29/3/18

Ο Άγιος Κύριλλος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ άνδρες και γυναίκες Μάρτυρες εν Ασκαλώνι και Γάζη


Ο διάκονος Κύριλλος, επί αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου, γκρέμισε ειδωλολατρικούς ναούς και έκαψε τα ξόανα των ψεύτικων  θεών, στην  Φοινίκη.  Για  τον  λόγο  αυτό  συνελήφθη  από  τους  ειδωλολάτρες  και θανατώθηκε με απάνθρωπο τρόπο: άνοιξαν την κοιλιά του και του έβγαλαν  τα  σπλάχνα.
Με  τον  ίδιο  απάνθρωπο  τρόπο  μαρτύρησαν  στην  Ασκάλωνα  και  στην Γάζα, το έτος 363 μ.Χ., άνδρες και γυναίκες, ιερείς και μοναχές, των οποίων αφαίρεσαν τα σπλάχνα και έριξαν εντός της κοιλίας αυτών κριθάρι, για να το φάνε οι χοίροι.          
Έτσι οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες και  Ομολογητές  της  πίστεως,  μαρτύρησαν και  έλαβαν  το  αμαράντινο  στέφανο  της  δόξας  του  Κυρίου.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ’. Το προσταχθέν.
Δι’  εγκρατείας  των  παθών  τας  πυριφλέκτους,  απονεκρώσαντες  ορμάς και τας κινήσεις, του Χριστού οι Μάρτυρες έλαβον την χάριν, τας νόσους αποδιώκειν των ασθενών, και ζώντες και μετά τέλος θαυματουργείν, όντως θαύμα παράδοξον! ότι οστέα γυμνά, εκβλύζoυσιν ιάματα.  Δόξα  τω μόνω  Θεώ  ημών.

28/3/18

Ο Όσιος Ιλαρίων ο Νέος


Ο  Όσιος  Ιλαρίων  διετέλεσε  ηγούμενος  της  μονής  Πελεκητής  στην Τριγλία  και  διακρίθηκε  για  το  ασκητικό  του  ήθος,  το  φιλόθεο  ζήλο  του,  το χάρισμα  της  ελεημοσύνης  και  τους  πνευματικούς  αγώνες.  Γι’ αυτό  ο Άγιος  Θεός  τον  προίκισε  με  το  προορατικό  χάρισμα.  Ο  Όσιος  κοιμήθηκε με  ειρήνη  το  έτος  754  μ.Χ.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.       
Ιλαρότητι τρόπων καλλωπιζόμενος, ως καθαρώτατον σκεύος της επιπνοίας Χριστού, της ενθέου βιοτής εδείχθης  έσοπτρον·  όθεν  αστράπτεις νοητώς, αρετών μαρμαρυγάς, Πατήρ ημών  Ιλαρίων, προς απλανή  οδηγίαν, και  σωτηρίαν  των  ψυχών  ημών.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Ως ελαία εύκαρπος, αναβλαστήσας,  Ιλαρίων Όσιε, καθιλαρύνεις μυστικώς, τω σω ελαίω τους ψάλλοντας· χαίροις Οσίων, κανών απαρέγκλιτε.


Μεγαλυνάριον.
Έλεος  και  χάριν  παρά  Θεού,  Πάτερ  Ιλαρίων,  ως τω θρόνω  αυτού  εστώς, αίτει θεοφόρε, ημίν καταπεμφθήναι, τοις επιγραφομένοις, θερμόν προστάτην  σε.


