3/1/18

Η Οσία Θωμαΐς εκ Λέσβου

Η  Αγία Θωμαΐς καταγόταν από την νήσο της Λέσβου και εγεννήθηκε περί το 910 – 913 μ.Χ. από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Μιχαήλ και την Καλή. Ήσαν άτεκνοι, αλλά με την Χάρη του  Θεού και τις πρεσβείες της Παναγίας, έφεραν στον κόσμο την Αγία. Η  Αγία, μετά από πιέσεις και την σφοδρή επιθυμία των γονέων της, νυμφεύθηκε κάποιον που ονομαζόταν Στέφανος. Ενώ όμως αυτή ήταν πολύ ευσεβής και ενάρετη, υπέφερε από την βάρβαρη συμπεριφορά του συζύγου της, που την εκτυπούσε ανηλεώς καθημερινά. Η Αγία αντιμετώπιζε αυτόν τον πειρασμό με  προσευχή, υπομονή  και  ελεημοσύνη. Ο Θεός  την αξίωσε του χαρίσματος της θαυματουργίας.     
Η Αγία Θωμαΐς εκοιμήθηκε οσίως με ειρήνη σε ηλικία 38 ετών και ενταφιάσθηκε στην γυναικεία μονή  την καλουμένη «τα Μικρά  Ρωμαίου» ή «τα Ρωμαίου», η οποία έκειτο μεταξύ  της πύλης της  Σηλυβρίας  και  της πύλης του Πολυανδρίου επί του εβδόμου λόφου της Κωνσταντινουπόλεως. Σαράντα ημέρες μετά την ταφή της, το ιερό λείψανο  αυτής  ανακομίσθηκε και αποτέθηκε σε πολυτελή λάρνακα εντός του ναού της μονής. Αυτό ήταν ακέραιο και στα τίμια χέρια της διακρίνονταν οι αικισμοί του συζύγου της. Αρχικά η μνήμη της εορταζόταν την 1η Ιανουαρίου, αλλά  από τον 10ο αιώνα μ.Χ. ο  εορτασμός της μνήμης αυτἠς μετατέθηκε στις 3 Ιανουαρίου, διότι η ημέρα της κοιμήσεως αυτής, που συνέπιπτε με την εορτή  της  Περιτομής  του  Κυρίου και του Μεγάλου Βασιλείου, δεν ήταν πρόσφορη για τον πανηγυρισμό  αυτής. Το τίμιο σκήνωμά της απολέσθηκε πιθανόν κατά την άλωση  της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204).


Απολυτίκιο. Ήχος  δ'. Ταχύ  προκατάλαβε.            
Τας  θλίψεις  του  βίου  σου,  ως  προσφοράν λογικήν, Χριστώ προσενένκασα, την των θαυμάτων ισχύν, Οσία, αντείληφας. Όθεν ως συζυγίας,  υποτύπωσιν  θείαν,  μέλπομεν Θωμαΐς σε, και  πιστώς  σοι βοώμεν  Χαίρε  της  νήσου  Λέσβου,  σεμνόν  εγκαλλώπισμα.


2/1/18

Ο Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης

Ο Άγιος Σιλβέστρος καταγόταν  από  την  Ρώμη.  Επειδή  με  τον πνευματικό του αγώνα έφθασε στο άκρο της  αρετής  και  της  ευσέβειας,  χειροτονήθηκε Επίσκοπος  της  Πρεσβυτέρας (Παλαιάς)  Ρώμης, ύστερα  από  τον θάνατο  του Επισκόπου  Μιλτιάδη,  ο  οποίος  κοιμήθηκε  στις 11  Ιανουαρίου  του  έτους  314 μ.Χ.
Εποίμανε  αξίως το ποίμνιό του και με την αγιότητά του  ελάμπρυνε τον αποστολικό  θρόνο του και  έκανε πολλά  θαύματα.  Επιδόθηκε  με περισσή φροντίδα στο φιλανθρωπικό έργο και  αγωνίσθηκε  να  μεταμορφώσει  κατά Χριστόν τα  ήθη  και  τα  έθιμα  του  λαού της  Ρώμης.  Κατά την παράδοση  ο Άγιος εχειραγώγησε  προς  την  χριστιανική  πίστη  τον  αυτοκράτορα  Μέγα Κωνσταντίνο  και  με  το  θείο  Βάπτισμα  του  καθάρισε  τα  πάθη,  της  ψυχής και του σώματος. Με τη συμβουλή του Αγίου Σιλβέστρου, ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε επτά ναούς, για να εορτάζονται οι εορτές του Σωτήρος Χριστού και των Αγίων Μαρτύρων. Απέδειξε ότι  ο  Ιησούς  Χριστός και  το  έργο  του  είχαν  προκηρυχθεί  από  το  Νόμο  της  Παλαιάς  Διαθήκης  και έλαβε  μέρος  στην  Α’  Οικουμενική  Σύνοδο. Πολέμησε  δε  ιδιαίτερα  τους αιρετικούς  Δονατιστές  και  εμεγάλυνε  την  Εκκλησία  με  την  διδασκαλία  των θείων δογμάτων.
Ο Άγιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας στις 31 Δεκεμβρίου  του  έτους  335  μ.Χ.


Απολυτίκιον. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Στολήν ενδυσάμενος, ιεραρχίας πιστώς, αμέμπτως ιέρευσας, τω επί πάντων Θεώ, Πατήρ ημών Σίλβεστρε·  έχων  γαρ  πολιτεία,  συνεκλάμποντα λόγον,  θαύμασιν  εβεβαίους,  ευσεβείας  την  δόξαν,  δι’ ής  ουρανίου  δόξης, ώφθης  συμμέτοχος.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.     
Εν ιερεύσιν ιερεύς ανεδείχθης, του Βασιλέως και Θεού θεοφόρε, των Ασκητών συνόμιλος γενόμενος· όθεν συναγάλλη νυν, τοις χοροίς των Αγγέλων, Πάτερ ευφραινόμενος, εν  τοις  επουρανίοις.  Σίλβεστρε  Ρώμης ένδοξε  ποιμήν,  σώζε  τους  πόθω,  τελούντας  την  μνήμην  σου.


Μεγαλυνάριον.
Της  ιεραρχίας  σου  την  στολήν,  τρόποις  εναρέτοις,  και  θαυμάτων  τη δωρεά, ευκλεώς  ποικίλας,  πεποικιλμένος  έβης,  Σίλβεστρε  Ιεράρχα, προς τα  ουράνια.


