2/10/18

Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη


Ο   Άγιος   Κυπριανός   έζησε  και   μαρτύρησε  επί   αυτοκρατορίας   Δεκίου.
Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας από επιφανή και πλούσια οικογένεια,  η    οποία  του   είχε  προσφέρει   αξιόλογη   μόρφωση.
Ο Κυπριανός υπήρξε για πολλά χρόνια ξακουστός μάγος. Σε αυτόν μάλιστα  προσέτρεξε  και  ένας   ειδωλολάτρης  ο  Αγλαΐδας,  ο   οποίος  ήταν  ερωτευμένος  με  μία  παρθένα  την  Ιούστα. Επειδή  όμως   δεν έβρισκε  ανταπόκριση  στον  έρωτά  του,   ζήτησε   από   τον   Κυπριανό  να   τον  βοηθήσει  με  τις   μαγικές   του   ικανότητες.  Όμως   οι   ενέργειες  του   Κυπριανού   δεν   έφεραν   κανένα αποτέλεσμα  και   γι’ αυτό  έκαψε τα βιβλία  του που  περιείχαν τις  απατηλές  γνώσεις  της μαγικής  τέχνης και  βαπτίσθηκε  χριστιανός. Έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα  του   ευαγγελικού  λόγου, προσελκύοντας στη χριστιανική πίστη  πολλούς ανθρώπους. Κατόπιν έγινε ιερέας και αργότερα επίσκοπος  Καρχηδόνας. Την  Ιούστα  την  χειροτόνησε  διακόνισσα  και  την  μετονόμασε  σε  Ιουστίνη.  Για  την χριστιανική  τους   δράση   οι   δυο Άγιοι  συνελήφθησαν  και  εξορίσθηκαν  στη Νικομήδεια.  Ο  εκεί  ηγεμόνας   Κλαύδιος   υπέβαλε  σε  πολλά  βασανιστήρια  τους   Αγίους.  Στο   τέλος   διέταξε  τον   αποκεφαλισμό  τους.


Απολυτίκιον. Ήχος   γ’.  Θείας   πίστεως.     
Θείας  πίστεως,  τη  φωταυγεία,  σκότος  έλιπες,  της  ασεβείας, και  φωστήρ  της αληθείας  γεγένησαι·  ποιμαντικώς   γαρ φαιδρύνας  τον  βίον  σου,  Κυπριανέ τη  αθλήσει  δεδόξασαι.  Πάτερ  Όσιε,  τον  Κτίστην  ημίν   ιλέωσαι,  ομού  συν   Ιουστίνη  τη   Θεόφρονι.


Κοντάκιον. Ήχος  α’.  Χορός   Αγγελικός.
Εκ τέχνης μαγικής, επιστρέψας θεόφρον, προς  γνώσιν  θεϊκήν,  ανεδείχθης  τω   κόσμω,   ακέστωρ  σοφώτατος, τας   ιάσεις    δωρούμενος, τοις τιμώσί σε, Κυπριανέ συν Ιουστίνη· μεθ’ ής πρέσβευε,  τω  Φιλανθρώπω  Δεσπότῃ,    σωθήναι   τους   δούλους   σου.

Έτερον  Κοντάκιον.  Ήχος   πλ. δ’.  Ως   απαρχάς. 
Ως  ιεράρχην  τίμιον, και αθλητήν  στερρότατον,  η  οικουμένη  αξίως γεραίρει σε,  Κυπριανέ αοίδιμε, και τοις ύμvοις   δοξάζει, την   αγίαν   σου μνήμην,  αιτούσα  πάντοτε, πταισμάτων   άφεσιν, δια  σου  δωρηθήναι  τοις   μέλπουσιν.  Αλληλούια.


Μεγαλυνάριον.
Πλάνης  σοφιστείας  απολιπών,  της   θείας   σοφίας,   ανεδείχθης λαμπρός  φωστήρ,  και  συν  Ιουστίνη,  Κυπριανέ  αθλήσας,  της  άνω  βασιλείας,   άμφω   έτυχε.


