επτά».
6 Και  παραγγέλει    στο  πλήθος  να  ξαπλώσουν   στην  γην.  και  αφού   πήρε   τα  επτά  ψωμιά  και  ευχαρίστησε  τον  Θεόν,  τα  έκοψε  σε  κομμάτια και  τα  έδωσε    στους   μαθητές  του   για  να  τα  προσφέρουν,  και  αυτοί  τα προσέφεραν   στο   πλήθος.
7 Και  είχαν  λίγα  ψαράκια·  και   αφού  τα  ευλόγησε,  είπε   να   προσφέρουν   και αυτά.
8 Και  έφαγαν  και   χόρτασαν  και   σήκωσαν   ό,τι  περίσσεψε,   επτά  κοφίνια γεμάτα  από   κομμάτια.
9 Ήσαν    όμως    περίπου  τέσσερις   χιλιάδες.   Και   τους  διέλυσε.
10 Και   αμέσως   μπήκε   στο    πλοιάριον   μαζί  με    τους   μαθητές   του   και ήλθε    στα   μέρη   Δαλμανουθά.

Ρωμ.   8,  28-39

28 Οἴδαμεν   δὲ   ὅτι    τοῖς    ἀγαπῶσι   τὸν    Θεὸν   πάντα   συνεργεῖ   εἰς   ἀγαθόν,   τοῖς κατὰ   πρόθεσιν   κλητοῖς    οὖσιν·
29 ὅτι   οὓς   προέγνω,   καὶ    προώρισε   συμμόρφους   τῆς   εἰκόνος  τοῦ   υἱοῦ   αὐτοῦ, εἰς   τὸ  εἶναι   αὐτὸν   πρωτότοκον   ἐν   πολλοῖς   ἀδελφοῖς·
30 οὓς   δὲ   προώρισε,   τούτους   καὶ   ἐκάλεσε,   καὶ   οὓς   ἐκάλεσε,   τούτους   καὶ   ἐδικαίωσεν,   οὓς   δὲ   ἐδικαίωσε,   τούτους   καὶ   ἐδόξασε.

Η  αγάπη   του   Θεού

31 Τί   οὖν   ἐροῦμεν   πρὸς   ταῦτα;    Εἰ   ὁ   Θεὸς   ὑπὲρ   ἡμῶν,   τίς   καθ᾿   ἡμῶν;
32 Ὅς   γε   τοῦ   ἰδίου   υἱοῦ   οὐκ  ἐφείσατο,   ἀλλ᾿   ὑπὲρ   ἡμῶν   πάντων   παρέδωκεν αὐτόν,   πῶς   οὐχὶ   καὶ   σὺν   αὐτῷ   τὰ   πάντα   ἡμῖν   χαρίσεται;
33 Τίς    ἐγκαλέσει   κατὰ   ἐκλεκτῶν   Θεοῦ;    Θεὸς   ὁ   δικαιῶν·
34 τίς   ὁ   κατακρίνων;    Χριστὸς    ὁ   ἀποθανών,   μᾶλλον   δὲ   καὶ  ἐγερθείς,   ὃς   καί   ἐστιν   ἐν   δεξιᾷ   τοῦ    Θεοῦ,   ὃς   καὶ   ἐντυγχάνει   ὑπὲρ    ἡμῶν.
35 Τίς   ἡμᾶς   χωρίσει   ἀπὸ   τῆς   ἀγάπης   τοῦ   Χριστοῦ;    Θλῖψις      στενοχωρία    ἢ   διωγμὸς   ἢ   λιμὸς   ἢ  γυμνότης   ἢ   κίνδυνος   ἢ   μάχαιρα;
36 Καθὼς   γέγραπται   ὅτι   ἕνεκά   σου   θανατούμεθα   ὅλην   τὴν   ἡμέραν·   ἐλογίσθημεν   ὡς   πρόβατα   σφαγῆς.
37 Ἀλλ᾿   ἐν   τούτοις   πᾶσιν   ὑπερνικῶμεν   διὰ   τοῦ   ἀγαπήσαντος   ἡμᾶς.
38 Πέπεισμαι    γὰρ   ὅτι   οὔτε   θάνατος   οὔτε   ζωὴ   οὔτε   ἄγγελοι   οὔτε   ἀρχαὶ   οὔτε   δυνάμεις   οὔτε   ἐνεστῶτα   οὔτε   μέλλοντα
39 οὔτε   ὕψωμα   οὔτε   βάθος   οὔτε   τις   κτίσις   ἑτέρα   δυνήσεται   ἡμᾶς   χωρίσαι   ἀπὸ   τῆς   ἀγάπης   τοῦ   Θεοῦ   τῆς   ἐν   Χριστῷ   Ἰησοῦ   τῷ   Κυρίῳ   ἡμῶν.