Η Οσία Ιουλιανή η Δικαία

Η Αγία Ιουλιανή γεννήθηκε το 1530 στη Μόσχα, από γονείς ευσεβείς και φιλάνθρωπους, τον Ιουστίνο και την Στεφανία Νεντιγιούρεφ. Ο πατέρας της εργαζόταν ως οικονόμος στην αυλή του τσάρου Ιβάν Δ’ Βασίλιεβιτς, του  γνωστού ως «Τρομερού». Παρά το γεγονός αυτό, όλη η οικογένεια ζούσε πτωχά  αλλά χριστιανικά  και  η ευλογία του  Θεού πλημμύριζε την καρδιά των μελών της.
Η Αγία ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και αφιέρωσε την ζωή της στην φροντίδα των ασθενών και των πτωχών. Ο βίος και ο χαρακτήρας της δεν άφησαν αδιάφορο τον πλούσιο κάτοικο του χωριού Μούρομ της περιοχής του  Λαζάρεβο Γεώργιο Όσορίν, τον οποίο  νυμφέφθηκε σε νεαρή  ηλικία.
Από  τον γάμο της απέκτησε έξι υιούς και μία θυγατέρα. Μετά τον θάνατο των δυό υιών της  απεφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει Μοναχή. Όμως ο σύζυγός της, που έλειπε συχνά και πολύ χρόνο ακολουθώντας τὸ στρατὸ του τσάρου στο Αστραχάν και σε άλλα μέρη, την παρακάλεσε να μείνει κοντά στην οικογένειά της. Εκείνη δέχθηκε, αλλά ζούσε ως Μοναχή μέσα στον κόσμο.  
Όπως γράφει και ο υιός της Καλλίστρατος, που έγραψε τον βίο της, η Αγία είχε αφιερώσει τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Θεό και την διακονία των ανθρώπων. Ελάχιστα κοιμόταν και αγρυπνούσε προσευχόμενη. Όταν ο σύζυγός της πέθανε, εκείνη πλέον ζούσε για να προσεύχεται και  να διακονεί. Λίγο πριν παραδώσει την δίκαια ψυχή της στον Κύριο, το έτος 1604, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων από  τον Πνευματικό της, ιερέα Αθανάσιο, κάλεσε τα παιδιά της και τους έδωσε την ευχή της. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε, πριν κλείσει τα μάτια της, ήταν : «Δόξα στον Θεό για  όλα. Σε Σένα, Κύριε, παραδίδω το πνεύμα μου».


Ο Άγιος Γεώργιος (ή Ζώρζης) ο Νεομάρτυρας ο Γκιουρτζής

Ο  Άγιος Γεώργιος καταγόταν από την  Ιβηρία. Σε νεαρή ηλικία  αγοράσθηκε από κάποιο τούρκο ως σκλάβος και περιετμήθηκε, λαβών  το  όνομα  Σαλής. Μετά τον θάνατο του τούρκου  παρέμεινε  στην  Μυτιλήνη  ζώντας  ειρηνικά και  εργαζόμενος.

Μία μέρα, όταν τα χρόνια είχαν περάσει, σε ηλικία 70 ετών, ο Γεώργιος παρουσιάζεται ενώπιον του  κριτού, απορρίπτει μπροστά του  το  σαρίκι  που φορούσε  στην  κεφαλή  και  ομολογεί τον Χριστό. Παρά τις κολακείες  και τους φοβερισμούς, ο Μάρτυς παρέμεινε αμετάθετος επικαλούμενος το όνομα  του  Κυρίου.  Αμέσως  τον  συνέλαβαν  και  άρχισαν να  τον  χτυπούν  με μαχαίρια και ξύλα.      
Στο τέλος, τον οδήγησαν σε ένα τόπο  ονομαζόμενο Παρμά-καπού, όπου και  υπέστη  τον  δι’  αγχόνης  θάνατο  το  έτος  1770.

Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Ο  Όσιος  Σεραφείμ  γεννήθηκε  στο  Κούρσκ της  Ρωσίας  στις  19  Ιουλίου  1759 και  ονομάσθηκε  Πρόχορος.  Οι  γονείς  του,  Ισίδωρος  και  Αγάθη  Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο  πατέρας του  είχε  εργοστάσια  πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών  και  σπιτιών.  Κάποτε  άρχισε  να  χτίζει  στο  Κούρσκ  ένα  ναό  προς  τιμήν του  Οσίου  Σεργίου  του  Ραντονέζ,  του  Θαυματουργού,  αλλά  ξαφνικά  το 1762, πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση  του  ναού.  Ο   Πρόχορος  κληρονόμησε τις  αρετές των  γονέων του  και  ιδίως  την  ευσέβειά  τους.
Σε  ηλικία  δέκα   ετών  άρχισε  να μαθαίνει  με  ζήλο  τα  ιερά  γράμματα,  αλλά αρρώστησε  ξαφνικά  βαριά  χωρίς  ελπίδα  αναρρώσεως.  Στην  κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία  υποσχέθηκε ότι  θα  τον  επισκεφθεί και  θα  τον  θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μία μέρα  να γίνεται  λιτανεία  και  να  περνά  έξω  από την οικία του μικρού  άρρωστου παιδιού, η  θαυματουργή  εικόνα  της  Θεοτόκου.  Την  στιγμή  εκείνη  έπιασε δυνατή βροχή. Η  λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην  αυλή της οικίας του  Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την  εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε  μέχρι  που  αποκαταστάθηκε τελείως.
Νέος  εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη  Κούρσκ, και έρχεται  να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 κείρεται Μοναχός  με  το  όνομα  Σεραφείμ.  Σε  δυο  μήνες  χειροτονείται  Διάκονος.
Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «εκ  δυνάμεως  εις  δύναμιν».  Ως  Διάκονος παραμένει  όλη  την  ημέρα  στο  Μοναστήρι,  διακονεί  στις  Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά  του.  Το  βράδυ  όμως  απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του  κελί, όπου  διέρχεται τις  νυκτερινές  ώρες  με  προσευχή,  και  πολύ  πρωί επιστρέφει  πάλι  στο  μοναστήρι.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονείται  Ιερεύς και αποδύεται με  μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό  αγώνα.  Τώρα  πλέον  δεν  τον  ικανοποιεί ὁ  βαρύς  για  τους  άλλους  μόχθος  της  κοινοβιακής  ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η  δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία  του  Ηγουμένου, τη  Μονή  και  αποσύρεται  μέσα  στο  πυκνό  δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται : «Ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ».
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ  και κλείνεται  σαν  σε  μνήμα  στην  απομόνωση  για  άλλα  δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με  την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη  και  αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και να δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή  και  γέροντας  στην  ηλικία, αφιερώνεται  στη  διακονία του πλησίον,  του  ελάχιστου  αδελφού. Με την αυστηρή  ασκητική  ζωή  του  και  την  φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα  στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά  στο  κελί του,  για  να  λάβουν  την  ευλογία  του  και την Πνευματική  καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους  δεχόταν  όλους  με  αγάπη  και  όταν  έβλεπε  τα  πρόσωπά τους  αναφωνούσε:  «Χαρά  μου!».
Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν  τον  σταυρό  που είχε  κρεμασμένο  στο  στήθος  του  η την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο  με λάδι  από  το  καντήλι,  ενώ  μερικούς  τους  αγκάλιαζε  και  τους  ασπαζόταν λέγοντας:  «Χριστός  Ανέστη!».
Την 1η  Ιανουαρίου 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος  ήλθε  για  τελευταία  φορά στο  Ναό  του  νοσοκομείου  των  Αγίων  Ζωσιμά  και  Σαββατίου.  Άναψε  κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων  και  μετά  το  τέλος  της  Θείας Λειτουργίας ζήτησε  συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε.  Στέφανοι  μας  ετοιμάζονται».  Ο  Μοναχός  Παύλος  πρόσεξε ότι  ο  Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει  για  τον  ενταφιασμό  του.  Καθόταν  εκεί  και  κοίταζε  αρκετή  ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο  κελί  του  Πασχαλινούς  ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…», «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ…»,  «Ω,  Πάσχα  το  μέγα  και  ιερώτατον,  Χριστέ…».
Ο Όσιος  κοιμήθηκε με ειρήνη  στις  2  Ιανουαρίου  1833. Οι  μοναχοί  τον  είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής  μπροστά  στην  εικόνα της  Θεοτόκου,  ασκεπή,  με  το  χάλκινο  σταυρό  στο  λαιμό  και  με τα  χέρια  στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
Τα ιερά  λείψανά  του  εξαφανίστηκαν  κατά  την  περίοδο  της  Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990, στην Αγία Πετρούπολη.  Το  1991 επέστρεψαν  στην  μονή  Ντιβέγιεβο.


