|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη
Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του
Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ
Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του
ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).
Ὁ
πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης ἢ Ἰωνᾶς. Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν στοὺς
λιγοστοὺς πιστοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τους, οἱ ὁποῖοι
ἐπερίμεναν ἐναγώνια τὸν Μεσσία καὶ τὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ
ἐτερματίζετο ἡ κακοδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπὸ
τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν πεθερά του, τὴν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ
Κύριος, στὴν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δὲν εἶναι γνωστὸ μὲ
βεβαιότητα τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπὸ τῶν
Ἀνατολικῶν καὶ Περπετούης ὑπὸ τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστὸ ἂν ἡ
σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στὸ
ἀποστολικὸ ἀξίωμα.
Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶται»
ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, σημεῖο ὅτι δὲν εἶχαν φοιτήσει στὶς λόγιες
ραββινικὲς σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στὸν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο
εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ γιὰ τὸν Ἀνδρέα, πιθανῶς δὲ
καὶ γιὰ τὸν Σίμωνα Πέτρο.
Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στὸ ἀποστολικὸ ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τὸν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στὸν Κύριο, μὲ τοὺς λόγους «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν»,
ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Κηφᾶς. Ἦταν παρὼν κατὰ τὸ θαῦμα στὴν Κανᾶ καὶ
ἐγκαταστάθηκε μετὰ μὲ τὸν Κύριο στὴν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικὰ μετὰ
τὴν πρώτη θαυμαστὴ ἁλιεία, γενόμενος ἔτσι «ἁλιεὺς ἀνθρώπων».
Ὁ
ἐνθουσιώδης καὶ εὐσεβὴς Πέτρος ἐπέταξε τὰ δίχτυα ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ
ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστά. Λόγῳ τοῦ δυναμικοῦ χαρακτῆρος του καὶ τῆς
ἰδιαίτερης ἀφοσιώσεώς του στὸν Κύριο ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ἐξαιρετικὴ θέση
μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ συχνὰ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ὁμολόγησε
πρῶτος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος».
Ὁ Κύριος ἐξετίμησε αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἐπάνω σὲ
αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ
τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικὸ
πρόσωπο στὰ Εὐαγγέλια. Ἔτσι στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ἀρνεῖται πρὸς στιγμὴν τὴ
νίψη τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀγωνιᾶ κατόπιν νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ
προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στὴν πρὸς τὸν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπὸ Αὐτὸν τὴν ἀπάντηση «ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι»,
καὶ τέλος ὑπόσχεται στὸν Κύριο ὅτι θὰ θυσιάσει τὴν ψυχή του γιὰ Ἐκεῖνον
καὶ δὲν θὰ σκανδαλισθεῖ ἀπὸ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του. Κατὰ τὸν
Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στὴν μετὰ τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σὲ
αὐτὸν τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων,
Σίμων, ἰδοῦ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τὸν σῖτον. Ἐγὼ δὲ
ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας
στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Πράγματι δέ, δὲν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ
Πέτρου, ἂν καὶ ἀρνήθηκε τὸν Διδάσκαλο τρεῖς φορὲς στὴν αὐλὴ τοῦ
ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στὸν ἑαυτό του,
μετανόησε καὶ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ
τὴν πράξη του καὶ ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ
διαπιστώσει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ πρῶτος νὰ δεῖ τὸν Ἀναστάντα
Κύριο.
Ἀξιώθηκε
νὰ δεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν Ἀνάσταση
τοῦ Χριστοῦ. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τὸν μεταμόρφωσε
κυριολεκτικά. Τὸ φλογερό του κήρυγμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔκανε νὰ
πιστέψουν τρεῖς χιλιάδες ψυχές, καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση
του ὑπῆρξε θαυμαστὴ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία τῆς
Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατὰ καιροὺς περιοδεῖες
ἐπισκεπτόμενος τὶς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας
Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὶς δύο ἀνόδους του στὰ Ἱεροσόλυμα
συναντήθηκε ἐκεῖ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ Ἀπόστολο τῶν «ἐκ περιτομῆς» καὶ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μαζὶ μὲ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις, ἐπισκέφθηκε τὴ Λύδδα καὶ ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν
παραλυτικὸ Αἰνέα, ἦλθε στὴν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τὴν Ταβιθᾶ ἢ Δορκάδα.
Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μὲ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στὴν Καισάρεια, στὴν ὁποία
ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε τὸν ἐθνικὸ Κορνήλιο μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του.
Ὅταν ἔμαθαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ «ἐκ περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τὸν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μὲ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεὸς δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον» καὶ ἔκλεισε τὴν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ
οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν πιστεύσασιν ἐπὶ
τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τὶς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;».
Ὁ
Ἡρώδης Ἀγρίππας Α’, ἐπιθυμώντας νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους συνέλαβε
τὸν Πέτρο κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα τοῦ 42 ἢ 44 μ.Χ. καὶ τὸν ἔκλεισε
στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν φονεύσει μετὰ ἀπὸ λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου
ἐλευθέρωσε κατὰ τὴ νύχτα τὸ δέσμιο καὶ ἀπὸ στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο,
ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοὺς συγκεντρωμένους καὶ προσευχόμενους ὑπὲρ
αὐτοῦ ἀδελφοὺς στὴν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σὲ
αὐτοὺς τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο καὶ «ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον».
Γιὰ
τελευταία φορὰ ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περὶ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ
Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἀδελφόθεο
Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας
Ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ μία συνάντηση, τὴν ὁποία εἶχε μὲ τὸν Πέτρο
στὴν Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη
θάρρους καὶ παραχώρηση ὑπὲρ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ σὲ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν
Χριστιανῶν.
Γιὰ
τὴ μετὰ ταῦτα ζωὴ καὶ δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικὲς
μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς Α’
Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτὸς ἐκήρυξε στοὺς Ἰουδαίους
τῆς Διασπορᾶς, στὸν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καὶ Βιθυνία.
Ὁρισμένοι δέχονται καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Πέτρου στὴν Κόρινθο.
Ὁ
Ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε δύο Καθολικὲς Ἐπιστολές. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη
ἀπευθυνόταν στοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς
Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ὅλους τοὺς
Χριστιανούς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς
θλίψεις ποὺ ὑφίστανται ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὑπάρχει
βέβαια καὶ ἡ παράδοση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περὶ μεταβάσεως τοῦ Πέτρου
στὴ Ρώμη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἢ τὴν Ἀποστολικὴ
Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἐπὶ
εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τὴν παράδοση αὐτὴ πολλοὺ Ὀρθόδοξοι μελετητὲς
τὴν ἀμφισβητοῦν, διότι στηρίζεται σὲ μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα
κείμενα, τὶς λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» καὶ τὴν ἀπόκρυφη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καὶ ἔμαρτύρησε σὲ αὐτήν.
Σύμφωνα
μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση ὁ Πέτρος ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.
Ἐκήρυττε νυχθημερὸν στὴ μεγάλη πόλη καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει πλῆθος
κατοίκων στὸ Χριστιανισμό. Τὴν ἴδια ἐποχὴ εὑρισκόταν στὴ Ρώμη καὶ ὁ
διαβόητος Σίμων ὁ μάγος, γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ μὲ
τὶς διάφορες μαγγανεῖες καὶ τὰ μαγικὰ κόλπα προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ
πλήθους καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέκτησε πολλοὺς ὀπαδούς. Ὅμως εὑρῆκε μπροστά του
τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ
θαυμάτων ξεσκέπασε τὸν ἀπατεώνα μάγο, τὸν ἀπέδειξε ὡς συνεργὸ τῶν δαιμόνων καὶ ἐφανέρωσε τὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν Ἐκκλησίαν».
Ὁ Ὠριγένης: «Ὃς καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς οὕτως αὐτὸς ἀξίωσας». Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάιος (169 μ.Χ.) γράφει στὸν πρὸς Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγὼ
δὲ τὰ τρόπαια (μνημεία, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐὰν γὰρ
θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις
τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένων τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ
τὴν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στὴ Ρώμη κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ
αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρὶν τὸν συλλάβουν ἔκρινε
σκόπιμο νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν πόλη, γιὰ νὰ γλιτώσει. Καθὼς ἐβάδιζε
βιαστικὰ τὴν περίφημη Ἀππία ὁδὸ εἶδε μπροστά του τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τὸν
ἐρώτησε: «Quo Vadis?», δηλαδὴ «ποῦ πηγαίνεις;». Τότε ὁ ἔνθερμος Ἀπόστολος κατάλαβε πὼς ἡ φυγή του αὐτὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ νέα ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα στὰ
μάτια ἐγύρισε πίσω καὶ συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο.
Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο παρακάλεσε τοὺς δημίους του νὰ τὸν
σταυρώσουν ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, διότι, ὅπως εἶπε, δὲν
ἐθεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ σταυρωθεῖ σὰν τὸν ἠγαπημένο Δάσκαλο καὶ
Θεό του! Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Χριστό, τὸ δὲ ἁγιασμένο
λείψανό του τὸ περιμάζεψαν οἱ πιστοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ Βατικανὸ λόφο.
Ὁ
τάφος του ἦταν ἁπλὸς καὶ πτωσικός. Ἐσκέπασαν τὸ τίμιο λείψανό του μὲ
χῶμα καὶ μετὰ μὲ πλάκες ἀπὸ κεραμίδι σὲ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν
τότε τοὺς πολλούς, τοὺς πτωχοὺς στὴ Ρώμη. Τὸ μνῆμα τοῦ Πέτρου τὸ ἤξερε
καλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155 –
166 μ.Χ.), περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μία μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπὸ
τὴν ὁποία ἐστήριξε σὲ δύο κιονίσκους μία τράπεζα μὲ μικρὴ κόγχη καὶ
ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιὰ προσευχὴ λίγοι Χριστιανοί,
ἐνῶ στὸν ἱερὸ τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοὶ προσκυνητὲς
στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἕνας
ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος
Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία,
ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς
λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα
του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει
τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς
συνάξεις στοὺς τόπους ταφῆς τῶν
Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης
Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει
σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν
ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29
Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι
σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ
διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου,
ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε
λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ
μαρτυρίου τους.
Μετὰ
τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν
περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ
ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο
τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ
ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου
αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς
τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο
μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν
ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος
Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου
Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ
ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ
τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ
πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν
λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους
ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν
καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ
Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ
τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ
Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ
τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα
πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του
ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν
Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ
386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ
πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398
μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823,
ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ
ἀρχαῖο της κάλλος.Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν
κλῆσιν δεξάμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρωτόθρονος πέφηνας, τῶν
Ἀποστόλων αὐτοῦ, καὶ πέτρα τῆς πίστεως· ὅθεν ὡς τῶν ἀρρήτων, κοινωνὸς
καὶ αὐτόπτης, πᾶσιν εὐηγγελίσω, σωτηρίας τὸν λόγον· διό σε μεγαλύνομεν,
Πέτρε Ἀπόστολε.
Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος δ’.
Οἱ
τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ
τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς
ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θεῖοι
κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων
οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν
θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν
παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς
Ἀποστόλων τῶν θείων πρωτόθρονος, καὶ μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος θερμότατος,
ἀπαύστως δυσώπει τὸν Κύριον, λυτροῦσθαι ἡμᾶς πάσης θλίψεως, Ἀπόστολε
Πέτρε πανεύφημε.
Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς
ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε,
προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ
ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων
τὰ ἐγκάρδια.
Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ἀποστόλων
πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ
διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς
ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι
πταισμάτων ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις
κορυφαῖε μύστα Χριστοῦ, Ἀπόστολε Πέτρε, Ἀποστόλων ἡ καλλονή· χαίροις
οἰκονόμε, τῶν δωρεῶν τῶν θείων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν
θερμότατος.
Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.Πέτρε
θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος
γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.