ΑΠΟΔΟΣΗ  ΣΤΗ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Ρωμ.   8,  28-39

28 Γνωρίζομεν  ότι   για  εκείνους  που   αγαπούν  τον   Θεόν   όλα   συνεργούν  δια καλόν,   δι’  εκείνους   που  είναι  καλεσμένοι  σύμφωνα  με   την   πρόθεσιν   του Θεού,
29 διότι   εκείνους  που  προεγνώρισε,  αυτούς  και  προώρισε   να   γίνουν ομοιόμορφοι  προς  την  εικόνα  του  Υιού   του,  ώστε  αυτός   να   είναι πρωτότοκος   μεταξύ  πολλών   αδελφών.
30 Εκείνους    όμως  που  προώρισε,  αυτούς  και  εκάλεσε,  και  εκείνους  που εκάλεσε,  αυτούς  και  εδικαίωσε,  εκείνους   όμως    που   εδικαίωσε,  αυτούς  και εδόξασε.

Η  αγάπη  του  Θεού

31 Τί  λοιπόν  θα  πούμε  επάνω   σ’  αυτά;  Εάν  ο  Θεός  είναι  με  το  μέρος  μας, ποιος  μπορεί  να  είναι  εναντίον  μας;
32 Εκείνος  που  δεν  εφείσθη   τον  δικόν  του  Υιόν  αλλά   τον  παρέδωσε  εις θάνατον  προς  χάριν  όλων    μας,  πως  μαζί  μ’  αυτόν   δεν  θα  μας   χαρίσει   τα πάντα;
33 Ποιός   θα  κατηγορήσει  τους   εκλεκτούς   του  Θεού;  Ο   Θεός  τους  δικαιώνει.
34 Ποιος  θα  καταδικάσῃ;   Ο  Χριστός  είναι   εκείνος  που   πέθανε,  και,  ακόμη περισσότερον,  αναστήθηκε,   ο   οποίος   είναι    στα    δεξιά  του  Θεού,  ο  οποίος και   μεσιτεύει  για  μας.
35 Ποιος  θα  μας  χωρίσει   από  την  αγάπην   του   Χριστού;    Θλίψις   ή στενοχωρία    ή   διωγμός   ή   πείνα   ή   γύμνια    ή   κίνδυνος   ή   μάχαιρα;
36 Καθώς  είναι  γραμμένον,  Προς  χάριν  σου   θανατωνόμεθα  κάθε ημέραν·   θεωρηθήκαμε  σαν  πρόβατα   προωρισμένα  δια  σφαγήν.
37 Αλλά    σε   όλα  αυτά  είμεθα  με  το  παραπάνω  νικητές   δια   του  Χριστού  που μας   αγάπησε.
38 Διότι  είμαι   πεπεισμένος,  ότι  ούτε  θάνατος,  ούτε  ζωή,  ούτε  άγγελοι,   ούτε αρχές,  ούτε  δυνάμεις,  τίποτε      στο  παρόν,  τίποτε    στο   μέλλον,
39 τίποτε    στα  ύψη,  τίποτε   στα  βάθη,  κανένα  άλλο  δημιούργημα  δεν  θα μπορέση  να  μας  χωρίσει   από  την   αγάπην  του  Θεού,  την   οποίαν   έδειξε   δια του   Χριστού   Ιησού   του   Κυρίου   μας.