Απολυτίκιο. Ήχος δ . Ταχύ προκατάλαβε.    
Χριστώ εκ νεότητος ακολουθήσας θερμώς, ευχαίς και δεήσεσιν, εν τη ερήμω Σαρώφ, ως άσαρκος ήσκησας· όθεν του Παρακλήτου, δεδεγμένος την χάριν, ώφθης  της  Θεοτόκου,  θεοφόρος  θεράπων·  διο  σε  μακαρίζομεν, Σεραφείμ  Πάτερ  Όσιε.


Κοντάκιον.  Ήχος  δ’.  Επεφάνης  σήμερον.
Εν  Σάρωφ  ως  άγγελος,  βεβιωμένος,  Σεραφείμ  μακάριε,  ώφθης  δοχείον εκλεκτόν,  των  χαρισμάτων,  του  Πνεύματος,  λόγω  πλουσίῳ  εκφαίνων  τα κρείττονα.


Μεγαλυνάριον.
Όλος  ανακείμενος  τω  Χριστώ,  χαρίτων  των  θείων,  αναδέδειξαι  θησαυρός, θαύμασι   και  λόγοις,  και  θείαις   υποθήκαις  ω  Σεραφείμ  παμμάκαρ, φωτίζων   άπαντας.


1/1/18

Ὁμιλία στὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγ. Βασιλείου



«Εἰς  μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος»

