2/1/17

Ο Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης



Ο  Άγιος Σιλβέστρος  καταγόταν από την Ρώμη. Επειδή με τον πνευματικό του αγώνα έφθασε στο άκρο της αρετής και  της ευσέβειας, χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Πρεσβυτέρας (Παλαιάς) Ρώμης, ύστερα από τον θάνατο του Επισκόπου Μιλτιάδη, ο οποίος κοιμήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του  έτους 314 μ.Χ.
Εποίμανε αξίως το ποίμνιό του και  με την αγιότητά του ελάμπρυνε τον αποστολικό θρόνο του και έκανε πολλά θαύματα. Επιδόθηκε με περισσή φροντίδα  στο φιλανθρωπικό έργο και αγωνίσθηκε να μεταμορφώσει κατά Χριστόν τα ήθη και τα έθιμα του λαού της Ρώμης. Κατά την παράδοση ο Άγιος εχειραγώγησε προς την χριστιανική πίστη τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο και  με το θείο Βάπτισμα του καθάρισε τα πάθη, της ψυχής και του σώματος. Με τη συμβουλή του Αγίου Σιλβέστρου, ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε επτά ναούς, για να εορτάζονται οι εορτές του Σωτήρος Χριστού  και  των Αγίων Μαρτύρων. Απέδειξε ότι ο Ιησούς Χριστός και  το  έργο του είχαν προκηρυχθεί  από το Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Πολέμησε δε ιδιαίτερα τους αιρετικούς  Δονατιστές και εμεγάλυνε την Εκκλησία με την διδασκαλία των θείων δογμάτων.
Ο Άγιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας στις 31 Δεκεμβρίου  του  έτους 335 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Στολὴν ἐνδυσάμενος, ἱεραρχίας πιστῶς, ἀμέμπτως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ, Πατὴρ ἡμῶν Σίλβεστρε· ἔχων γὰρ πολιτείᾳ, συνεκλάμποντα λόγον, θαύμασιν ἐβεβαίους, εὐσεβείας τὴν δόξαν, δι’ ἧς οὐρανίου δόξης, ὤφθης συμμέτοχος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.    
Ἐν ἱερεῦσιν ἱερεὺς ἀνεδείχθης, τοῦ Βασιλέως καὶ Θεοὺ θεοφόρε, τῶν Ἀσκητῶν συνόμιλος γενόμενος· ὅθεν συναγάλλῃ νῦν, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων, Πάτερ εὐφραινόμενος, ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Σίλβεστρε Ῥώμης ἔνδοξε ποιμήν, σῶζε τοὺς πόθῳ, τελοῦντας τὴν μνήμην σου.


Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἱεραρχίας σου τὴν στολήν, τρόποις ἐναρέτοις, καὶ θαυμάτων τῇ δωρεᾷ, εὐκλεῶς ποικίλας, πεποικιλμένος ἔβης, Σίλβεστρε Ἱεράρχα, πρὸς τὰ οὐράνια.