1/10/18

Ο Άγιος Ανανίας ο Απόστολος


Υπακούετε «εκ καρδίας εις όν παρεδόθητε τύπον διδαχής». Κάνετε υπακοή  με  όλη  την  καρδιά  σας  στον   ακριβή  κανόνα  της  χριστιανικής   διδασκαλίας.
Τέτοιος  άνθρωπος  υπακοής  στον  Θεό  ήταν  και   ο   απόστολος Ανανίας.  Διότι,  όταν  ο  Θεός του είπε με  όραμα  να συναντήσει  το  Σαύλο,  που  ήταν  ο  φόβος  και  ο  τρόμος  των  χριστιανών,  έκανε υπακοή  στα  λόγια του  Κυρίου.  Αμέσως πήγε στην  Ευθεία  οδό  και αναζήτησε  το  σπίτι  του   Ιούδα,  όπου  ήταν  ο  Σαύλος.  Τον   θεράπευσε, τον   βάπτισε  χριστιανό,  και   έπειτα  αυτός,  με  το  όνομα   Παύλος, έγινε  ο  μέγας  Απόστολος  των  Εθνών.
Κατόπιν  ο  Ανανίας  πήγε  στην  Ελευθερούπολη,  όπου  με  τη  διδασκαλία   του  είλκυσε στον  Χριστό  πολυάριθμες   ψυχές.  Ο   θόρυβος όμως που δημιούργησε η αποστολική του  δράση, έκανε τον ηγεμόνα Λουκιανό να  τον συλλάβει. Χρησιμοποίησε πολλούς και ποικίλους  τρόπους  προκειμένου  να  αλλαξοπιστήσει  ο   Ανανίας.   Αλλά  ο Ανανίας  έμεινε  αμετακίνητος  στα  χριστιανικά  του   φρονήματα.
Τότε  ο  Λουκιανός  τον  μαστίγωσε με νεύρα  βοδιών. Έπειτα, με σιδερένια νύχια του ξέσχισε τα πλευρά και έκαψε τις πληγές του με αναμμένες  λαμπάδες. Τέλος, αφού  τον  έβγαλε  έξω  από  την  πόλη,  τον λιθοβόλησε.
Έτσι,  ο  Ανανίας  πήρε  το  αμαράντινο  στεφάνι της  υπακοής  στο θέλημα  του  Θεού.


Απολυτίκιον.  Ήχος  δ’.  Ταχύ  προκατάλαβε.        
Ως  έμπλεως χάριτος, του Τρισηλίου  φωτός, το σκεύος εφώτισας, της εκλογής  του  Χριστού,  Ανανία   Απόστολε·  όθεν  ανακηρύξας,  ευσέβειας τον λόγον,  άθλοις εβεβαιώσω,  την σωτήριον  χάριν·  δι’ ής τοις σε  ευφημούσι,  δίδου   τα  πρόσφορα.


Κοντάκιον.  Ήχος  β’. Την  εν   πρεσβείαις.  
Ο εν πρεσβείαις, θερμότατος αντιλήπτωρ, και τοις αιτούσι, ταχύτατα επακούων,  δέξαι  την  δέησιν  Ανανία  ημών,  και  τον  Χριστόν  δυσώπει, του  ελεήσαι   ημάς,  τον  μόνον  εν  Αγίοις  δοξαζόμενον.


Μεγαλυνάριον.
Δι’  αποκαλύψεως  θεϊκής,  τω  Σαύλω  βραβεύεις,  τον  ουράνιον φωτισμόν· όθεν Ανανία, ως Μάρτυρά σε θείον,  Απόστολόν  τε  άμα,  Χριστός   εδόξασε.

