23/12/14

Ο Άγιος Ναούμ ο Θαυματουργός και Θεοφόρος

Υπήρξε συνεργάτης  του  Κυρίλλου και Μεθοδίου, τον 9ο αιώνα (842), στους αγώνες τους για την διάδοση της χριστιανικής πίστης στη Βουλγαρία. Και στο βαρύ αυτό έργο, όπου συνάντησαν μεγάλα εμπόδια και επικίνδυνες αντιστάσεις, η παρουσία του Ναούμ είχε μεγάλη επίδραση. Διότι στην δύναμη της διδασκαλίας του, πρόσθετε και την εντύπωση, που προκαλούσαν τα θαύματα που ενεργούσε με την χάρη του Θεού.

Ο Ναούμ, επιστρέφοντας από την Ρώμη, όπου πήγε στον τότε Πάπα Αδριανό, πέρασε και από την Γερμανία, όπου υπήρχαν πολλές και διάφορες αιρέσεις. Και αφού κήρυξε και εκεί αγωνιζόμενος για την Ορθοδοξία, επανήλθε και πάλι στη Βουλγαρία. Εκεί, οργάνωσε μαζί με άλλους  συναγωνιστές του, σώμα εσωτερικής ιεραποστολής και εργάστηκε θερμότατα για την διάδοση του χριστιανισμού με τα κηρύγματά του και τις συνεχείς διδακτικές περιοδείες του.
Ο θάνατος  τον  βρήκε  όρθιο, να κοπιάζει  μέχρι τελευταίας του πνοής για  τον  ευσεβή  σκοπό του.

Οι Άγιοι 10 Μάρτυρες οι εν Κρήτη

Από αυτούς, οι μεν Θεόδουλος, Σατορνίνος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός, ήταν από τη Γορτυνία της Κρήτης. Ο Ζωτικός, από  την Κνωσό. Ο Αγαθόπους από το λιμένα Πανούρμου. Ο Βασιλειάδης (ή Βασιλείδης) από την Κυδωνία. Ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος, ή Πόντιος) από  το  Ηράκλειο.
Όλοι μαρτύρησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Και οι δέκα με πολύ ζήλο εργάζονταν για τη διάδοση  του  Ευαγγελίου  στο νησί. Καταγγέλθηκαν  στον  έπαρχο Κρήτης, που  ήταν συνώνυμος του  αυτοκράτορα, ονομαζόταν  δηλαδή και αυτός Δέκιος. Ο έπαρχος, όταν είδε την ανθηρή νεότητά τους και το αρρενωπό τους παράστημα, προσπάθησε να τους παρασύρει με πολλές υποσχέσεις εγκόσμιων απολαύσεων και ηδονών. Αλλά όταν είδε ότι τίποτα δεν πετύχαινε, διέταξε  να τους  μαστιγώσουν, και  κατόπιν  τους  λιθοβόλησαν.
Οι γενναίοι μάρτυρες του Χριστού υπέμειναν ηρωικά τα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι τα λόγια του ψαλμωδού:  «Ανδρίζεσθε και κραταιούσθω η καρδίᾳ  υμών, πάντες  οι  ελπίζοντες επί  Κύριον». Δηλαδή, να έχετε γενναίο και ανδρείο φρόνημα, και η καρδιά σας άς γίνεται κραταιά  και ατρόμητη, όλοι εσείς που ελπίζετε στον Κύριο.   
Κατόπιν, με διαταγή  του επάρχου, οι  στρατιώτες  έκοψαν  με τα ξίφη τους  τις  τίμιες  κεφαλές  των  δέκα  χριστιανών  Αγίων.


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.       
Κρήτης τα εύοσμα, άνθη τιμήσωμεν, τα διαπνέοντα, οσμήν την ένθεον, Θεόδουλον και Ζωτικόν, Γελάσιον Σατορνίνον, Εύπορον Ευάρεστον, Αγαθόποδα Πόμπιον, Ευνικιανόν ομού, Βασιλείδην τε ένδοξον, βοώντες προς  αυτούς  ομοφρόνως· χαίρε Δεκάς  η  των  Μαρτύρων.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Εωσφόρος έλαμψεν η των Μαρτύρων, σεβασμία άθλησις, προκαταυγάζουσα ημίν, τον εν Σπηλαίω τικτόμενον, όν η Παρθένος ασπόρως  εκύησεν.



