26/8/14

Ὁ Ἅγιος Ἀδριανός ὁ Μάρτυρας
















Ὁ Ἅγιος Ἀδριανός, διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν προηγούμενο, ἔζησε τὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Λικίνιου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Βασιλιὰ τῆς Ρώμης Πρόβου, ὁ ὁποῖος βασίλευε τὸ 276.
Ὁ Ἀδριανὸς διέμεινε, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Δομέτιο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος μετὰ τὸν Τίτο, στὸ Βυζάντιο. Ποθῶντας νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστὸ , πῆγε στὴν Νικομήδεια καὶ καταφέρθηκε ἐναντίον τοῦ Λικινίου ποὺ ταλαιπωροῦσε τὸν ρωμαϊκὸ στρατό, ἐναντίον τῶν χριστιανῶν.
Ὁ Λικίνιος τὸν συνέλαβε καὶ τὸν βασάνισε ἄγρια καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ γιὸς τοῦ βασιλιὰ τῆς Ἰνδίας Ἄβενιρ
















Γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωάσαφ βρίσκουμε σὲ κάποιο διήγημα, ποὺ ἐπιγράφεται «Βαρλαάμ», καὶ ἀποδίδεται στὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό. Τὸ περιεχόμενο συνοπτικὰ ἔχει ὡς ἕξης:
Ἐπὶ μεγάλου Κωνσταντίνου ὑπῆρχε στὶς Ἰνδίες κάποιος βασιλιάς, ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἀβενίρ. Σ’ αὐτὸν λοιπόν, εἶπαν κάποιοι ἀστρολόγοι ὅτι ὁ νεογέννητος γιός του Ἰωάσαφ, κάποτε θὰ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία. Γιὰ νὰ ματαιώσει αὐτὴ τὴν «προφητεία» ὁ Ἀβενίρ, ἔκλεισε τὸ βασιλοπαίδι σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο παλάτι μαζὶ μὲ ὑπηρέτες καὶ δασκάλους, καὶ τοὺς συνέστησε νὰ μὴ ποῦν τίποτα στὸ παιδὶ γιὰ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν.
Ἐκεῖ ὁ Ἰωάσαφ μεγάλωσε καὶ τοῦ δόθηκε μεγάλη μόρφωση. Ἀλλὰ τοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὁ περιορισμὸς μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦσε, καὶ ἀπαίτησε νὰ μάθει τὴν αἰτία. Κανεὶς ὅμως δὲν τοῦ ἔλεγε τίποτα. Αὐτὸς ὅμως, μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις πρὸς τὸν πατέρα του, κατάφερε καὶ τὸν ἔπεισε νὰ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι ἀλλὰ ὑπὸ αὐστηρὴ ἐπιτήρηση.
Σὲ κάποιο περίπατό του ὅμως, συνάντησε δυὸ φτωχοὺς γέρους, ποὺ τοὺς ἔδωσε γενναία ἐλεημοσύνη καὶ αὐτοὶ συγκινημένοι τοῦ ἀποκάλυψαν τὸ μυστικὸ τοῦ περιορισμοῦ του. Ἀπὸ τότε ὁ Ἰωάσαφ διψοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία.
Καὶ ὁ Θεὸς εὐλόγησε καὶ ἔμαθε, ἀπὸ κάποιον χριστιανὸ ἱερέα τὸν Βαρλαάμ, ποὺ κατάφερε νὰ μπεῖ στὸ παλάτι μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ πραγματευτῆ. Τελικὰ ὁ Ἰωάσαφ βαπτίστηκε, ἔκανε χριστιανὸ καὶ τὸν πατέρα του, ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς καὶ δίδαξε στὴ χώρα του τὸ Εὐαγγέλιο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ εἰσηγήσει, φῶς προσέλαβες, θεογνωσίας, Ἰωάσαφ Ὁσίων ἀγλάϊσμα· τοῦ Βαρλαὰμ λαμπρυνθεὶς γὰρ τοῖς ῥήμασι, πρὸς ἀρετῶν τὴν ἀκρώρειαν ἔφθασας. Μεθ’ οὗ πρέσβευε, Τριάδι τῇ πανοικτίρμονι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς ζωῆς τὸν τίμιον λίθον πλουτήσας, Ἰωάσαφ πάνσοφε, διὰ τοῦ θείου Βαρλαάμ, ἀσκητικῶς ἠνδραγάθησας, σὺν τῷ σεπτῷ μυητῇ καὶ ἀλείπτῃ σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ἀνάκτων ἡ καλλονή, καὶ τῶν Ἀποστόλων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις τῶν Ὁσίων, ὀμότροπος ἐν βίῳ, παμμάκαρ Ἰωάσαφ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