| |||||||||||||||
29/6/14
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀπόστολος
28/6/14
Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Κύρου καὶ Ἰωάννου τῶν Ἀναργύρων καὶ Θαυματουργῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς
|
|
|
||||||||||||||
|
«Τῇ
αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων καὶ
Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου· καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος
Ἀθανασίας καὶ τῶν τριῶν αὐτῆς θυγατέρων καὶ παρθένων Θεοδότης,
Θεοκτίστης καὶ Εὐδοξίας».Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης, Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία (†
31 Ἰανουαρίου) ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ
(284 – 305 μ.Χ.). Σήμερα ἑορτάζεται ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτῶν. Ἡ
Σύναξή τους ἐτελεῖτο «ἐν τοῖς Φωρακίου καὶ ἐν ταῖς Ἀρκαδιαιναῖς».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θείας
χάριτος, τῇ ἐνεργείᾳ, ἀναβλύζοντα, θαυμάτων ῥεῖθρα, ἀναργύρως τὰ σεπτὰ
ἡμῶν λείψανα, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς κόσμῳ ἔλαμψαν, Κῦρε θεόφρον, Ἰωάννη
τε ἔνδοξε· ὅθεν ἅπαντες, τὴν τούτων τιμῶντες εὕρεσιν, αἰτοῦμεν δι’ ἡμῶν
τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.Τὸ
μέγα ἰατρεῖον τῆς οἰκουμένης, τὸ ζεῦγος τοῦ Χριστοῦ τὸ πεποθημένον,
τοὺς φωστῆρας τοὺς ἐκλάμποντας, ταῖς αὐγαῖς τῶν ἰάσεων, ὑμνήσωμεν πιστοὶ
μεγαλοφώνως, ἔνδον τοῦ ναοῦ αὐτὸν βοῶντες· Κῦρος καὶ Ἰωάννης, οἱ
χορηγοὶ τῶν θαυμάτων, καὶ ἰατροὶ τῶν νοσούντων, αὐγάζουσι τὰ πέρατα.
Μεγαλυνάριον.Ρεῖθρα
ἰαμάτων παντοδαπῶν, βλύζοντα τῷ κόσμῳ, ἀνεφάνησαν ἐκ τῆς γῆς, ὑμῶν νῦν
τὰ σκήνη, Κῦρε καὶ Ἰωάννη, ἐξ ὧν ῥῶσιν τρυγῶμεν, ψυχῆς καὶ σώματος.
| |||||||||||||||
27/6/14
Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ὁ Ξενοδόχος
|
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Σαμψὼν ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη, ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ
ἦταν συγγενὴς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία
καὶ ἰατρική. Μεταχειρίσθηκε ὅμως τὴν ἰατρικὴ ὄχι σὰν ἐπικερδὲς
ἐπάγγελμα, ἀλλὰ γιὰ εὐεργετικοὺς καὶ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Ὁδηγὸς στὸ
βίο του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστί».
Ἔτσι ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἦταν προστάτης ἰατρὸς τῶν φτωχῶν. Τὴν οἰκία του τὴν
εἶχε μετατρέψει σὲ νοσοκομεῖο καὶ περιέθαλπε πάσχοντες ἀστέγους.
Ὅταν
ἀπέθαναν οἱ γονεῖς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Σαμψὼν συνέχισε τὴν ζωή του
στὴν Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Προφητῶν. Ὁ
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας τὸ ἔργο
καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Σαμψών, τὸν ἐχειροτόνησε ἱερέα.
Μὲ
ὅση περιουσία τοῦ ἀπέμεινε, ὁ Ὅσιος ἔκτισε νοσοκομεῖο, ποὺ ἀναδείχθηκε
σὲ φημισμένο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ἡ φήμη του προσείλκυσε τὴν εὔνοια καὶ
αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (541 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε ἀπὸ
βαριὰ ἀσθένεια. Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀνακαίνισε τὸν ξενώνα,
ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 532 μ.Χ., δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ
ἰατροῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε.
Ὁ
ξενώνας τοῦ Ὁσίου Σαμψὼν κατεῖχε ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ
νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς του. Εὑρισκόταν μεταξὺ τῶν ναῶν τῆς
Ἁγίας Σοφίας καὶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, σύγχρονοι δὲ μελετητὲς τὸν
τοποθετοῦν στὰ βόρεια τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 536 μ.Χ.