Η Οσία Ιουλιανή η Δικαία



Η Αγία Ιουλιανή γεννήθηκε το 1530 στη Μόσχα, από γονείς ευσεβείς και φιλάνθρωπους, τον Ιουστίνο και την Στεφανία Νεντιγιούρεφ. Ο πατέρας της εργαζόταν ως οικονόμος στην αυλή του τσάρου Ιβάν Δ’ Βασίλιεβιτς, του  γνωστού ως «Τρομερού». Παρά το γεγονός αυτό, όλη η οικογένεια ζούσε πτωχά  αλλά χριστιανικά  και  η ευλογία του  Θεού πλημμύριζε την καρδιά των μελών της.
Η Αγία ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και αφιέρωσε την ζωή της στην φροντίδα των ασθενών και των πτωχών. Ο βίος και ο χαρακτήρας της δεν άφησαν αδιάφορο τον πλούσιο κάτοικο του χωριού Μούρομ της περιοχής του  Λαζάρεβο Γεώργιο Όσορίν, τον οποίο  νυμφέφθηκε σε νεαρή  ηλικία.
Από  τον γάμο της απέκτησε έξι υιούς και μία θυγατέρα. Μετά τον θάνατο των δυό υιών της  απεφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει Μοναχή. Όμως ο σύζυγός της, που έλειπε συχνά και πολύ χρόνο ακολουθώντας τὸ στρατὸ του τσάρου στο Αστραχάν και σε άλλα μέρη, την παρακάλεσε να μείνει κοντά στην οικογένειά της. Εκείνη δέχθηκε, αλλά ζούσε ως Μοναχή μέσα στον κόσμο.
Όπως γράφει και ο υιός της Καλλίστρατος, που έγραψε τον βίο της, η Αγία είχε αφιερώσει τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Θεό και την διακονία των ανθρώπων. Ελάχιστα κοιμόταν και αγρυπνούσε προσευχόμενη. Όταν ο σύζυγός της πέθανε, εκείνη πλέον ζούσε για να προσεύχεται και  να διακονεί. Λίγο πριν παραδώσει την δίκαια ψυχή της στον Κύριο, το έτος 1604, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων από  τον Πνευματικό της, ιερέα Αθανάσιο, κάλεσε τα παιδιά της και τους έδωσε την ευχή της. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε, πριν κλείσει τα μάτια της, ήταν : «Δόξα στον Θεό για  όλα. Σε Σένα, Κύριε, παραδίδω το πνεύμα μου».


Ο Άγιος Γεώργιος (ή Ζώρζης) ο Νεομάρτυρας ο Γκιουρτζής



Ο Άγιος Γεώργιος καταγόταν από την Ιβηρία. Σε νεαρή ηλικία αγοράσθηκε από κάποιο τούρκο ως σκλάβος και περιετμήθηκε, λαβών το όνομα Σαλής. Μετά τον θάνατο του τούρκου παρέμεινε στην Μυτιλήνη ζωντας ειρηνικά  και  εργαζόμενος.
Μία μέρα, όταν τα χρόνια είχαν περάσει, σε ηλικία 70 ετών, ο Γεώργιος παρουσιάζεται ενώπιον του κριτού, απορρίπτει μπροστά του το σαρίκι που φορούσε στην κεφαλή και ομολογεί τον Χριστό. Παρά τις κολακείες και  τους  φοβερισμούς,  ο  Μάρτυς  παρέμεινε  αμετάθετος επικαλούμενος  το  όνομα του Κυρίου. Αμέσως τον συνέλαβαν και άρχισαν να τον χτυπούν με μαχαίρια και ξύλα.   
Στο τέλος, τον οδήγησαν σε ένα τόπο ονομαζόμενο Παρμά-καπού, όπου και  υπέστη  τον  δι’  αγχόνης θάνατο το  έτος  1770.

Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ



Ο  Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κοὺρσκ της Ρωσίας στις 19  Ιουλίου 1759 και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κοὺρσκ ένα ναό  προς τιμήν του  Οσίου  Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά  ξαφνικά  το 1762, πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.
Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μία μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Την στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κούρσκ, και  έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχὸς διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 κείρεται Μοναχός με το  όνομα  Σεραφείμ. Σε δυο μήνες  χειροτονείται  Διάκονος.
Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική  ζωή «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει  όλη την ημέρα στο Μοναστῆρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις  νυκτερινές  ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή  η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη  Μονή  και  αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται τους παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται : «Ο Θεός ιλάσθητι μοὶ τω αμαρτωλώ».
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και  κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της  σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και να δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή  ασκητική  ζωή του και την φωτεινή  μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα  στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν  έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».
Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό  που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστός  Ανέστη!».
Την 1η Ιανουαρίου 1833, ημέρα Κυριακή, ο Ὁσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό  του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. Στέφανοι μας ετοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε  αρκετή  ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…», «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ…», «Ω, Πάσχα το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ…».
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό  ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής  μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της  Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990, στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ . Ταχὺ προκατάλαβε. 
Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.   
Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.


Μεγαλυνάριον.
Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.