Ο Άγιος Ευστράτιος ο Οσιομάρτυρας ο Νηστευτής


Ο  Όσιος Ευστράτιος, απόγονος μιας πλούσιας οικογένειας του Κιέβου, διέθεσε στους πτωχούς  όλα  τα πλούτη του και εγκαταβίωσε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου αφιερώθηκε στην άσκηση και  τη  νηστεία. Στις εικόνες περιγράφεται με  ανοιχτού  χρώματος μαλλιά, αραιή  γενειάδα, ντυμένος με το μοναχικό  ράσο  και  ανυπόδητος.
Μόλις  ο  Όσιος  έγινε μοναχός, άρχισε να  αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με τα όπλα του φωτός, την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός την  χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και  την σκληρή  εγκράτεια, ταπείνωσε τους  δαίμονες και  εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο  Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με την σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή Του κατέβαλε τον πονηρό, ενώ αντίθετα ο πρωτόπλαστος Αδάμ,  λόγω της  αποτυχίας του στο να φανεί εγκρατής, έπεσε και εξορίσθηκε από  τον Παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα  του με την αυστηρή  νηστεία,  αλλά  μαζί  με αυτό  έλιωσε και  τα πάθη και  διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες.  Γι’ αυτό  επονομάσθηκε  Νηστευτής.
Ο  Βίος του Οσίου  Ευστρατίου  περιγράφει, με ιδιαίτερη επιμέλεια, τις περιστάσεις του μαρτυρίου του. Στις 20 Ιουλίου του έτους 1096, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, έγινε ξαφνικά στόχος επιθέσεως των Πολόφσκυ, οι οποῖοι καθοδηγούμενοι από τον Μπονγιάκ τον Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τη  μονή και αιχμαλώτισαν μοναχούς και  εργάτες αυτής και τους πούλησαν ως σκλάβους στην Βυζαντινή πόλη Χερσόνησο,  στην  Ταυρίδα.
Ο  Όσιος Ευστράτιος και  άλλοι πενήντα αιχμάλωτοι αγοράστηκαν από ένα Εβραίο της Χερσονήσου, ο οποίος, για να τους εξαναγκάσει να ασπασθούν την ιουδαϊκή πίστη τους άφησε να υποφέρουν από την πείνα και  τη δίψα. Καθώς  η  αποδοχή  του  Ιουδαϊσμού σήμαινε απελευθέρωση από  την σκλαβιά, μετά από έξι χρόνια σκληρής δουλείας, οι αιχμάλωτοι ήταν έτοιμοι να αρνηθούν τον Χριστό. Ο  Όσιος  Ευστράτιος, όμως, τους έπεισε  να  μην αρνηθούν την υπόσχεση που έδωσαν με  το  βάπτισμα. Μετά  από  δέκα  τέσσερις ημέρες όλοι πέθαναν από πείνα και  δίψα, εκτός  από  τον Όσιο Ευστράτιο, που είχε συνηθίσει στις πολυήμερες νηστείες. Ο  ιδιοκτήτης λοιπόν, οργισμένος, τον κατηγόρησε για τον θάνατο των συντρόφων του και  διέταξε να σταυρωθεί  ανήμερα του  Χριστιανικού  Πάσχα.  Σύμφωνα  με το  Βίο, ο Όσιος Ευστράτιος έζησε για δεκαπέντε ακόμα ημέρες επάνω στον σταυρό και βρήκε την δύναμη να συζητήσει με τον Εβραίο ιδιοκτήτη εάν ο σταυρικός θάνατος ήταν ατιμία ή προνόμιο και  να προφητέψει για τους δουλοκτήτες του μία επικείμενη θεομηνία. Μόλις το  είπε αυτό, μαχαιρώθηκε.         
Οι  ανόσιοι  σταυρωτές  κατέβασαν  το  ιερό  λείψανο από  τον σταυρό  και  το  έριξαν στην θάλασσα. Η  ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το  τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου.   Εκεί  το  βρήκαν με κατάπληξη και  δέος οι μοναχοί, εκείνοι που  είχαν σωθεί και  είχαν επιστρέψει στη μονή μετά από το πέρασμα των Πολόφσκυ και το ενταφίασαν με τιμές και  δοξολογίες. Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας  αναρίθμητα  θαύματα στους  πιστούς.