Mark. 8.1-10

The weeping of the four thousand

1 In those days, because many people had been gathered again, and they were not afraid, Jesus invited his disciples,
2 and he says to them, "I am exulting the multitude because they have been with me for three days and have nothing to eat,
3 And if I send them fast into their house, I will be cut off in the way. Because some of them have come from far places. "
4 And his disciples answered him, saying, How is it possible for them to be satisfied with bread here in the wilderness?
5 And he asked them, "How many breads do you have?" But they said, "Seven."
6 And he shall command the multitude to lie on the earth. and after receiving the seven breads and thank God, he cut them into pieces and gave them to his disciples to offer them, and they offered them to the crowd.
7 And they had few fishes; and having blessed them, he said to offer them also.
8 And they ate and grew, and lifted up all that was left, seven baskets full of pieces.
9 But there were about four thousand. And he dissolved them.
10 And straightway he entered the boat with his disciples, and came to the parts of Daltmunuth.

Rom. 8, 28-39

28 We know that for those who love God all work together for good, for those who are called according to the will of God,
29 For those who foretold them, and prophesied to become uniform to the image of His Son, that he be the firstborn among many siblings.
30 But those who prophesied, he called them, and those who called them, and rebuked them, but those who rebuked them and praised them.

The love of God

31 What then shall we say unto them? If God is on our side, who can be against us?
32 Whoever did not pity on his own Son but gave him to death for the sake of all of us, that with him he would not give us everything?
33 Who will blame the elect of God? God justifies them.
34 Who will condemn you? Christ is the one who died, and, even more, He rose again, who is at the right hand of God, who intercedes for us.
35 Who will separate us from the love of Christ? Sadness or distress or persecution or hunger or nakedness or danger or sword?
36 As it is written, For your sake we shall be put to death every day: we have been regarded as sheep slain for slaughter.
37 But in all this we are with the above victories through Christ, who loved us.
38 For I am convinced that neither death, nor life, nor angels, nor principles, nor powers, nothing in the present, nothing in the future,
39 nothing on the heights, nothing in the bottom, no other creation will be able to separate us from the love of God which He showed through Christ Jesus our Lord.