Ο Όσιος Ρωμανός ο Μελῳδός


Οι   πληροφορίες  για  τον  βίο  του  Οσίου   Ρωμανού  δυστυχώς   είναι λίγες.
Έζησε,  κατά  μία  εκδοχή  τον  8ο  αιώνα   επί   του  βασιλέως   Αναστασίου  του  Β’.  Αρχικά  είχε  χρηματίσει  διάκονος  στην  εκκλησία της Βηρυτού. Κατόπιν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έμεινε στα κελιά του Ναού της Θεοτόκου.  Ο Ρωμανός  είχε  μέτρια  παιδεία  και  το ποιητικό  ταλέντο  του  ήταν  ακόμα   άγνωστο.  Διεκατέχετο  όμως   από  μία  βαθιά  πίστη  στην  σεπτή μνήμη  της  Παναγίας  της  Παρθένου  και τακτικά  παρακολουθούσε  στον Ναό  της  Παναγίας  των   Βλαχερνών  τις   κατανυκτικές   ολονυκτίες.
Σε  μία  τέτοια,  στην  γιορτή   των   Χριστουγέννων   που   παραβρέθηκε,  η   ψυχή  του  γέμισε  με κατάνυξη  και  όταν  γύρισε  στο  κελί  του  είδε όνειρο  την  Παναγία   να  του προσφέρει  ένα   βιβλίο  και  να  του  λέει  να  το  καταφάει.  Ο   Ρωμανός   από  την  επίδραση  του  ονείρου συνέθεσε για την  γέννηση  του Χριστού το τροπάριο  «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει».         
Από  την  στιγμή  αυτή  η  ποιητική  επιφοίτηση  του  Οσίου  Ρωμανού  έμεινε  άσβεστη  και   αναδείχτηκε ο εξωχότερος και μεγαλύτερος μελῳδός  της   Εκκλησίας   μας.


Απολυτίκιον.  Ήχος   δ’. Ταχύ  προκατάλαβε.        
Ως σάλπιγξ θεόληπτος, των ουρανίων ωδών, ενθέως  εφαίδρυνας, την Εκκλησίαν Χριστού, τοις θείοις σου άσμασι· συ γαρ της Θεοτόκου, εμπνευσθείς  τη   ελλάμψει,  ένθεος  υμνηπόλος, εγνωρίσθης  εν  κόσμω·  διο   σε   πόθω  τιμώμεν,   Ρωμανέ   Όσιε.


Κοντάκιον.  Ήχος   πλ. δ’.  Τη   υπερμάχω.
Ώσπερ   κιθάραν   της  σοφίας  παναρμόνιον
Και  υποφήτην  θεοπνεύστων   αναβάσεων
Ευφημούμεν   Ρωμανέ  σε  ασμάτων  ύμνοις.
Αλλ’  ως  φόρμιγξ  δωρεών  των  υπέρ  έννοιαν
Προς   εγρήγορσιν   ημάς   θείαν  διέγειρον   
Τους  βοώντάς   σοι,  χαίροις   Πάτερ   Θεόληπτε.


Μεγαλυνάριον.
Άνωθεν  το   δώρον  απειληφώς,  εκ της Θεοτόκου, παμμακάριστε  Ρωμανέ,  ύμνησας  πανσόφως,  τα   θεία  μεγαλεία,  κενώσεως  του  Λόγου,  ως  έμπνουν  όργανον.