Μεγαλυνάριον.
Όμιλος θεόλεκτος και σεπτός, πίστει συνημμένος, και  αγάπῃ  ειλικρινεί, ώφθησαν εν Κρήτη, οι Δέκα Αθλοφόροι, εχθρών τας μυριάδας καταπαλαίσαντες.

22/12/14

Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια

Η Αγία Αναστασία είχε πατέρα τον Πατρίκιο, ο οποίος ήταν Ρωμαίος. Διακρινόταν για το υπέροχο κάλος, την παιδεία  και την κοσμιότητά της. Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία τον Ποπλίωνα, άρχοντα των Ρωμαίων και φανατικό ειδωλολάτρη. Η Αναστασία όμως, κατηχήθηκε στο λόγο του Χριστού και έλαβε το Θείο Βάπτισμα. Επειδή  δεν φανέρωσε δημόσια, λόγω του ανδρός της, την χριστιανική της πίστη βοηθούσε κρυφά  όσους είχαν ανάγκη από ένα χέρι βοηθείας ή ένα λόγο παρηγοριάς. Ντυνόταν πενιχρά  και  μετέβαινε στις  φυλακές  πηγαίνοντας  τροφή  και χρήματα.
Όταν έμαθε ο Ποπλίωνας την δράση της Αγίας, εξοργίστηκε. Αρχικά προσπάθησε να την μεταπείσει με συμβουλές. Όμως, η Αναστασία παρέμενε ακλόνητη στην πίστη της ακόμα και όταν την κακοποίησε. Αυτή  η επιμονή της, εξόργισε τον Ποπλίωνα και την κατέδωσε στον αυτοκράτορα  Διοκλητιανό, ο  οποίος  διέταξε  την  φυλάκισή της.
Επειδή  εξακολουθούσε να υμνολογεί τον Κύριο, ο Διοκλητιανός  διέταξε τον βασανισμό της. Τελικά  η  Αγία  Αναστασία παρέδωσε  το πνεύμά της στην  πυρά.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.       
Των Μαρτύρων ταις χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικώς εμιμήσω τας αριστείας αυτών, δι’ αθλήσεως  εχθρόν  καταπαλαίσασα· όθεν βλυστάνεις δαψιλώς, χάριν άφθονον αεί, Αναστασία θεόφρον, τοις προσιούσιν  εκ  πόθου, τη  αρωγή  της  προστασίας σου.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.
Οι εν πειρασμοίς, και θλίψεσιν υπάρχοντες, προς τον σον ναόν, προστρέχοντες λαμβάνουσι, τα σεπτά δωρήματα, της εν σοι οικούσης θείας χάριτος, Αναστασία· συ γαρ αεί, τω  κόσμω πηγάζεις τα  ιάματα.


Μεγαλυνάριον.
Φάρμακα  προχέουσα  μυστικά, ψυχών  και  σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ω Αναστασία, τη  θεία  ενεργεία· διο  τας  χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.