Ο Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας



Ο   Άγιος Τρύφων  καταγόταν  από  τη  Λάμψακο  της    επαρχίας    Φρυγίας   και   έζησε   στα   χρόνια   των   αυτοκρατόρων   Γορδιανού   Γ’ (238 – 244 μ.Χ.),  Φιλίππου (244 – 249 μ.Χ.) και   Δεκίου  (249 – 251  μ.Χ.). Προερχόταν   από   πτωχή   οικογένεια  και   στην   παιδική   του   ηλικία, έβοσκε   χήνες   για   να   ζήσει.   Συγχρόνως   όμως   μελετούσε   με   ζήλο την  Αγία   Γραφή   και   ήταν   πολύ   φιλακόλουθος.  Έτσι,  σιγά – σιγά  ο  Άγιος,  με  την  ετσεβή  φιλομάθειά του, κατόρθωσε  όχι μόνο  να  διδαχθεί  ο  ίδιος,  αλλά  και  να διδάσκει  τις  αιώνιες αλήθειες  της πίστεώς  μας.  Γρήγορα  η  ευσεβὴς  ψυχή  του  δέχθηκε  την χάρη   του  Αγίου  Πνεύματος  και  ο  Θεός  τον   αξίωσε να  θαυματουργεί.   Όμως    ο Άγιος θεράπευε όχι μόνο κάθε ασθένεια αλλά και  ελευθέρωνε τις μολυσμένες   από  τα   δαιμόνια   ψυχές.
Όταν ο αυτοκράτορας Γορδιανός  πληροφορήθηκε  για  τις θαυματουργικές ικανότητες του Τρύφωνος, τον αναζήτησε για  να  θεραπεύσει    την   άρρωστη   θυγατέρα    του    που  έπασχε  από  δαιμόνιο.   Οι   στρατιώτες   τον   βρήκαν   στην   κωμόπολη   της Σαμψάκου   να   φροντίζει  τις  χήνες  στην παρακείμενη λίμνη   και  αμέσως  τον  πήραν   μαζί   τους.   Το   μαρτύριο   του    Αγίου   αναφέρει ότι   μόλις   ο   Άγιος πλησίαζε στην Ρώμη το δαιμόνιο που είχε   η θυγατέρα   του Γορδιανού, κραύγαζε ότι δεν  μπορεί  πια  να  κατοικεί  μέσα της. Οι  έπαρχοι Πομπιανός και Πρετεξτάτος  τον  οδήγησαν  ενώπιον  του  αυτοκράτορα  και εκείνος παρακάλεσε τον Άγιο για τη θεραπεία   της   θυγατέρας του. Και πράγματι, με την προσευχή   του Αγίου,   η   θυγατέρα   του   ηγεμόνος   απηλλάγη   από   το   δαιμόνιο.   Ο Άγιος μετά από έξι ημέρες προσευχής αποκάλυψε  τα  κακά  έργα  του  διαβόλου   και  πολλοί  από  τους  Έλληνες  που   ήσαν  παρόντες   δόξασαν    τον    Θεό  και  πίστεψαν  σε  Αυτόν.
Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και χρήματα, τα οποία  όμως  ο  Τρύφων   ευγενικά    αρνήθηκε.
Όταν   αυτοκράτορας   έγινε   ο   Δέκιος,   εξαπέλυσε   άγριο   διωγμό   κατά   των   Χριστιανών.   Ο    Άγιος,  επειδή    δεν   λάτρευε  τους  θεούς  της  ειδωλολατρικής θρησκείας  και  ήταν Χριστιανός, συνελήφθη  από  κάποιον  στρατιωτικό  που ονομαζόταν  Φρόντων  (ή Φόρτων)  και  οδηγήθηκε ενώπιον  των επάρχων  της   Ανατολής,   Τιβέριου   Γράγχου και   Κλαυδίου   Ακυλίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας. Ο  μάντης Πομπηϊανός τον  παρουσίασε  στους  ηγεμόνες. Ο Άγιος Τρύφων ομολόγησε με θάρρος  την πίστη  του. Τότε  υποβλήθηκε  σε φρικτά βασανιστήρια.  Του   κατατρύπησαν με σπαθιά  όλο  του  το  σώμα,  έπειτα  τον  έδεσαν   από   τα   πόδια  σε  άλογα  και  τον  έσυραν,  σε  ώρες  φοβερού  ψύχους, σε δύσβατες και πετρώδεις τοποθεσίες. Εκείνος προσευχόταν και  έλεγε: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία».  Μετά   το   φρικτό   μαρτύριο   τον   ρώτησαν   άν σωφρονίσθηκε και ήθελε να θυσιάσει στα   είδωλα.  Ο  Μάρτυρας  του  Χριστού  απάντησε  τότε  στον  έπαρχο  Ακυλίνο:   «Ανόσιε  και    κακών  αρχηγέ,  είναι  δυνατόν  να  είσαι  σωφρονισμένος, όταν είσαι  μεθυσμένος  από  τον  διάβολο;  Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί   έχω  τον  Χριστό  βοηθό  της  ελπίδας  μου».   Ύστερα  από   αυτό  τον  έκλεισαν  στο  δεσμωτήριο  με  σκοπό  να  του  δώσουν  διορία,  για    να   απαλλαγεί  από  την  «άνοια»  αυτού  και    να   αρνηθεί  την   πίστη    του   στον   Χριστό.  Λίγες  ημέρες  μετά    ο    έπαρχος  κάλεσε  τον  Άγιο και  τον  ρώτησε  εάν   το   διάστημα   του   χρόνου    και τα   βασανιστήρια   τον   έπεισαν   να   θυσιάσει   στους   θεούς.   Ο    Άγιος και   πάλι   ομολόγησε με πνευματική   ανδρεία   το   Όνομα   του   Θεού. Τον έσυραν τότε γυμνό πάνω σε σιδερένια καρφιά, κατόπιν τον μαστίγωσαν   και   στη   συνέχεια   του   έκαψαν   με   λαμπάδες   τα πλευρά.  Στο  τέλος,  μόλις  ο  Μάρτυρας  παρέδωσε  την  ψυχή  του  στον  Θεό   λέγοντας   το   «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα   μου», απέκοψαν   την    τίμια    κεφαλή    αυτού.
Οι   Χριστιανοί   παρέλαβαν   το   τίμιο   λείψανο   του   Μάρτυρος   και αφού το έχρισαν με πολύτιμα μύρα και το τύλιξαν σε σινδόνα, το κατέθεσαν σε λάρνακα και το απέστειλαν  στην  πόλη  της  Σαμψάκου  κατά  την  επιθυμία   του.
Η    Σύναξη  του  Αγίου  Μάρτυρος  Τρύφωνος  ετελείτο  στο  Μαρτύριό του,   το   οποίο   βρισκόταν  μέσα   στο   σεπτό    Αποστολείο    του  Ιωάννου    του    Θεολόγου,   πλησίον   της   Μεγάλης   Εκκλησίας.  
Ναό    αφιερωμένο  στον  Άγιο   Τρύφωνα  έκτισε  ο  μέγας   Ιουστινιανός (527 – 565 μ.Χ.) στην  τοποθεσία  του  Πελαργού  Κωνσταντινουπόλεως.  Μονή  του   Αγίου   Τρύφωνος   αναφέρεται   και  μετά   τα   μέσα   του 9ου   αιώνος μ.Χ., παρακείμενη  στη  Μητρόπολη   Χαλκηδόνος,  στην  οποία  εκάρη   μοναχός  ο   μετέπειτα    Πατριάρχης    Νικόλαος    ο  Μυστικός (901 – 907,   912 – 925   μ.Χ.).