            Ὁ  Χριστός μας, ὡς  Θεὸς  ποὺ  δίδασκε σ’ ὅλη τὴ  ζωή του  ἐπὶ τῆς  γῆς τὴν  ταπεινοφροσύνη, ἔκανε  καὶ  τὴν Περιτομή του, ὅπως ὅριζε  καὶ  ὁ  Μωσαϊκὸς νόμος. Δὲν  θὰ  ἐπεκταθοῦμε   ὅμως  περαιτέρω  λέγοντας   περὶ τῆς   ἑορτῆς αὐτῆς, ἀλλὰ  θὰ  ἀναφερθοῦμε ἀκολούθως  περὶ  τῆς  ζωῆς  τοῦ  ἁγίου Βασιλείου,  ἀρχιεπισκόπου  Καισαρείας  τῆς   Καππαδοκίας.
            Ἡ  βάπτιση  τοῦ ἁγίου  ἔγινε, ὅπως  οἱ περισσότεροι  γνωρίζουμε, σὲ  ἀρκετὰ μεγάλη ἡλικία  διότι  τοὺς  χρόνους  ἐκείνους  δὲν ἦταν  διαδεδομένος ὁ νηπιοβαπτισμός. Γεννήθηκε ὅμως  περὶ τὸ   330 μ.Χ., γεννήθηκε δηλαδὴ  λίγους χρόνους  μετὰ  τὴν   ἄνοδο στὸ   θρόνο τοῦ  Μ. Κωνσταντίνου.
            Καὶ ἐνῶ  πρὶν τὴν   ἄνοδο  στὸ θρόνο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου διωκόταν ἡ Ἐκκλησία   ἀπὸ τοὺς  εἰδωλολάτρες  στοὺς  καιροὺς  τοῦ  Μ.Βασιλείου διωκόταν  ἀπὸ  τοὺς  αἱρετικούς, καὶ συγκεκριμμένα  ἀπὸ  τὸν αἱρεσιάρχη  Ἄρειο. Καὶ  οἱ αἱρετικοὶ  ἦταν πολὺ χειρώτεροι διῶκτες ἀπὸ τοὺς  εἰδωλολάτρες γιατὶ αὐτοὶ (οἱ αἱρετικοὶ) ἐδίωκαν τὴν  Ἐκκλησία  ἐκ τῶν   ἔσω.  Ἀλλὰ  ὁ πόλεμος  αὐτὸς  τῶν  αἱρετικῶν ποτὲ  δὲν  μποροῦσε νὰ  ἀγγίξει  τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ  ἡ Ἐκκλησία εἶχε καὶ ἔχει  τὸ   Χριστό, ποὺ  εἶναι  ὁ Παντοδύναμος  καὶ Πανάγαθος Θεός.
Ὁ  ἅγιος  Βασίλειος,   ὅμως, ὁ ὁποῖος  χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν  ἱερέα πατέρα  του Βασίλειο, συκοφαντεῖται στὶς  ἡμέρες  μας. Παρουσιάζεται  γέροντας  καὶ  χονδροκομμένος, ἐνῶ  ἦταν  νέος καὶ  ὡς ἀσκητικὸς  ἐπίσκοπος  ἦταν  καὶ ἀδύνατος  πλήρως. Τὸν  παρουσιάζουν ὡς  πρότυπο καταναλωτισμοῦ ζωγραφίζοντας  τὸν  ἅγιο  μοιράζοντας  δῶρα. 
Οὔτε     ἐπεδίωκε  ὁ ἅγιος   πλούτη  καὶ ἀξιώματα. Γι’ αὐτὸ  σήμερα, κατὰ τὴν ὁποία  χαρρτοπαίζουν  πολλοί,  νομίζοντας  ὅτι θὰ ἔρθει ἔτσι  ἡ εὐλογία  καὶ ἡ χαρὰ  κατὰ τὸ  νέο ἔτος  τὸ  ὁποῖο καὶ ἀνέτειλε.    Διότι  παίζοντας εἴτε σπίτι μας, εἴτε  στὰ  καφενεῖα, εἴτε στὶς  χαρτοπαιχτικὲς  λέσχες μόνο  θλίψη  ἀποκομίζουμε  καὶ ὄχι χαρά.
Ὁ  ἀσκητὴς  αὐτὸς ἅγιος   μᾶς  θέλει  ἀκόμα πιστούς, οἱ ὁποῖα  καὶ    θὰ  ἐκκλησιαζώμαστε,   παρακαλώντας  τὸν  ἅγιο  νὰ  εἴμαστε  ἄνθρωποι μὲ  λιτότητα.
Καὶ ἐνῶ  ὁ ἅγιος  πρὶν βαπτιστεῖ ζοῦσε μαζὶ μὲ τὸ   φίλο  του Γρηγόριο  τὸ   Θεολόγο  ὡς χριστιανὸς  στὴν Ἀθήνα,  μόλις  ἔλαβε τὸ   χριστιανικὸ  βάπτισμα  ἔγινε καλύτερος  στοὺς  πνευματικοὺς  ἀγῶνες  του. Γιατὶ  τὴν   ἐπισκοπικὴ  ἐξουσία  δὲν  τὴν ἀποζήτησε,  ἀλλὰ  ὅλοι  οἱ κληρικοὶ  καὶ ἀρχιερεῖς τῆς  Μητροπόλεως   Καισαρείας, μαζὶ μὲ  ὅλους  τοὺς  πιστοὺς  τῆς  Καισαρείας τὸν  ἐξέλεξαν γιὰ  διάδοχο  τοῦ  Καισαρείας  Εὐσεβίου. Ὁ   θρόνος τῆς  Καισαρείας, ἄλλωστε, ἦταν γι’αὐτὸν  θρόνος  μαρτυρικὸς  γι’ αὐτόν. Ἀφοῦ οἱ αἱρετικοὶ τῆς  ἐποχῆς  ἐκείνης  ξεγελοῦσαν  τοὺς  βασιλεῖς   τοῦ Βυζαντίου καὶ  τὸν ἐξόρισαν ἔτσι  πάμπολλες  φορές, ὅπως  βέβαια καὶ  ἄλλους  ἁγίους Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας  μας.