21/12/14

Η Αγία Ιουλιανή η Παρθενομάρτυς

Οι γονείς της Ιουλιανής ήταν ειδωλολάτρες και θέλησαν να την μνηστεύσουν με κάποιο διακεκριμένο αξιωματούχο της Αντιόχειας, τον Ελεύσιο. Αλλά η Ιουλιανή  αρνήθηκε σθεναρά. Η άρνησή της κατέπληξε τους γονείς της, διότι μέχρι εκείνη την στιγμή  δεν τους είχε φέρει καμιά αντίρρηση  και  ήταν  υπάκουη  κόρη.
Ο  Ελεύσιος με πληγωμένο εγωισμό ζητούσε εκδίκηση. Αφού  ερεύνησε και παρακολούθησε για πολύ καιρό την Ιουλιανή, έμαθε ότι εν αγνοίᾳ των γονέων της είχε γίνει χριστιανή. Έτσι ο Ελεύσιος την  κατήγγειλε στον έπαρχο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί. Μέσα στην φυλακή, συνεχίστηκαν οι προσπάθειες να γίνει σύζυγος του Ελευσίου και να αποφύγει τον κίνδυνο του θανάτου. Αλλά  η  Ιουλιανή προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πάρει ειδωλολάτρη  σύζυγο.
Τότε ο Ελεύσιος με διαταγή του έπαρχου και πολύ μίσος την μαστίγωσε ανελέητα. Έπειτα, έκαψε το πρόσωπό της με πυρακτωμένο σίδερο, και της είπε: «Πήγαινε τώρα στον καθρέπτη να καμαρώσεις την ομορφιά σου». Η δε Ιουλιανή, με ένα ελαφρό μειδίαμα του απάντησε: «Στην ανάσταση των δικαίων, στα πρόσωπα δε θα υπάρχουν πληγές και εγκαύματα. Θα υπάρχουν μόνο οι  πληγές των  ψυχών από την αμαρτία. Γι’ αυτό, Ελεύσιε προτιμώ τώρα τις πληγές του σώματος, που είναι προσωρινές, παρά τις πληγές της ψυχής, που βασανίζουν αιώνια».
Μετά από λίγο, το ξίφος του δημίου έκοψε το νεανικό κεφάλι της Ιουλιανής. Αργότερα ο Ελεύσιος, όταν βρέθηκε ναυαγός σε κάποιο άγνωστο νησί, βρήκε τραγικό τέλος, όταν τον κατασπάραξε ένα άγριο λιοντάρι.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως νύμφη πανάμωμος, και Αθληφόρος σεμνή, τω Λόγῳ νενύμφευσαι, του αθανάτου Πατρός, Ιουλιανή ένδοξε· συ γαρ φθαρτόν μνηστήρα, παριδούσα εμφρόνως, ήθλησας υπέρ φύσιν, και τον όφιν καθείλες. Και νυν ταις του Νυμφίου σου, τρυφάς φαιδρότητι.


Κοντάκιον. Ήχος α’. Χορός Αγγελικός.        
Παρθένος παγκαλής, και περίδοξος Μάρτυς, εδείχθης αληθώς, θείῳ φίλτρῳ τρωθείσα· διο  αμφοτέρωθεν, διαλάμπουσα ένδοξε, προς ουράνιον, μετεβιβάσθης νυμφώνα, ικετεύουσα, δια παντός Αθληφόρε, υπέρ  των  τιμώντων σε.


Μεγαλυνάριον.
Κήπος  παρθενίας πολυανθής, αθλήσεως φέρων, άνθη εύοσμα και τερπνά, ώφθης Αθληφόρε, τοις ιεροίς σου πόνοις· ω Ιουλιανή σε, όθεν γεραίρομεν.


Ο Άγιος Θεμιστοκλής ο Μάρτυρας

Σήμερα η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Αγίου Θεμιστοκλέους, ο οποίος καταγόταν από τα Μύρα της Λυκίας και έζησε την εποχή  του αυτοκράτορα Δεκίου. Ήταν  βοσκός  στο  επάγγελμα.

Την εποχή εκείνη ο Ασκληπιός, ο άρχοντας της Λυκίας, ξεκίνησε διωγμό κατά των χριστιανών και ο στόχος του ήταν να συλλάβει τον Άγιο μάρτυρα Διοσκουρίδη. Ο Διοσκουρίδης όμως κατέφυγε στο όρος όπου έβοσκε ο Θεμιστοκλής τα πρόβατά του. Οι άνθρωποι του άρχοντα κίνησαν και αυτοί προς το όρος όπου και συνάντησαν τον Θεμιστοκλή. Όταν ερωτήθηκε για την πίστη του δεν δίστασε ούτε στιγμή να ομολογήσει τον έναν και μοναδικό Θεό. Οι στρατιώτες ακούγοντας την ομολογία αυτή της πίστης του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον άρχοντα Ασκληπιό. Παρ’ όλες τις απειλές που δέχθηκε ο Άγιος έμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Αυτό εξόργισε τον Ασκληπιό και διέταξε τον βασανισμό του.     
Ο Άγιος Θεμιστοκλής παρέδωσε  το πνεύμά του πάνω στο μαρτύριο.