Ο Όσιος Ιωάννης εκ Γεωργίας


Ο  Όσιος  Ιωάννης  ήταν  Επίσκοπος  της  πόλεως  Μανγκλίσι  της  ανατολικῆής Γεωργίας    και  κοιμήθηκε με  ειρήνη  το  έτος  1751.

27/3/18

Η Οσία Ματρώνα η Ομολογήτρια η εν Θεσσαλονίκη



Η  Οσία  Ματρώνα  έζησε  στη  Θεσσαλονίκη  και  συγκαταλέγεται μεταξύ  των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας  μας, κατά   την περίοδο των διωγμών. Υπήρξε ακόλουθος μιας πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, με το όνομα Παντίλλα  ή  Παυτίλλα,  η  οποία  ήταν σύζυγος του  στρατοπεδάρχη της  Θεσσαλονίκης.  Καθημερινά  συνόδευε την  κυρία της  στη  συναγωγή  της  πόλεως,  όπου  ωστόσο  δεν  πήγαινε  η  ίδια,  διότι  κρυφά  κατέφευγε  σε  χριστιανικό  ναό,  για να προσευχηθεί.
Μοιραία,  όμως, επειδή  για  πολύ  καιρό  η  Ματρώνα  ξεγελούσε  την κυρία της, μία λάθος κίνηση στάθηκε αφορμή  για να  αποκαλυφθεί  η ταυτότητά  της. Σε μία  εορτή  των Ιουδαίων, κατά την οποία  συνήθιζαν να  τρώνε  πικρά  χόρτα  και  άζυμα,  η  Ματρώνα  άργησε  να  επιστρέψει από  το  ναό και  όταν έφθασε στην συναγωγή  γινόταν  η  τελετή  των Επιτιμίων. Ένας από τους δούλους της Παντίλλας κατήγγειλε ότι η Ματρώνα  ήταν  Χριστιανή  και  ότι  εξαπατά  την κυρία της, φροντίζοντας  κάθε  φορά  που  αυτή προσερχόταν στην συναγωγή, εκείνη να πηγαίνει στην Εκκλησία. Αυτό προκάλεσε την οργή της Παντίλλας,  που  δεν  δίστασε, ξεσπώντας σε κραυγές, να την κατηγορήσει  ότι  είναι  εχθρική προς αυτήν. Διέταξε αμέσως την σύλληψή  της  και,  αφού  την  συνέλαβαν  και  την έδεσαν,  άρχισαν  να την μαστιγώνουν. Η  Ματρώνα, όμως, με παρρησία δήλωσε ότι είναι Χριστιανή  και  ότι,  άν  και  η κυρία  της  εξουσίαζε  το  σώμα  της  και  την ίδια  της την ζωή, ωστόσο δεν μπορούσε  να την μεταπείσει σε όσα πίστευε.
Η  Παντίλλα,  αφού  την  αλυσόδεσε,  διέταξε  να  την  φυλακίσουν  και  να  σφραγίσουν  την πόρτα του  κελιού  της. Έπειτα  από  τρεις  ημέρες, νωρίς το πρωί, πήγε η ίδια να δει  άν η Ματρώνα ζει.  Έκπληκτη διαπίστωσε ότι είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά της και  στεκόταν  φωτεινή ψάλλοντας, χωρίς να έχει το παραμικρό ίχνος τραύματος και  βασανισμού. Εξοργισμένη  η  Παντίλλα  διέταξε  να  δέσουν  πάλι  την  Ματρώνα  και  να την μαστιγώσουν ανηλεώς. Εκείνη, έκπληκτη για την ιδιαίτερη σκληρότητα της κυρίας της, την ρώτησε γιατί την  βασάνιζε,  ομολογώντας ωστόσο την πίστη της στον Χριστό.  Καταπονημένη  από  τα  βασανιστήρια και  μην  μπορώντας  να  σταθεί  στα πόδια  της,  η  Ματρώνα  κλείσθηκε  και πάλι  στην  φυλακή.
Έπειτα από τρεις ημέρες, όταν η Παντίλλα επισκέφθηκε το κελί της φυλακής της Αγίας, αντίκρισε το ίδιο θέαμα. Την Μάρτυρα απελευθερωμένη  από τα  δεσμά της, με το ίδιο φωτεινό πρόσωπο, παρά  τα βασανιστήρια  και  την  πείνα  που  υπέστη  επί  δεκατέσσερις  ημέρες. Τότε  η κυρία της, γεμάτη οργή, διέταξε να δέσουν την  Ματρώνα  σε  δρύϊνα  ξύλα και  να  την  βασανίσουν.  Εξαντλημένη  η  Αγία  από  τις  μαστιγώσεις  και  με το  σώμα  της  γεμάτο  σημάδια,  ψέλλισε  με  αδύναμη  φωνή  λίγες  λέξεις προσευχής  και  παρέδωσε  το  πνεύμα  της.
Η Παντίλλα  διέταξε  τότε  κάποιον  με  το  όνομα  Στρατόνικος, να  τυλίξει  το λείψανο  της  Αγίας  σε  δέρμα  και  στην  συνέχεια  να  το  ρίξει  έξω  από  τα τείχη  της πόλεως.  Το  ιερό  λείψανό  της  το παρέλαβαν  οι  Χριστιανοί  και  το ενταφίασαν  με  ευλάβεια  κοντά  στην Λεωφόρο,  δηλαδή  την  Εγνατία  οδό. Μετά  το  τέλος  των  διωγμών,  ο  Επίσκοπος  Θεσσαλονίκης  Αλέξανδρος πήρε το σκήνωμα  της  Μάρτυρος  και  το  μετέφερε  μέσα  στην  πόλη  και, αφού  έκτισε  ναό,  το  απέθεσε  εντός  αυτού.
Την εποχή της Φραγκοκρατίας, όμως, το σκήνωμα της Αγίας μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη και εναποτέθηκε σε ναό, που καταστράφηκε κατά την διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.       
Ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης ὑπῆρχε καὶ μονὴ αφιερωμένη  στην Αγία  Ματρώνα.