Απολυτίκιον.   Ήχος    δ’.   Ταχύ    προκατάλαβε.
Τρυφήν  την  ακήρατον,  ιχνηλατών  εκπαιδός, βασάνους   υπήνεγκας,  υπέρ   Χριστού του Θεού,   και   ήθλησας   άριστα·   όθεν   την   των θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι   πάσης   βλάβης,   και   παντοίας   ανάγκης,   Τρύφων    Μεγαλομάρτυς,  τους   σε   μακαρίζοντας.

Έτερον   Απολυτίκιον.   Ήχος   δ’.       
Ο   Μάρτυς   σου  Κύριε  εν  τη    αθλήσει    αυτού,  το    στέφος  εκομίσατο  της   αφθαρσίας,   εκ   σου   του   Θεού   ημών,   έχων   γαρ   την   ισχύν σου,   τους   τυράννους   καθείλεν,   έθραυσε   και   δαιμόνων,   τα  ανίσχυρα   θράση.   Αυτού   ταις  ικεσίαις   Χριστέ  ο  Θεός,  σώσον  τας  ψυχάς    ημών.


Κοντάκιον.   Ήχος  πλ. δ’.   Ως   απαρχάς   της   φύσεως.           
Τριαδική   στερρότητι,   πολυθείαν   έλυσας,   εκ   των   περάτων    αοίδιμε τίμιος,   εν   Κυρίω   γενόμενος· και   νικήσας   τυράννους   εν   Χριστώ,  τω  Σωτήρι,  το  στέφος  είληφας  της μαρτυρίας σου,  και  χαρίσματα  θείων  ιάσεων,    ως    αήττητος.


Μεγαλυνάριον.
Ίχνεσι   επόμενος   ακλινώς,   Τρύφων    Αθλοφόρε,   του  γνωσθέντος   επί  της  γης, των αυτού   χαρίτων, δοχείον ανεδείχθης, και ιεροίς   αγώσι Μάρτυς    διέπρεψας.