25/8/14

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Βαρθολομαίου Ἀποστόλου
















Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος μαρτύρησε μὲ σταυρικὸ θάνατο στὴν Ἀρμενία. Τὸ ἅγιο λείψανο του οἱ χριστιανοὶ τὸ ἔβαλαν μέσα σὲ μιὰ πέτρινη θήκη καὶ τὸ ἔκρυψαν στὴν Οὐρβανούπολη. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ θήκη γιάτρευε πολλὲς ἀσθένειες, συνέρεαν σὲ αὐτὴν πλήθη λαοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ὅταν βρῆκαν τὴν κατάλληλη εὐκαιρία, πέταξαν τὴν θήκη στὴ θάλασσα, μαζὶ μὲ ἄλλες τέσσερις θῆκες μαρτύρων.
Τότε ἔγινε κάτι τὸ θαυμαστό. Ἡ θήκη μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου, συνοδεία τῶν ἄλλων τεσσάρων θηκῶν, ἀφοῦ πέρασαν τὴν Μαύρη Θάλασσα, τὰ στενά του Ἑλλησπόντου, τὸ Αἰγαῖο πέλαγος καὶ τὸ Ἀδριατικό, ἔφθασαν ἀριστερὰ τῆς Σικελίας, στὸ νησὶ Λιπαρᾶ.
Ἔπειτα, οἱ θῆκες ποὺ συνόδευαν τὴν θήκη τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου πῆγε ἡ κάθε μία σὲ διαφορετικοὺς τόπους τῆς Ἰταλίας. Τότε λοιπόν, ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε στὸν ἐπίσκοπό τῆς Λιπαρὼς, Ἀγάθωνα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβηκε στὴν παραλία καὶ εἶδε τὴν θήκη, ἔμεινε ἐκστατικός. Μὲ σεβασμὸ τότε, συνόδευσαν τὴν θήκη μὲ τὸ ἅγιο λείψανο ἐκεῖ ὅπου θαυματουργικὰ ὑπέδειξε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅπου κτίστηκε μεγαλοπρεπὴς ναός.
Δίκαια, ἔτσι, μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς: «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». Θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεὸς στὶς προστασίες ποὺ παρέχει στοὺς Ἁγίους Του, ποὺ εἶναι ἀφοσιωμένοι σ’ Αὐτόν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐξ Ἑῴας ὡς ὄρθρος ὤφθη πολύφωτος, ποντοπορήσασα ξένως Βαρθολομαῖε σοφέ, πρὸς τὴν Δύσιν ἡ σορὸς ἡ τῶν λειψάνων σου· τοῦ γὰρ Ἡλίου τῆς ζωῆς, δᾳδουχεῖ τὰς δωρεάς, καὶ σκότος παντοίων νόσων, ὁλοσχερῶς διαλύει, τῶν προσιόντων ταύτῃ πάντοτε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἡ κάθοδος τῶν σῶν, παναγίων λειψάνων, ὑπόθεσις ἡμῖν, ἑορτῆς φαιδροτάτης, πανεύφημε γέγονε, τοῦ Κυρίου Ἀπόστολε· ἣν γεραίροντες, εὐσεβοφρόνως τιμῶμεν, σὲ τὸν ἄδυτον, Βαρθολομαῖε λαμπτῆρα, Χριστὸν μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Ἦκε πρὸς τὴν Δύσιν ὑπερφυῶς, θαλασσοποροῦσα, τῶν λειψάνων σου ἡ σορός· τὶς οὖν ἀνυμνήσει, σοφὲ Βαρθολομαῖε, τῶν ξένων σου θαυμάτων, χάριν τὴν ἄφθονον.

Ὁ Ἅγιος Τίτος ὁ Ἀπόστολος

Ημ. Εορτής: 25 Αυγούστου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως: 105
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:
Πολιούχος:
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα: Τίτος

Ὁ Ἀπόστολος Τίτος, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἕλληνας στὴν καταγωγή, ἦταν πολὺ μορφωμένος. Ἔγινε χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ συνεργάστηκε, στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸν ἀκολούθησε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατόπιν ἐπιφορτίστηκε νὰ πάει στὴν Κόρινθο γιὰ νὰ δεῖ τὴν κατάσταση τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας.
Στὴν ἐπιστροφή του, συνάντησε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν Μακεδονία καὶ μετὰ πῆγαν μαζὶ στὴν Κρήτη, ὅπου ἐκεῖ ὁ Παῦλος τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο τοῦ νησιοῦ καὶ τοῦ εἶπε νὰ κάνει καὶ ἱερεῖς γιὰ ὅλο τὸ νησί.
Ὁ Παῦλος τοῦ ἔστειλε καὶ τὴν γνωστὴ πρὸς Τίτον ἐπιστολή, ἀπὸ τὴν ὁποία γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Ἕλληνας μαθητὴς τοῦ Παύλου εἶναι «τέκνον του γνήσιον». Ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπιστολὴ του μαθαίνουμε ὅτι ὁ Τίτος εἶχε λαμπροὺς συνεργάτες στὴν Κρήτη, τὸν Ζηνᾶ τὸν νομικὸ καὶ τὸν περίφημο Ἀπολλῶ.
Ἀπεβίωσε τὸ ἔτος 105 μ.χ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Προσκληθεὶς οὐρανόθεν πρὸς γνῶσιν ἔνθεον, τὴν ἐν σαρκὶ τοῦ Δεσπότου ἐπιδημίαν ἐν γῇ, αὐτοψεὶ ἑωρακὼς φωτὸς πεπλήρωσαι· ὅθεν τοῦ Παύλου κοινωνός, θεηγόρος γεγονώς, τὴν Κρήτην πᾶσαν πυρσεύεις, τῆς εὐσεβείας τῇ αἴγλῃ, Τίτε Ἀπόστολε μακάριε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Τοῦ Παύλου δειχθείς, συνόμιλος Ἀπόστολε, σὺν τούτῳ ἡμῖν, τὸν λόγον προκατήγγειλας, τῆς ἐνθέου χάριτος, μυστολέκτα Τίτε μακάριε· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Παύλῳ τῷ θεόπτῃ μαθητεύεις, ὤφθης ἐν τῇ Κρήτῃ, εὐσεβείας ὑφηγητής, Τίτε θεηγόρε, Ἀπόστολε καὶ μύστα, τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Λόγου, συγκαταβάσεως.