Απολυτίκιον. Ήχος  γ’. Την  ωραιότητα.     
Γνώμην  αήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν την  ένθεον,  άσυλον  έσωσας, μη  δουλωθείσα  την ψυχήν,  Εβραίων  τη  απηνεία·  όθεν  αριστεύσασα, και  τον δόλιον κτείνασα, μυστικώς νενύμφευσαι, τω  Δεσπότη  της  κτίσεως. Αυτόν  ούν  εκτενώς  εκδυσώπει,  πάσης  ημάς  ρυσθήναι  βλάβης.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.  
Φωτί  νοητώ,  Ματρώνα  ατενίζουσα,  ειρκτής  την  φρουράν, ως  θάλαμον λελόγισαι,  εξ  ής  Μάρτυς έδραμες, προς παστάδα πάμφωτον  κράζουσα· Τη ση  Λόγε  θεία  στοργή,  μαστίγων  την  πείραν,  καθυπέστην  φαιδρώς.


Μεγαλυνάριον.
Ουδόλως  δεδούλωσαι  την  ψυχήν, αλλ’ ελευθερία,  ενδιέπρεψας  ευσεβεί, και  αρρενωθείσα,  την  φρένα  ω  Ματρώνα,  ηγώνισαι  ανδρείως,  κατά  του όφεως.