20/12/14

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Ιερομάρτυρας και Θεοφόρος

Ο χρόνος γέννησης και η εθνικότητα του Αγιου Ιγνατίου  είναι ασαφή. Στο  θρόνο της Αντιόχειας ο Ιγνάτιος  ανέβηκε μεταξύ 68 – 70 μ.Χ. Ποίμανε σαν αποστολικός διδάσκαλος και στάθηκε φρουρός των ψυχών του ποιμνίου του.
Όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των Χριστιανών, θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ο βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και  την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ο Τραϊανός, διέταξε την σύλληψη του Ιγνατίου και την μεταφορά του στην Ρώμη. Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με φλογερή  δίψα  προς  το  μαρτύριο, έγραψε  σ’ αυτούς  να αφήσουν να γίνει  το  θέλημα  του  Θεού.
Έτσι, την 20η Δεκεμβρίου του  έτους 107 μ.Χ., τον έριξαν στο  αμφιθέατρο, όπου πεινασμένα θηρία τον κατασπάραξαν. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην  Αντιόχεια.
Αργότερα μετεκομίσθησαν στην Ρώμη (β’ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος).    
Έτσι, ο Ιγνάτιος  έμεινε μέχρι τέλους πιστός στη διδαχή του Χριστού, και «ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει». Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε  Θεοφόρος.


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.          
Θείω έρωτι επτερωμένος, του  σε  ψαύσαντος, χερσίν  αχράντοις, θεοφόρος ανεδείχθης Ιγνάτιε· και εν τη Δύσει τελέσας τον δρόμον σου, προς την ανέσπερον λήξιν εσκήνωσας. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι  ημίν  το  μέγα  έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Των λαμπρών  αγώνων σου, η φωτοφόρος  ημέρα, προκηρύττει  άπασι, τον εκ Παρθένου τεχθέντα, τούτου γαρ, διψών εκ πόθου κατατρυφήσαι, έσπευσας, υπό  θηρίων αναλωθήναι· δια τούτο Θεοφόρος, προσηγορεύθης, Ιγνάτιε  ένδοξε.


Μεγαλυνάριον.
Ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν, Ιγνάτιε Πάτερ, θησαυρίσας εν τη ψυχή, έσπευσας τεθνάναι, υπό θηρώ αγρίων· διο την μακαρίαν, ζωήν ετρύγησας.


18/12/14

Ο Άγιος Σεβαστιανός ο Μάρτυρας

Γεννήθηκε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας, το 250 μὲ 256 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με μεγάλη χριστιανική επιμέλεια. Καθώς ήταν και από γένος διακεκριμένο, είλκυσε την εύνοια  του  αυτοκράτορος  Καρίνου, που γρήγορα  τον ανέδειξε σαν στρατιωτικό. Έπειτα, ο Διοκλητιανός τον έκανε  αρχηγό του  πρώτου  συντάγματος  των  Πραιτοριανών.
Φιλάνθρωπη ψυχή ο Σεβαστιανός, από την θέση αυτή πολλές φορές υπήρξε προστάτης των φτωχών και των πασχόντων χριστιανών. Πρόθυμα επίσης, βοηθούσε στις ανάγκες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Γι’ αυτό και  ο πάπας Γάϊος του απένειμε τον τίτλο του  υπερασπιστή της Εκκλησίας.
Όαν  όμως άρχισε ο διωγμός  κατά  των χριστιανών, συνελήφθη μία ομάδα χριστιανών. Ο Σεβαστιανός, προκειμένου να τους εμψυχώσει  την ώρα  που αυτοί  δικάζονταν, προς γενική κατάπληξη όλων δήλωσε ότι είναι χριστιανός. Ο Διοκλητιανός διέταξε τον θάνατό του. Και ο Σεβαστιανός δεν άργησε να πέσει κάτω, τρυπημένος στο στήθος από βέλος. Το σώμα του παρέλαβε κάποια ευσεβής χήρα, η Λουκίνα. Διαπίστωσε  όμως, ότι  ανέπνεε  ακόμα.
Αφού  τον περιποιήθηκε, μετά  από λίγες  ημέρες  ο Σεβαστιανός ανέκτησε την υγεία του. Αλλά και πάλι επεδίωξε και συνάντησε τον Διοκλητιανό και τον ήλεγξε για τη σκληρότητά του. Τότε αυτός  διέταξε και τον μαστίγωσαν μέχρι θανάτου. 
Έτσι, ο Σεβαστιανός  έγινε παράδειγμα  αγωνιστικότητας για την πίστη «άχρι θανάτου». 