Ὁ Ἅγιος Μηνᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
















Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀνέβηκε στὸν θρόνο τὸ 536, ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ τοῦ μεγάλου. Χειροτονήθηκε Πατριάρχης ἀπὸ τὸν Πάπα Ρώμης Ἀγαπητό, μετὰ τὴν καθαίρεση τοῦ αἱρετικοῦ Ἀνθίμου. Ἐπὶ τῆς Πατριαρχεῖας τοῦ Μηνᾶ συγκροτήθηκε καὶ ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (553). Πατριάρχευσε 16 χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ ἀφοῦ ποίμανε καλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ.

24/8/14

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Ημ. Εορτής: 24 Αυγούστου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως: 1779
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:
Πολιούχος:
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα:

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.
Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.
Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».
Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ὁ Ἱερομάρτυρας μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Θεολόγου
















Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, θέλοντας νὰ δείξει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀληθινὰ πνεῦμα Θεοῦ, εἶπε: "Πὰν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι". Δηλαδή, κάθε ἄνθρωπος ποὺ παρουσιάζεται μὲ χάρισμα Πνεύματος, ἂν ὁμολογεῖ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πράγματι σαρκώθηκε καὶ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος φέροντας τὴν ἀνθρώπινη φύση, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Εὐτυχής. Σὰν γνήσιος μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἀπέδειξε περίτρανα στὴν ζωή του ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Κήρυξε μὲ ἀνδρεῖα τὸ Εὐαγγέλιο, γκρέμισε πολλοὺς ναοὺς εἰδώλων, ὑπέμεινε δαρμοὺς καὶ κακοπάθησε πολλὰ χρόνια δέσμιος μέσα στὴ φυλακή. Κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ μετὰ στὰ πεινασμένα θηρία. Ἐπειδή ὅμως, ἕνα ἀπὸ τὰ θηρία μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνή, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ στὴ συνέχεια ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μαρτύρια, ὅλοι ἐξεπλάγησαν.
Ἐξ’ αἰτίας, λοιπόν, αὐτῶν τῶν θαυμάτων, τὸν ἄφησαν ἐλεύθερο νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα του Σεβαστή, ὅπου εἰρηνικὰ παρέδωσε στὸν Κύριο τὸ πνεῦμα του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς φοιτητὴς τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς εὐσεβείας ὑποφήτης ἐδείχθης, καὶ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν ἐκήρυξας τρανῶς· ὅθεν ἐνδιέπρεψας, μαρτυρίου τοῖς πόνοις, θαύμασι τῆς πίστεως, βεβαιώσας τὸν λόγον. Ἱερομάρτυς Πάτερ Εὐτυχές, Χριστὸν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐτυχίας κρείττονος κατατρυφήσας, Εὐτυχὲς μακάριε, ὡς ἱερεὺς καὶ ἀθλητής, Χριστὸν ἀπαύστως ἱκέτευε, πάσης ἀνάγκης ῥυσθῆναι τοὺς δούλους σου.

Μεγαλυνάριον.
Σύμπονος καὶ σύμπνους ἀναδείχθης, Εὐτυχὲς θεόφρον, Ἀποστόλων τῶν τοῦ Χριστοῦ, μέγιστον ἀξίως, εἰσεποιήσω κλέος, καὶ τῶν παθῶν Κυρίου, Μάρτυς γεγένησαι.

Ὁ Ἅγιος Τατίων ὁ Μάρτυρας
















Καταγόταν ἀπὸ τὸ Μαντίναιο τῆς Μητροπόλεως Κλαυδιουπόλεως στὴν Ἐρδελία, τῆς ἐπαρχίας Ὀνωριάδος.
Συνελήφθη διότι ἦταν χριστιανὸς καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὸν ρώτησε ἂν ἐπιμένει νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ Τατίων μὲ τόλμη ἀπάντησε ὅτι θὰ τὸν ὁμολογεῖ μέχρι τελευταίας του πνοῆς.
Ἀμέσως τότε τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ τὸν ξέσχισαν μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τὸν ἔσυραν μέχρι θανάτου μέσα στὴν Κλαυδιούπολη, ἀφοῦ πρῶτα ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.