Οι Άγιοι Φιλητός, Λυδία, Θεοπρέπιος, Μακεδόνας, Αμφιλόχιος και Κρονίδης οι Μάρτυρες


Ο  Άγιος Φιλητός ήταν Συγκλητικός, η Αγία Λυδία ήταν η σύζυγός του, οι  Άγιοι  Θεοπρέπιος και  Μεκαδόνας τα τέκνα τους, ενώ ο  Άγιος Αμφιλόχιος  ήταν Δούκας και  ο  Άγιος  Κρονίδης Κομενταρήσιος.      
Οι  Άγιοι αυτοί  Μάρτυρες έζησαν κατά τους χρόνους του  βασιλέως  Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.) και  ήταν  Χριστιανοί  ευσεβείς και  φοβούμενοι τον Θεό. Όταν ο  Αδριανός άκουσε περί  αυτών, κάλεσε τον Άγιο  Φιλητό  και  τον ρώτησε περί της  ομολογίας αυτού. Όμως, επειδή  ο  βασιλέας δεν μπορούσε να αντισταθεί  στην σοφία του Μάρτυρος,  τον παρέδωσε στον Δούκα Αμφιλόχιο, ο  οποίος  αμέσως,  αφού  κρέμασε τον Άγιο Φιλητό  και  την Αγία Λυδία  επάνω σε ξύλο, τους έγδαρε. Στην συνέχεια έριξε στην φυλακή  τον Κρονίδη τον κομενταρήσιο, που πίστεψε στον Χριστό. Τη νύχτα, ενώ οι  Άγιοι έψαλλαν  και  προσεύχονταν, ήλθαν Άγγελοι που  τους  έδωσαν  θάρρος  για  τους  μαρτυρικούς αγώνες. Την επόμενη ημέρα παρουσιάσθηκαν  οι  Άγιοι στον τύραννο, ο οποίος τους είπε:      «Προετοιμάζονται για εσάς πολλές τιμωρίες». Και  έδωσε εντολή  να τους ρίξουν μέσα σε χάλκινο λέβητα πυρωμένο και γεμάτο  με έλαιο και  ρητίνη. Μόλις, όμως, οι Άγιοι  έκαναν  το  σημείο  του  Σταυρού, ο λέβητας ψυχράνθηκε. Όταν το είδε αυτό ο δούκας Αμφιλόχιος πίστεψε στον Χριστό και έριξε τον εαυτό του στον λέβητα λέγοντας:  «Κύριε, βοήθησε με». Τότε ήλθε φωνή  από  τον ουρανό  που  έλεγε:  «Άκουσα την δέησή σου, ανέβα προς Εμένα με χαρά». Όταν  δε ο  βασιλέας είδε τους Αγίους  να  έχουν  διαφυλαχθεί  σώοι και  υγιείς, αναχώρησε και τους άφησε ελεύθερους και  έτσι τελείωσαν τον βίο τους προσευχόμενοι

26/3/18

Σύναξις Αρχαγγέλου Γαβριήλ


Το  όνομα  Γαβριήλ  σημαίνει  την  ισχύ  του  Θεού.  Ο  Άρχων Γαβριήλ είναι  ένας εκ  των  τριών  Αγγέλων  που  αναφέρονται  στην  Αγία  Γραφή.  Απεστάλη  από τον  Θεό  στον  Ζαχαρία,  για  να του  αναγγείλει την γέννηση του  Ιωάννου του  Προδρόμου, στην Παρθένο Μαριάμ, για  να την  χαιρετίσει  και  να  φέρει το μήνυμα της επικείμενης γέννησης του Λυτρωτού και στον Προφήτη Δανιήλ, για να εξηγήσει τα οράματα τα οποία  είχε δει  αυτός και  να αποκαλύψει τον χρόνο της ελεύσεως του Μεσσία.
Η Εκκλησία τιμά την Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, επειδή προανήγγειλε  τη  Σάρκωση  του  Υιού  και  Λόγου  του  Θεού.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ. 
Φερωνυμία καταλλήλω εμπρέπων, καθυπουργείς εν τη του Λόγου σαρκώσει, ως στρατηγός των Ασωμάτων τάξεων· όθεν ευηγγέλισαι, τη Παρθένω Μαρίᾳ, χαίρε προσφωνών αυτή, τον Θεόν γαρ συλλήψη· όν εκδυσώπει  σώζεσθαι  ημάς,  τους  σε  υμνούντας,  Γαβριήλ  Αρχάγγελε.