Ὁ Μ. Βασίλειος  δὲν  ἄφησε  τὶς  ἄλλες  γενιὲς  ποὺ  θὰ  ἐπακολουθοῦσαν χωρὶς  πνευματικὴ κληρονομιά, ἀφοῦ  μᾶς  ἄφησε  πάμπολλα  ἐκκλησιαστικά του ἔργα, τὰ  ὁποῖα  ὅποιος  τὰ   μελετᾶ  μὲ  προσοχὴ  μαθαίνει  καὶ τὸν ἀληθινὸ  τρόπο  ποὺ  πρέπει  νὰ  ζεῖ  ἕνας  χριστιανός.    Τὰ   ἔργα  αὐτὰ  τοῦ ἁγίου  Βασιλείου  εἶναι  καὶ ἀποτέλεσμα  τῆς  γέννησής   του  ἀπὸ ἁγίους  γονεῖς,   τὸν  ἱερέα Βασίλειο καὶ  τὴν ἁγία  μητέρα  του, τὴν   Μακρίνα. 
Καὶ ὅπως  λέγαμε  ἀνωτέρω  ὁ  Μ. Βασίλειος ὅταν σπούδαζε στὴν  Ἀθήνα μὲ  τὸν  ἅγιο  Γρηγόριο τὸ   Θεολόγο δὐο  δρόμους εἶχε χαράξει στὴ  ζωή του. Ὁ  ἕνας  δρόμος  ὁδηγοῦσε  στὴν Ἐκκλησία, ὅπου  λάμβανε μέρος  στὴ  Θ. Λειτουργία μαζὶ μὲ τοὺς  Κατηχουμένους καὶ
ὁ ἄλλος δρόμος ἦταν αὐτὸς   ποὺ  πήγαινε  στὴ  σχολή του, ὅπου  μάλιστα  καθηγητὴς  ἦταν ἕνας εἰδωλολάτρης. Δὲν νίκησε ὅμως ποτὲ  ἡ εἰδωλολατρία, ἀλλὰ ἡ πίστη πρὸς  τὸ   Χριστό μας.
Τὸ   ἐπισκοπικὸ ὅμως  καὶ  ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ  ἁγίου  Βασιλείου ἀπεδείκνυε τόσο  τὴν ἀγάπη του πρὸς  τὸ  Χριστὸ καὶ  τὴν  Ἐκκλησία Του, ὅσο  καὶ τὴν  ἀγάπη του πρὸς  τοὺς  ἀνθρώπους. Ποτὲ  ὅμως  ὁ ἅγιος  δὲν ἐπεδείκνυε  τὰ   καλά  του  ἔργα,  διότι  λέει ὁ Χριστός: «μὴ γνώτω ἡ δεξιά σου τί  ποιεῖ  ἡ δεξιά  σου».   (Ματθ. 6,3)   Ἤθελε τὰ   καλά του ἔργα  νὰ  ἐπιβραβεύονται  μόνο ἀπὸ  τὸ   Θεό. Ἄν κάνουμε τὸ   καλὸ  ἐπιζητώντας ἐπαίνους  χάνει τὴν ἀξία του  τὸ   καλὸ ποὺ κάνουμε. Ἄν ἐπιδεικνύουμε  τὶς  καλές  μας πράξεις  στὴ  τηλεόραση ἤ στὸ  ραδιόφωνο ἤ καὶ  σ’ ἄλλα  μέσα διαφήμισης καταστρέφουμε τὰ   καλά μας  ἔργα  καὶ  χάνουμε  τὸ   μισθὸ στοὺς  οὐρανούς.
Ἡ ἀσκητικὴ τοῦ  Μ.Βασιλείου μᾶς  μαθαίνει  ἐπίσης νὰ  ζοῦμε  λιτὰ  καὶ ἀσκητικά, παρ’ ὅλο  ποὺ  ζοῦμε στὸν κόσμο. Ὅπου καὶ  νὰ ζοῦμε  δυνάμεθα  νὰ  εἴμαστε  ἀσκητικοὶ χριστιανοί, κι ἄς  μὴν εἴμαστε  μοναχοὶ ἤ μοναχές.
Γι’αὐτό, ἀδελφοί μου, σήμερα  ποὺ  ἑορτάζει ὁ  Μ. Βασίλειος ἄς  μᾶς  φωτίζει «τὸ   φῶς  τὸ   ἀληθινόν, τὸ   φωτίζον πάντα  ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς  τὸν  κόσμον».   (εὐχὴ α΄ὥρας) Εὔχομε  νὰ    φωτίζει ὅλους  μας, μικροὺς  καὶ μεγάλους, οὕτως  ὥστε  νὰ  ζοῦμε ὄντας  τὰ   παιδιά μας ὑπακούοντας  τοὺς  γονεῖς  τους, ὅπως ἀκριβῶς  καὶ ὁ Χριστὸς μεγαλώνοντας σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ ὑπάκουε  στοὺς   γονεῖς  του. Ὁ Χριστός, ποὺ  εἶναι καὶ  Θεὸς  ὑποτάσσονταν στοὺς  γονεῖς  του∙  κι  ἐμεῖς,   ποὺ εἴμαστε  ἄνθρωποι γιατὶ  νὰ  μὴν ὑπακοῦμε ὅλοι  μας  στοὺς ὀρθοδόξους   ἀρχιερεῖς  καὶ ἱερεῖς  μας; Γιατὶ ἀκόμα τὰ   παιδιά  μας  νὰ  μὴν  ὑπακοῦν στοὺς  γονεῖς  τους; 
Ἐν τέλει, ἀδελφοί  μου, κάνοντας λόγο  περὶ  τῆς  ὑποδοχῆς  τῆς  νέας  χρονιᾶς ὀφείλουμε νὰ   τὴν  ὑποδεχώμαστε  μὲ προσευχὴ πρὸς  τὸν  ἐν Τριάδι  Θεὸ  νὰ  εἶναι τὸ   νέο ἔτος  ἔτος  μετανοίας καὶ εὐλογίας, ἀλλὰ  καὶ χάριτος  τοῦ Θεοῦ καὶ εἰρήνης.   Γιατὶ ψάχνουμε  τὴν  εἰρήνη  σὲ λάθος  κατεύθυνση, ὅπου ὅμως  δὲν βρίσκεται ὁ Χριστός.  Γιατὶ  ζώντας  ὅπως ζοῦμε  διώχνουμε τὸ  Χριστό.  Διώχνοντας  ὅμως τὸ   Χριστὸ πῶς  θὰ  ἔρθει ἡ εὐλογία   τοῦ  Χριστοῦ  σἒ μᾶς  καὶ  τὶς  οἰκογένειές  μας. Γι’ αὐτό, ἄς παρακαλέσουμε σήμερα  τὸ   Χριστὸ  νὰ  ἔχει τὸ   νέο  ἔτος  ἐν μετανοίᾳ καὶ προσευχῇ, οὕτως  ὥστε  καὶ  διὰ πρεσβειῶν τοῦ Μ. Βασιλείου νὰ  κερδίσουμε ὅλοι  μας τὴν ἐν  οὐρανοῖς  δόξα, τὴ   δόξα  τῆς  βασιλείας  τῶν   οὐρανῶν. Ἀμήν!  