Μνήμη Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου


Διαβάζουμε:  «Τη  αυτή  ημέρα  την  ανάμνησιν ποιούμεθα της  Αγίας Σκέπης  της  Υπεραγίας  Δεσποίνης  ημών  Θεοτόκου και  Αειπαρθένου Μαρίας  ήτοι  του  ιερού  αυτής  Μαφορίου,  του  εν  τω  σορώ  του  Ιερού Ναού των Βλαχερνών, ότε ο Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός κατείδεν εφηπλωμένην  αυτήν  άνωθεν  και  πάντας  τους  ευσεβείς  περισκέπουσαν».
Λόγω των πολλών θαυμάτων από την Παναγία, που ανέφεραν οι Έλληνες  στρατιώτες  στον  Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940, η  Ιερά Συνοδος  της  Εκκλησίας  της  Ελλάδος με απόφασή της το 1952, καθιέρωσε  να  εορτάζεται  η  Αγία Σκέπη  της Θεοτόκου  αντί  για  την 1η  Οκτωβρίου,  στις   28   Οκτωβρίου.      
Η εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου η οποία τελούνταν από παλαιότατων  χρόνων  την  1η  Οκτωβρίου,  ήταν  ανάμνηση  του θαύματος το οποίο είδε ο Όσιος Ανδρέας. Κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας  στο  παρεκκλήσι  της  «Αγίας Σορού» του ναού των Βλαχερνών  στην   Κωνσταντινούπολη,  ο  Όσιος  Ανδρέας είδε την Θεοτόκο  να  προχωράει  από  τις   βασιλικές   πύλες  προς  το  θυσιαστήριο ανάμεσα σε λευκόφορους αγίους, από τους οποίους ξεχώριζαν  ο  Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.  Όταν  έφθασε  στο   θυσιαστήριο  γονάτισε  και   προσευχόταν για πολλή ώρα, κλαίγοντας και παρακαλώντας τον Υιό της για την σωτηρία  του   κόσμου.   Όταν   ολοκλήρωσε  την  δέησή  της,  έβγαλε  από το  κεφάλι   της  το  αστραφτερό  μαφόριο,  που  φορούσε  και  με  μία κίνηση το άπλωσε σαν σκεπή επάνω από το εκκλησίασμα. Έτσι απλωμένο  το  έβλεπε για αρκετή ώρα ο  Όσιος  Ανδρέας  μαζί  με  τον Επιφανιο,  που  τον   συνόδευε.  Όσο  φαινόταν  εκεί  η   Θεοτόκος, φαινόταν  και  η   ιερή  εσθήτα  να  σκορπίζει  τη   Χάρη   της.   Όταν εκείνη  άρχισε  να  ανεβαίνει  προς  τον  ουρανό,  άρχισε  και  η  Θεία Σκέπη  να   συστέλλεται  και  σιγά – σιγά  να  χάνεται.  Το  ιερό  αυτό μαφόριο  που  φυλασσόταν  εκεί  συμβόλιζε  την  Χάρη  και  την προστασία  που  παρέχει  η  Παναγία  στους  πιστούς.


Απολυτίκιον.  Ήχος   α’.  Της   ερήμου  πολίτης.   
Της Σκέπης σου Παρθένε ανυμνούμεν τας χάριτας, ήν ως φωτοφόρον νεφέλην εφαπλοίς υπέρ έννοιαν, και σκέπεις τον  λαόν  σου  νοερώς,  εκ πάσης  των  εχθρών  επιβουλής·  σε γαρ σκέπην και προστάτιν και βοηθόν,  κεκτήμεθα  βοώντές   σοι·  δόξα  τοις  μεγαλείοις  σου  Αγνή, δόξα  τη   θεία   σκέπη  σου,  δόξα  τη  προς  ημάς  σου προμηθεία  Άχραντε.


Κοντάκιον.  Ήχος  πλ. δ’. Τη   υπερμάχω.
Ώσπερ  νεφέλη  αγλαώς  επισκιάζουσα
Της  Εκκλησίας  τα  πληρώματα  Πανάχραντε,
Εν  τη  πόλει  πάλαι  ώφθης  τη  βασιλίδι.
Αλλ’ ως  σκέπη  του  λαού  σου  και  υπέρμαχος
Περισκέπασον  ημάς  εκ  πάσης  θλίψεως      
Τους   κραυγάζοντας,  χαίρε  Σκέπη  ολόφωτε.


Μεγαλυνάριον.
Σκέπης σου τρυγώντες τας δωρεάς, και τας καθ’ εκάστην, Θεονύμφευτε παροχάς, υμνούμεν  Παρθένε, την  σην  μεγαλωσύνην,  την  προς  ημάς σου   πρόνοιαν,  μεγαλύνοντες.

Ο Όσιος Ιωάννης ο ψάλτης ο καλούμενος Κουκουζέλης


Άριστος   μουσικός  και   καλλικέλαδος.
Καταγόταν  από   το   Δυρράχιο   και  υπήρξε  στα  χρόνια  των  Κομνηνών,  και  ήταν  ορφανός  από  πατέρα.  Η  ευσεβής  μητέρα  του  όμως,  έδωσε  την  ευκαιρία   στο  παιδί της  να   μάθει  τα  ιερά  γράμματα,  το   οποίο,  επειδή  ήταν  πολύ  έξυπνο  και  πολύ  καλλίφωνο, όλοι  τον  φώναζαν  αγγελόφωνο.
Σε   κατάλληλη   ηλικία   κατέφυγε  στο   Άγιον   Όρος,  όπου  μόνασε   στο  κελί  των  Αρχαγγέλων  της  Μεγίστης  Λαύρας. Έψαλε  στην  Μεγίστη Λαύρα  μαζί  με  τον  Γρηγόριο  Δομέστικο, που  τιμάται  την  ίδια  ημέρα.
Έτσι  οσιακά  αφού   έζησε  ο  Ιωάννης,  ψάλλοντας  θεσπέσιους   ύμνους προς  τον  Θεό,  απεβίωσε ειρηνικά  στις  αρχές  του  15ου  αιώνα  και  τάφηκε  στο   κελί  που  μόναζε.