Απολυτίκιον. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.          
Συγκλήτου σφαλλομένης παριδών τα συνέδρια, Σεβαστιανέ  πανολβίαν, συναγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων αληθώς πανευκλεών, συν σοι καταβαλόντων  τον εχθρόν, μεθ’ ών θείας συναυλίας αξιωθείς, φαιδρύνεις τους βοώντάς σοι· δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω  ενεργούντι  δια σου, πάσιν  ιάματα.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.     
Της ευσεβείας διαπρέπων τω ζήλω, μαρτυρικόν συνασπισμόν συναγείρεις, ών εν τω μέσω  ήστραψας  ως  άστρον  φαεινόν· όθεν  και τοις  βέλεσιν, οίς  ετρώθης  το  σώμα, του εχθρού κατέτρωσας, την καρδίαν καιρίως, Μεγαλομάρτυς Σεβαστιανέ· όθεν Χριστός σε, ενθέως εδόξασε.


Μεγαλυνάριον.
Βούλημα το θείον αποπληρών, βουλής ασεβούντων, απεμάκρυνας σεαυτόν, και συν Αθλοφόροις, Χριστώ προσῳκειώθης· ω Σεβαστιανέ σε, όθεν  δοξάζομεν.


17/12/14

Ο Άγιος Διονύσιος ο Θαυματουργός ο εκ Ζακύνθου, Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης

Γόνος ευσεβέστατης και αρχοντικής οικογένειας της Ζακύνθου (πατρός Μωκίου Σηκούρου και Παυλίνας), ανατράφηκε απ’ αυτήν με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Έτσι γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή.
Νωρίς, μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με την διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στην βασιλική Μονή των Στροφάδων, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και την μελέτη των Γραφών.
Έπειτα πήγε στην Αθήνα, για να βρει καράβι προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε αρχιερέας των Αθηνών, άκουσε κάποια Κυριακή  το λαμπρό του κήρυγμα και μετά  από πολλές παρακλήσεις τον έκανε επίσκοπο Αιγίνης, με την επίσημη κατόπιν έγκριση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε  άγρυπνα και  άοκνα. Αναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας και παιδαγωγός του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί  παντού, αλλά αυτός παρέμενε απλός  και  ταπεινός. Ασθένησε όμως από τους πολλούς κόπους  και  παραιτήθηκε.
Γύρισε στην Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και  με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού. Ήταν τόση η αγάπη που είχε, ώστε προστάτεψε ακόμα και τον φονιά  του αδελφού του.          
Ο Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1624. Τάφηκε  στη Μονή  Στροφάδων και  κατά την εκταφή  το λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και  αδιάφθορο. Έτσι παραμένει μέχρι σήμερα και η Ζάκυνθος τιμά και πανηγυρίζει  τον  Άγιο, σαν προστάτη  και  πολιούχο της.

Απολυτίκιον. Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος.          
Της Ζακύνθου τον γόνον και Αιγίνης τον πρόεδρον, τον φρουρόν Μονής των Στροφάδων, Διονύσιον άπαντες, τιμήσωμεν συμφώνως οι πιστοί, βοώντες προς αυτόν ειλικρινώς· σαις λιταίς τους την σην μνήμην επιτελούντας, σώσον  και βοώντάς σοι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, πρέσβυν ακοίμητον.

Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Εορτάζει σήμερον, των Ζακυνθίων η νήσος, εορτήν χαρμόσυvοv, συν τη Μοvή τωv Στροφάδωv, Αίγιναν, την εv Κυκλάσι προσκαλουμένη, άσμασιv, αξιοχρέως συνευφημήσαι, και φαιδρώς πανηγυρίσαι, το κοινόν κλέος, νυv Διονύσιον.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις της Ζακύνθου γόνος λαμπρός, πρόεδρος Αιγίνης, και Στροφάδων μέγας φρουρός· χαίροις Εκκλησίας, νέος φωστήρ τρισμάκαρ, Αρχιερέων δόξα, ω Διονύσιε.