Περιτομή του Ιησού Χριστού

Η  κατά  σάρκα περιτομή  και  ονοματοδοσία  του  Ιησού  Χριστού,  κατά  την όγδοη ημέρα από την γέννησή Του, αποτελεί την βεβαίωση της σαρκώσεως και της προσλήψεως από τον Θεό Λόγο της τέλειας ανθρώπινης  φύσεως  αναλλοιώτως  και  της  εισόδου  Του στο  λαό του Θεού.
Όταν  μιλάμε για  την  ενανθρώπηση του  Θεού  Λόγου,  ως  μυστήριο πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε και ως μυστήριο πρέπει να την προσεγγίζουμε, γιατί όλα τα γεγονότα της ενανθρωπίσεως, της σαρκώσεως  του  Λόγου  του  Θεού,  έγιναν με θαυμαστό τρόπο που ξεπερνά  το  νου του   ανθρώπου.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι, εάν η θεία ενανθρώπιση ήταν καταληπτή,  δεν  θα  ήταν θεία  και  παρομοιάζουν  όσους  αμφιβάλλουν  ή δὲν  πιστεύουν με εκείνον που  καθόταν στο  σκοτάδι  και  πληρώθηκε  από φως, επειδή όμως δεν γνώριζε το πως ήλθε το φως, δεν δέχθηκε τον φωτισμό.
Την κατά σάρκα περιτομή  του  Κυρίου ημών Ιησού  Χριστού, την οποία καταδέχθηκε  ο  Κύριος  να  λάβει  σύμφωνα  με την σχετική  νομική διάταξη,  όμως  με σκοπό την κατάργηση της διατάξεως αυτής, προκειμένου  να  εισαγάγει  την  πνευματική  και  αχειροποίητη  περιτομή, δηλαδή  το  Άγιο  Βάπτισμα, μας  την  παρέδωσαν  οι  Άγιοι  Πατέρες  να την  εορτάζουμε  κάθε  χρόνο.  Γιατί  ο  Κύριος, όπως  καταδέχθηκε προς χάρη  μας την ένσαρκη Γέννηση και έλαβε όλα τα ιδιώματα της ανθρώπινης  φύσεως,  όσα  είναι  παντελώς  αδιάβλητα,  έτσι  καταδέχθηκε να  λάβει  και  την  περιτομή  που  όριζε  ο  Ιουδαϊκός  Νόμος.
Και  βασικά  την  περιτομή  ο  Κύριος  τη  δέχθηκε  για  δυο  λόγους :
Πρώτον, για να φράξει τα στόματα των αιρετικών, οι οποίοι είχαν την θρασύτητα  να  ισχυρίζονται  ότι  δεν  έλαβε πραγματικά  ανθρώπινη σάρκα,  αλλά  ότι έγινε άνθρωπος κατά φαντασίαν. Πως όμως, πραγματικά, θα περιτεμνόταν, άν δεν είχε λάβει αληθινή  ανθρώπινη σάρκα;
Δεύτερον, για να κλείσει τα στόματα των Ιουδαίων, οι οποίοι Τον κατηγορούσαν  ότι  δεν  τηρεί  την  αργία του  Σαββάτου,  και  ότι  καταλύει το  Νόμο.
«Επειδή  ο   Θεός», λέγει  ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Δαμασκηνός,  «μας  έδωσε να  κοινωνήσουμε  το  καλύτερο και  δεν το φυλάξαμε, γι’ αυτό μεταλαβαίνει  το  χειρότερο,  εννοώ   την  φύση  μας,  ώστε  από  την  μία μεριά  να  ανακαινίσει  τον  εαυτό  Του  και  με  τον  εαυτό  Του το κατ’ εικόνα και  κάθ΄ ομοίωση, και από  την άλλη να διδάξει και  σε εμάς την ενάρετη πολιτεία, αφού με τον εαυτό Του την έκανε σε εμάς δυνατή. Να μας ελευθερώσει από την φθορά με την κοινωνία της ζωής γενόμενος απαρχή  της  αναστάσεώς  μας.  Να  ανακαινίσει  το σκεύος που αχρειώθηκε και  κομματιάστηκε, να μας λυτρώσει από την τυραννία του διαβόλου,  με  το  να  μας  καλέσει  στη  θεογνωσία  και  να  τον  νεκρώσει, να  μας  μάθει  νὰ  παλεύουμε  αποτελεσματικά με τον τύραννο, οπλισμένοι  με  υπομονή  και  ταπείνωση».
Ο  Θεός  έγινε  τέλειος  και  αληθινός  άνθρωπος, «άνθρωπος  εν  πληγή», «εν  δούλου μορφή», χωρίς να πάψει να είναι  τέλειος  και  αληθινός  Θεός, για να κάνει τον άνθρωπο πλήρη και τέλειο υιό του Θεού καὶι  Θεό κατά χάριν. «Ο  Θεός πτωχεύει την εμήν σάρκα, ίνα εγώ πλουτήσω την αυτού Θεότητα… κενούται της εαυτού δόξης επί  μικρόν, ίνα εγώ της εκείνου μεταλάβω  πληρώσεως».
Η  δημιουργία  και  η  σωτηρία, όλη  η  ελεημοσύνη  και  η  φιλανθρωπία της  Αγίας  Τριάδος, ανακεφαλαιώνονται  στον  Θεάνθρωπο  Χριστό,  που με  την ενσάρκωση  και την περιτομή Του και όλα τα μυστήρια της ένσαρκης παρουσίας Του, απεκάλυψε την χριστολογική και χριστοκεντρική  ρίζα  και  προοπτική  κάθε πραγματικότητος και ολόκληρης  της  πραγματικότητος.
Αυτός,  ο  Κύριος,  είναι η κεφαλή  κάθε αρχής και  εξουσίας. Σε αυτόν έχουμε  περιτμηθεί,  όχι  με  περιτομή  καμωμένη  με  χέρια ανθρώπων, αλλά  με  την  αποβολή  του  σάρκινου σώματος,  δηλαδή  με  την  περιτομὴ του  Χριστού, και  ενταφιαστήκαμε μαζί Του κατά  το βάπτισμα, κατά το οποίο  και  αναστηθήκαμε  μαζί  Του  με  την  πίστη  στην  δύναμη  του Θεού,  ο  Οποίος  Τον ανέστησε εκ νεκρών. Ακόμη, όταν είμασταν νεκροί εξ’ αιτίας  των  αμαρτιών μας, και  εξ’ αιτίας τους είμασταν  απερίτμητοι, μας  εζωοποίησε μαζί μ’ Αυτόν και μας συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες.
Μετά  την  περιτομή  Του  ο  Ιησούς, επέστρεψε στην οικία Του με την μητέρα Του και τον Ιωσήφ. Εκεί ζούσε όπως και οι άλλοι άνθρωποι, προοδεύοντας  κατά  την  σοφία, την ηλικία  και  τη  χάρη για  τη  σωτηρία μας.


Απολυτίκιον. Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος            .
Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεός ών κατ' ουσίαν πολυεύσπλαγχνε Κύριε, και νόμον εκπληρών περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ  σαρκικήν,  ίνα  παύσῃς  τα  σκιώδη,  και  περιέλῃς  το  κάλυμμα των  παθών  ημών. Δόξα τη  αγαθότητι  τη   ση, δόξα  τη  ευσπλαγχνία  σου, δόξα  τη  ανεκφράστω  Λόγε  συγκαταβάσει σου.


Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Ο των όλων Κύριος, περιτομήν υπομένει, και βροτών τα πταίσματα, ως αγαθός  περιτέμνει·  δίδωσι,  την  σωτηρίαν  σήμερον  κόσμω· χαίρει  δε, εν τοις  υψίστοις  και  ο  του  Κτίστου,  Ιεράρχης  και  φωσφόρος,  ο  θείος  μύστης  Χριστού  Βασίλειος.


Μεγαλυνάριον.
Σάρκα  οκταήμερος  ως  βροτός,  ο  των όλων Κτίστης, περιτέμνεται νομικώς, την εξ ακρασίας, ημών κακίαν τέμνων· αυτού την αγαθότητα μεγαλύνωμεν.


Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ο Καππαδόκης

Ο Μέγας Βασίλειος, μία από τις μεγαλύτερες μορφές της  Εκκλησίας, γεννήθηκε  περί  το  330  μ.Χ.  στην  Καισάρεια  της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν ρήτορας, εγκατεστημένος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και ήταν υιός της Μακρίνης, η  οποία υπέστει πολλά μετά  του συζύγου της κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου για την πίστη τους  στον Χριστό.
Η Μακρίνα ήταν μαθήτρια του Γρηγορίου του Θαυματουργού και διετέλεσε η πρώτη  στην  πίστη  διδάσκαλος  του  εγγονού  της  Βασιλείου.
Η μητέρα  του Μεγάλου  Βασιλείου  ονομαζόταν  Εμμέλεια,  καταγόταν  από την Καππαδοκία, ήταν θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη και πολύ φιλάνθρωπη. Από τον γάμο της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν  εννέα  παιδιά, από  τα  οποία  τα  τέσσερα  ήταν  αγόρια.  Το  πρωτότοκο  παιδί  τους  ήταν  η Μακρίνα, η οποία μετά τον θάνατο του μνηστήρα της, επιδόθηκε στην άσκηση. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι,  ο  Βασίλειος  στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία. Ο  Ναυκράτιος  πέθανε  νέος,  σε  ηλικία  27  ετών.  Προ  του  Πέτρου  γεννήθηκε  η Θεοσεβία.
Ο Μέγας Βασίλειος έλαβε την πρώτη χριστιανική διαπαιδαγώγησή του  από τη  μητέρα  και  τη  γιαγιά  του  και  διδάχθηκε  τα  πρώτα  γράμματα  από  τον πατέρα  του  στην  πατρίδα  του.  Σπούδασε  στις  σχολές  της  Καισαρείας  της Καππαδοκίας και του Βυζαντίου, όπου «ηυδοκίμει σοφιστών τε και φιλοσόφων τοις τελειοτάτοις», και τέλος «εις τας χρυσάς Αθήνας», που τότε ήταν το κέντρο της ρητορικής και στην οποία ήκμαζαν οι σοφιστές Ιμέριος,  Προαιρέσιος καὶ άλλοι και  όπου  συνέρρεαν  από  παντού  μαθητές, μεταξύ  των  οποίων  και  ο  μετέπειτα  αυτοκράτορας  Ιουλιανός,  τον  οποίον  ο υπέρμετρος θαυμασμός του προς την εθνική σοφία  παρέσυρε  στον  πόλεμο κατά της Ορθοδοξίας. Εκεί βρισκόταν ήδη και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μετά του οποίου συνδέθηκε με στενή φιλία. Είναι χαρακτηριστικοί  οι  λόγοι  του  Αγίου  Γρηγορίου για τον ιερό  του  σύνδεσμο με τον Μέγα  Βασίλειο :  «Τα  πάντα  ήμεν  αλλήλοις,  ομόστεγοι,  ομοδίαιτοι, συμφυείς…  ίσαι  μεν  ελπίδες  ήγον  ημάς, πράγματος  επιφθωνοτάτου  του λόγου, φθόνος  δε  απήν,  ζήλος  δε  εσπουδάζετο,  αγών  δ’ αμφοτέροις,  ούχ όστις αυτός το πρωτείον έχοι, αλλ’  όπως  τω  ετέρῳ τούτου  παραχωρήσειεν. Μία μεν αμφοτέρους εδόκει ψυχή,  δυο  σώματα  φέρουσα,  εν  δ’  αμφοτέροις έργον:  η αρετή και το  ζήν  προς  τας  μελλούσας  ελπίδας,  προς  ό  βλέποντες και  βίον  και  πράξιν  άπασαν  απηυθύνομεν».
Ο Βασίλειος διδάχθηκε στην Αθήνα ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική. Επέστρεψε στον Πόντο, περί το 356 μ.Χ., και βαπτίσθηκε  Χριστιανός  υπό  του  Επισκόπου  Καισαρείας  Διανίου.
Στην συνέχεια μετέβη στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και  Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και καθηγητές της ερήμου. Τότε, αφού διένειμε και αυτός τα  υπάρχοντά  του  στους  πτωχούς, μόνασε στον  Πόντο, κοντά  στον  Ίρι  ποταμό,  ασκούμενος  στη μελέτη  και την προσευχή.
Αργότερα το 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος  από τον  Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, αλλά μετά από λίγο αναγκάστηκε να φύγει στον Πόντο, λόγω του φθόνου του Επισκόπου Ευσεβίου. Ο  Γρηγόριος  συμβίβασε τα  πράγματα  μεταξύ  των  δυο  ανδρών  και  ο  Μέγας  Βασίλειος  επέστρεψε  το 365  μ.Χ., για  να  βοηθήσει  τον  Επίσκοπο  Ευσέβιο στον  αγώνα  του  κατά  των Αρειανών. Έγινε έτσι «σύμβουλος  αγαθός,  παραστάτης  δεξιός,  των  θείων εξηγητής, των  πρακτέων  καθηγητής,  γήρως  βακτηρία,  πίστεως  έρεισμα».
Το έτος 370 μ.Χ., μετά το θάνατο του Ευσεβίου, εξελέγη Επίσκοπος Καισαρείας, παρά τις σφοδρές  αντιδράσεις  των  Αρειανών.  Σε  καιρό  λιμού προσέφερε στους πάσχοντες κάθε είδους βοήθεια. Αγκάλιασε τους γέροντες, τα παιδιά, τις γυναίκες και τους άνδρες, τους ασθενείς και φρόντιζε καθημερινά για την τροφή τους. Οικοδόμησε κοντά στην Καισάρεια ένα συγκρότημα πτωχοκομείου και νοσοκομείου, τη Βασιλειάδα,  που  έγινε  το  ταμείο  της  ευσέβειας  και  της  αγάπης.
Κατά  τα χρόνια της  επισκοπικής  του  διακονίας  είχε  να  αντιπαλέψει  κατά πολλών  δυσχερειών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης  αποφάσισε να εισάγει  με την βία στην Καππαδοκία τον Αρειανισμό. Γι’ αυτό, το  372  μ.Χ., έστειλε  τον ΄ςπαρχο  Μόδεστο,  για  να πείσει  τον  Άγιο να  δεχθεί  τις κακοδοξίες των αιρετικών. Μάταια προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση της περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ο  Βασίλειος σε απάντηση δήλωσε,  ότι  δεν  φοβάται αφού περιουσία δεν είχε, παρά μόνο λίγα παλαιά ενδύματα και λίγα βιβλία,  εξορία  δεν  φοβάται,  διότι  η  γη  που  κατοικεί  δεν  είναι  ιδιοκτησία  του και στον κόσμο αυτό είναι πάροικος και παρεπίδημος, τα  βασανιστήρια  δεν τον  πτοούν, διότι  το  ασθενικό  του  σώμα  δεν  μπορεί  να  αντέξει  σε  αυτά,  το δε θάνατο θεωρεί ως ευεργέτη, διότι αυτός θα τον οδηγήσει νωρίτερα  κοντά στον  Θεό.  