Saint Tryphon the Witness


Saint Tryphon came from Lampsacus of the province of Phrygia and lived in the years of the emperors Gordianus III (238-244 AD), Philip (244-249 AD) and Decius (249-251 AD) . He came from a poor family and in his childhood, he grew up to live. At the same time, however, he was studying the Bible with zeal, and he was very dumbfounded. Thus, slowly, the Saint, with his eclectic promise, succeeded not only in teaching himself, but also in teaching the eternal truths of our faith. His soon-to-pious soul received the grace of the Holy Spirit and God demanded that he be miraculous. But the Saint was treating not only every disease but also freeing the infected souls.
When Emperor Gordianus was informed of the miraculous skills of Tryfon, he sought him to cure his sick daughter who was suffering from demon. The soldiers found him in the hamlet of Samsun to take care of the geese in the nearby lake and immediately took him with them. The martyrdom of the saint says that as soon as the saint approached Rome the demon possessed by the daughter of Gordianus, she was crying that she could no longer live in her. The Provincial and Prefecty rulers led him to the emperor, and he pleaded with the Holy One for the treatment of his daughter. And indeed, with the prayer of the Saint, the ruler's daughter was freed from the demon. The Saint, after six days of prayer, revealed the evil works of the devil, and many of the Greeks who were present glorified God and believed in Him.
The emperor tried to express his gratitude by offering the Holy Guard axioms and money, which however Tryfon courteously denied.
When emperor became Decius, he launched a violent persecution against the Christians. Saint because he did not adore the gods of the idolatrous religion and was a Christian, he was arrested by a soldier named Fronta (or Force) and led to the rulers of the East, Tiberius Grangus and Claudius Akylinos in Nicaea, Bithynia. Apostle Pompeyan presented him to the rulers. Saint Tryphon courageously confessed his faith. Then he was subjected to horrible torture. They swept his whole body with swords, then tied him to the horses and dragged him, in hours of terrible cold, into rough and rocky places. He prayed and said, "Lord, do not blame this sin for you." After the terrible martyr, they asked him if he was punished and wanted to sacrifice to the idols. The Witness of Christ then replied to Prince Acylino: "Anesius and evil leader, can you be retaliated when you are drunk by the devil? I always spend my life with wisdom, for I have Christ as an assistant to my hope. " After that, he was locked up in the prison for the purpose of giving him time to get rid of his "dementia" and to deny his faith in Christ. A few days later, the priest called the Saint and asked him if the time of the year and the torture convinced him to sacrifice to the gods. The Saint once again confessed the name of God with spiritual prowess. They then pulled him naked onto iron nails, then whipped it, and then burned the candles with the candles. In the end, as soon as the Witness delivered his soul to God by saying "Lord Jesus Christ, accept my spirit," they cut off his honest head.
The Christians received the honorable relic of the Martyr, and after they had washed it with precious myrrh and wrapped it in a cloth, they deposited it in a shrine and sent it to the city of Shamsakos at his wishes.
The Assumption of Saint Martyr Tryfon performed in his Martyr, which was in the seventh Apostle of John the Theologian, near the Great Church.
A temple dedicated to Saint Tryphon was built by the Great Justinian (527-565 AD) at the site of the Sturgeon of Constantinople. The monastery of Saint Tryphon is mentioned after the middle of the 9th century AD, adjacent to the Metropolitan Chalcedon, in which monk the later Patriarch Nikolaos the Secret (901 - 907, 912 - 925 AD).

Apolyticus. Sound d '. Fast anticipated.
Prisoner of the inheritance, the traitor of the traveler, of the oppression of the Lord, in the favor of the Christ of God, and of the best of the saint, that is, the wonders, the grace that is bestowed upon you, the repentance of all harm, and all the need, Tryphon the Great Martyr.

Another Apolitikion. Sound d '.
Your Witness, Lord, in the exercise of this, the crown of the incorruptible, of you of our God, having your strength, the tyrants of Kathilin, of the demons, the powerless sorrow. That God, please God, save our souls.


Kontakion. Sound flat d '. First of nature.
Trinitarian endurance, politeness of solitude, from the wicked we look honest, in the Lord born; and victorious tyrants in Christ, in Sotirius, the crown of the son of your testimony, and the gifts of divine miracles, as undefeated.


Majesty.
Jakei next to him, Tryphus the Athletes, the one known on earth, the same grace, a vessel was established, and a holy battle of the Martyr.

Η Οσία Μπριντζίτα


Η  Αγία  Μπριντζίτα    ήκμασε  στις  αρχές  του    6ου   αιώνα  μ.Χ. Το  όνομά  της   αναφέρεται  στην  ιστορία  του  Αγίου  Βεδέα  και  σε  όλα  τα  μαρτυρολόγια  της εποχής. Η  Αγία  ακολούθησε  την  οδό  της  μοναχικής  πολιτείας, ίδρυσε  μονή και  αφιέρωσε  την  ζωή  της  στη  διακονία  των  πτωχών.   Κοιμήθηκε    οσίως  με ειρήνη  το  έτος  525   μ.Χ.

Osia Bridgetta

Agia Brindzita flourished in the early 6th century AD. Its name refers to the history of Saint Benedict and all the martyrs of the time. The Saint followed the street of the lonely state, founded a monastery and devoted her life to the ministry of the poor. He slept peacefully in peace in the year 525 AD.