Απολυτίκιον.  Ήχος  πλ. α’.  Τον  συνάναρχον Λόγον.   
Η  ηδύφωνος  χάρις  Πάτερ  της  γλώττης  σου,  κατακηλεί  και  ευφραίνει την Εκκλησίαν  Χριστού· συ  γαρ  ένθους  υμνῳδός   ώφθης  μακάριε·  όθεν νομίσματι  χρυσώ,  σε  ημείψατο λαμπρώς,  η Άχραντος Θεοτόκος,  ήν Ιωάννη  δυσώπει, ελεηθήναι  τας  ψυχάς   ημών.

Έτερον  απολυτίκιον,  κοινόν  μετά  Οσίου Γρηγορίου.  Ήχος  δ’. Ταχύ  προκατάλαβε.
Της  Λαύρας  τα  θρέμματα,  και ηδυφώνους αυλούς, ως θείους θεράποντας, και υμνολόγους Χριστού, συμφώνως αινέσωμεν, ύμνοις τον Κουκουζέλην,  και κλεινόν Ιωάννην, άμα συν Γρηγορίῳ, τω σοφώ Δομεστίκω·  Χριστόν γαρ ικετεύουσιν,  υπέρ των ψυχών ημών.



Κοντάκιον. Ήχος   πλ. δ’. Τη   υπερμάχω.
Ως   αηδών  θείων  ασμάτων  καλλικέλαδος
Και   ταπεινώσεως  εξαίρετον  υπόδειγμα
Ανυμνούμέν  σε  θεόληπτε  Ιωάννη.
Εν  τω  Άθω  γαρ  ως  άγγελος  εβίωσας
Και  Θεόν  ηδίστοις  χείλεσιν  ανύμνησας·
Όθεν   κράζομεν,  χαίρε  Πάτερ  ηδύφωνε.

Έτερον Κοντάκιον, κοινόν  μετά  Οσίου  Γρηγορίου. Ήχος  γ’.  Η Παρθένος   σήμερον. 
Την  δυάδα  μέλψωμεν,  των  θεοφόρων  Πατέρων,  Ιωάννην  άπαντες,  συν  τω κλεινώ  Γρηγορίω·  ούτοι  γαρ,  ώδε  βιώσαντες  θεοφρόνως,  ήνεσαν, λόγω  και έργω  τον  πάντων  Κτίστην·  ώ  πρεσβεύουσιν  απαύστως,  ημίν  δοθήναι, πταισμάτων  άφεσιν.


Μεγαλυνάριον.
 Χαίροις  ευφωνίας  αγγελικής,  ηδύφωνος  τέττιξ,  και  καλλίφωνος  αηδών· χαίροις  Ιωάννη,  χάριτος  θείας  σκεύος, και  Μοναστών  του  Άθω,  ως   έμπνουν   όργανον.

Έτερον  Μεγαλυνάριον  κοινόν  μετά  του  Οσίου Γρηγορίου. 
Χαίρετε  της  Λαύρας  θείοι βλαστοί, και του  Παρακλήτου,  αι  κιθάραι  αιμυστικαί·  χαίροις  Ιωάννη,  ομού  συν   Γρηγορίω,  της  μονής    Θεοτόκου,   θείοι    θεράποντες.


Σύναξις Υπεραγίας Θεοτόκου της Γοργοϋπηκόου


Η   θαυματουργή  αυτή  εικόνα  βρίσκεται  στην  Ιερά  Μονή  Δοχειαρίου   του Αγίου  Όρους.     
Λεπτομέρειες  βλέπε  στον  Συναξαριστή  του  Ματθαίου  Λαγγή  τόμος  Ι’ σελ. 37,   έκδοση   1992.