Ο  Μόδεστος  εξεπλάγη  από  την  Πνευματική  γενναιοψυχία του Αγίου και επέστρεψε άπρακτος. Ακόμη και ο ίδιος  ο αυτοκράτορας  Ουάλης, όταν ήλθε στην Καισάρεια  και  αντιλήφθηκε το μεγαλείο του  Βασιλείου, τον άφησε  ανενόχλητο  στον  επισκοπικό του θρόνο. Στο  σημείο  αυτό  αξίζει  να αναφέρουμε την μαρτυρία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τον Μέγα Βασίλειο:  Ήταν ημέρα των  Θεοφανείων.  Πέλαγος λαού   εγέμιζε  τον ναό. Η ψαλμῳδία και η ευκοσμία του βήματος ήταν αγγελική μάλλον, παρα ανθρώπινη. Και ο Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος του  λαού,  όρθιος, ακλινής  κατά  το  σώμα  και  την  όψη  και  την  διάνοια, «εστλωμένος  τω  Θεώ και  τω  βήματι».  Και  ο  αυτοκράτορας  Ουάλης μπροστά στο  θέαμα  αυτό  και στο  άκουσμα  «κατεβροντήθη».
Με  τον   ανεκτίμητο  αυτό  πλούτο  των αρετών του καθοδήγησε το ποίμνιο του  Χριστού  και  κοσμημένος  με  αυτές  εξεδήμησε  προς  Κύριον,  το  378  μ.Χ., λίγο  μετά  τον  θάνατο  του  αυτοκράτορα  Ουάλεντος,  σε  ηλικία  48  ετών.
Όταν πλησίαζε η ώρα να παραδώσει την αγία του ψυχή  στον  Θεό, προσήλθαν στην κλίνη του όλοι  σχεδόν  οι  Χριστιανοί  της  πόλεως. Εκείνος τους  δίδασκε  και  τους  ευλογούσε.  Προσευχόμενος  στον Κύριο είπε:  «Εις χείρας Σου Κύριε, παραθήσομαι το πνεύμα μου», και κοιμήθηκε. Στην εξόδιο ακολουθία συμμετείχαν μυριάδες λαού και τόσος ήταν ο συνωστισμός, ώστε πολλοί πέθαναν «εκ της του ωθισμού βίας και συγκλονήσεως». Η  Σύναξη  του  Μεγάλου  Βασιλείου  ετελείτο  στο ναό  της Αγίας Σοφίας (Μεγάλη  Εκκλησία). Ναός αφιερωμένος  στον  Άγιο  Βασίλειο υπήρχε  στο  παλάτι  των  Βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά τον  10ο  αιώνα  και σε αυτόν εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας την 1η Ιανουαρίου μέχρι της απολύσεως του Ευαγγελίου. Ο αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, παραβάλλει αυτόν προς τα πρόσωπα της Αγίας Γραφής,  τον  Προφήτη  Ηλία  και τον Σαμουήλ, τον  Απόστολο  Παύλο  και  τον Ιωάννη  τον  Πρόδρομο.
Ο  Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλήθος  σπουδαιοτάτων  συγγραμμάτων, από τα οποία, ευτυχώς, τα περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία το μεγαλύτερο έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι η Θεία Λειτουργία αυτού, που τελείται και σήμερα σε καθορισμένες ημέρες του λειτουργικού έτους: την ημέρα της μνήμης του Μεγάλου Βασιλείου, τις παραμονές των τριών μεγάλων Δεσποτικών εορτών, Χριστουγέννων, Θεοφανείων και Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Κατά παλαιότερη διάταξη, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο και κατά την εορτή της Πεντηκοστής και κατά την εορτή της Υψώσεως  του  Τιμίου  Σταυρού.      
Το πρώτο δογματικό έργο, το οποίο συνέγραψε ο Άγιος, έχει τον τίτλο «Ανατρεπτικός του απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Περίφημα είναι  και τα ασκητικά, τα δογματικά, τα παιδαγωγικά συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, ως και τα κηρύγματα, οι ομιλίες και οι επιστολές αυτού. Μέσα από  αυτά  καταδεικνύεται ότι ο Μέγας Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα οργανωτής της κοινωνικής και ηθικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, στηρίζοντας την ηθική δεοντολογία του, κυρίως στην Αγία Γραφή  και  ειδικότερα  στην Παλαιά  Διαθήκη.  Η  Αγία  Γραφή  για τον  Μέγα Βασίλειο ήταν το υπέρτατο δογματικό κριτήριο και αποτελούσε καθ’ εαυτήν μυστήριο  θείας  οικονομίας  και  ανθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αυτό  και θεωρούσε την Αγία Γραφή ως θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο εκ του Αγίου  Πνεύματος  και  κατά  συνέπεια  θεωρούσε  απαραίτητο για την  ορθή κατανόηση του περιεχομένου αυτής το χάρισμα της πνευματικής διακρίσεως. Η μελέτη της Αγίας Γραφής, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πρέπει να γίνεται με βαθειά πίστη και μέσα στην κοινότητα των πιστών. Η ερμηνεία δε  αυτής απέβλεπε κυρίως στην οικοδομή των πιστών και τη σωτηρία αυτών. Γι’ αυτό η παράδοση της πίστεως, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους, ήταν απαραίτητος οδηγός στην ερμηνεία και  μελέτη της  Αγίας  Γραφής.


Απολυτίκιο. Ήχος α’.      
Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος  σου,  ως  δεξαμένην  τον  λόγον  σου· δι' ού θεοπρεπώς εδογμάτισας, την φύσιν των όντων ετράνωσας, τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ Όσιε· πρέσβευε  Χριστώ  τω  Θεώ,  σωθήναι  τας  ψυχάς  ημών.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Ώφθης βάσις άσειστος τη  Εκκλησίᾳ,  νέμων  πάσιν  άσυλον,  την  κυριότητα βροτοίς,  επισφραγίζων  σοις  δόγμασιν,  Ουρανοφάντορ  Βασίλειε  Όσιε.


Μεγαλυνάριον.
Τον ουρανοφάντορα του Χριστού, μύστην του  Δεσπότου,  τον  φωστήρα  τον φαεινόν, τον εκ Καισαρείας, και Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τον  μέγαν, πάντες  τιμήσωμεν.