Κοντάκιον. Ήχος  γ’. Η  Παρθένος  σήμερον.
Ουρανίου τάξεως, φωτοειδής στρατηγέτης, Γαβριήλ Αρχάγγελε, γεγενημένος εν δόξη, ήγγειλας, χαράν την άληκτον τη Παρθένω· ταύτη γαρ, την του ανάρχου σύλληψιν Λόγου, εκβοών ευηγγελίσω· χαίρε Παρθένε  ευλογημένη  Αγνή.

Έτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’.    
Αρχιστράτηγε Θεού, λειτουργέ θείας δόξης, των ανθρώπων οδηγέ και αρχηγέ  ασωμάτων, το συμφέρον ημίν πρέσβευε, και το μέγα  έλεος,  ως  των ασωμάτων  Αρχιστράτηγος.


Μεγαλυνάριον.
Όλος ηλιόμορφος και φαιδρός, Γαβριήλ  επέστης,  τη  Παρθένω  εν Ναζαρέτ· παρ’ ής νυν την αίγλην, της Τρισηλίου δόξης, δεχόμενος αΰλως, ημάς καταύγασον.

Οι Άγιοι Είκοσι Έξι Μάρτυρες οι εν Γοτθία μαρτυρήσαντες


Οι  Άγιοι  αυτοί  Μάρτυρες  έζησαν  κατά  τους  χρόνους  του  βασιλέως των Γότθων Ιουγγουρίχου  και  του  αυτοκράτορα  Γρατιανού  (375 – 383 μ.Χ.).  Ενώ  ευρίσκονταν  όλοι στην Εκκλησία και έψαλλαν, συνελήφθησαν  από τον βασιλέα των Γότθων και  ρίχθηκαν ζωντανοί στην πυρά. Τότε συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς: Κάποιος ἄνθρωπος Χριστιανός, ποὺ ἔφερνε  την προσφορά του στην Εκκλησία, συνελήφθη και  αυτός και ρίχθηκε  στην  φωτιά,  αφού  πρώτα  ομολόγησε τον Χριστό, προσφέροντας έτσι τον ίδιο του τον εαυτό στον Χριστό, αντί  άλλης προσφοράς. Τα  λείψανα  των Μαρτύρων περισυνέλεξε  η  συμβία  άλλου άρχοντα του  έθνους των Γότθων, που  ήταν Χριστιανή, μαζί με πρεσβυτέρους  και  λαϊκούς.  Και  αφού  εγκατέλειψε  την εξουσία  στον υιό της, περιδιαβαίνοντας από τόπο σε τόπο, ήλθε μέχρι την γη των Ρωμαίων  μαζί  με την  θυγατέρα  της.  Στην  συνέχεια  αναχώρησε για την χώρα της, αφού κληροδότησε στην θυγατέρα της τα ιερά  λείψανα. Αυτή,  φεύγοντας  για  την  Κύζικο,  έδωσε  ένα  μέρος  από  τα  λείψανα  αυτά στην  πόλη  και  ύστερα  από  λίγο  τελειώθηκε  ο  βίος της.
Τα ονόματα των Αγίων Μαρτύρων είναι: Βαθούσης ή Ααθούσης πρεσβύτερος μετά των δύο υιών και τριών θυγατέρων αυτού, μοναχός Αρπύλας, Αβίππας,  Αγνάς,  Ηγάθραξ,  Ησκόος,  Θέρμας  ή  Θέρθας,  Ρύαξ  ή Ρύϊας, Σεΐμβλας ή Σουΐμβλας, Σιγήτζας ή Σίδητζας, Σίλας, Σουηρίλας, Φίλγας και οι γυναίκες: Αλλάς,  Ανιμαΐς,  Άννα,  Βάρις  ή  Βάρκα,  Λαρίσσα, Μαμύκα, Μωϊκώ και Ουϊρκώ. 
Το  μαρτύριό  τους  συνέβη  μεταξύ  των  ετών  375 – 383  μ.Χ.