καταστράφηκε πάλι ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ξανακτίσθηκε. Ἡ «Σύνοψις τῶν Βασιλικῶν» στὸ τέλος τοῦ 9ου
αἰῶνος μ.Χ. ὅριζε πὼς ὅλα τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν δοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς
Ἁγίας Σοφίας στὸν ξενώνα τοῦ ἀειμνήστου Σαμψὼν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ
Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ Βασιλείου Τάξεως»,
ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ξενῶνος τοῦ Σαμψὼν ἐκρατοῦσε στὴ λιτανεία τῆς
Κυριακῆς τῶν Βαΐων τὸ ἕκτο λάβαρο. Ὁ ξενώνας ἐλειτούργησε ἄριστα μέχρι
τὸν 13ο αἰώνα καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ
Φιλῆ (1275 – 1345), ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η’
Παλαιολόγου νὰ γίνει δεύτερος Σαμψών.Ὁ
Ὅσιος Σαμψὼν ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ βαθὺ γήρας, στὸν ξενώνα του. Τὸ
τίμιο λείψανό του ἐτοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μωκίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Ὁ
φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτίρμων, ἐνθέου χρηστότητος,
ἀναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψὼν ἱερώτατε· σὺ γὰρ θεομιμήτῳ, ἐλλαμφθεὶς
συμπαθείᾳ, ὤφθης τῶν τεθλιμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἑνὶ
ἑκάστῳ, ῥῶσιν καὶ ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.Ὡς
ἰατρὸν πανάριστον, καὶ λειτουργὸν εὐπρόσδεκτον, οἱ τῇ σορῷ του τῇ θείᾳ
προστρέχοντες, Σαμψὼν θεόφρον Ὅσιε, συνελθόντες σε ὕμνοις καὶ ψαλμοῖς
ἀνυμνοῦμεν, Χριστὸν δοξάζοντες, τὸν τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα τῶν
ἰάσεων.
Μεγαλυνάριον.Χαίροις
ἀσθενούντων ὁ ἰατρός· χαίροις θλιβομένων, ὁ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις
τῶν πενήτων, καὶ ξένων ἀντιλήπτωρ, Σαμψὼν Χριστοῦ θεράπον, ἀξιοθαύμαστε.
| |||||||||||||||
Ἡ Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος
|
|
|||||||||||||||
|
Ἡ
Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος ἦταν σύζυγος τοῦ Χουζᾶ, ἐπιτρόπου τοῦ Ἡρώδη,
καὶ διακονοῦσε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες Μυροφόρες
γυναῖκες. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
| |||||||||||||||
26/6/14
Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ἐν Θεσσαλονίκη
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὴ βόρεια Μεσοποταμία, ποὺ ἦταν μεγάλο
μοναστικὸ κέντρο, καὶ ἐγεννήθηκε περὶ τὸ 450 μ.Χ. Γιὰ λόγους ποὺ δὲν
ἀναφέρονται ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὸ μοναχὸ Ἀδολᾶ. Κατὰ τὸ
βιογράφο τους ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων
Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου, ἐπιλεγομένη Κουκουλλιατῶν, τῆς ὁποίας ἡ
τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Τὸ προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ἢ «Κουκουλλατῶν»
δηλώνει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔφεραν κουκούλιο, ἴσως κατὰ ἰδιάζοντα τρόπο,
ἂν κρίνει κανεὶς ἀπὸ τὶς σωζόμενες ἀπεικονίσεις τοῦ Ὁσίου, δηλαδὴ
ριγμένο στοὺς ὤμους. Ἡ θέση τῆς μονῆς πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ
βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἀναγνωρίζεται τὸ τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ».
Τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἰδιαιτέρως τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, ὁ ὁποῖος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις»,
ὤθησαν τὸν Ὅσιο Δαβὶδ νὰ ἀποφασίσει νὰ καθίσει σὲ δένδρο ἀμυγδαλέας
μέχρι ὁ Κύριος νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει σύνεση
καὶ ταπείνωση. Στὸ τέλος τῆς τριετίας ἐμφανίσθηκε στὸν Ὅσιο Ἄγγελος
Κυρίου, ὁ ὁποῖος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ παράκλησή του καὶ ἡ
δοκιμασία του ὡς δενδρίτου ἀσκητοῦ ἔληξε. Ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε νὰ κατέλθει
ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀσκητικό του βίο σὲ κελὶ αἰνῶν καὶ
εὐλογῶν τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος ἐκοινοποίησε τὴν ὀπτασία αὐτὴ στοὺς μαθητές
του, ζητώντας τὴ βοήθειά τους γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ κελιοῦ. Ἡ εἴδηση
γρήγορα ἔφθασε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο καὶ σὲ ὅλη τὴν
πόλη.
Ὅταν
ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς μὲ τὴ Νεαρὰ 11, τοῦ 535 μ.Χ., ἀπέσπασε ἀπὸ
τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τὶς βόρειες
περιοχὲς τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ ἀνύψωσε τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα σὲ
Ἀρχιεπισκοπή, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς Νέας Ἰουστινιανῆς, Ἀρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Ἀριστείδης, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀποδέχθηκε τὴ μεταβολή,
προσπάθησε ὅμως νὰ περισώσει τὴν πολιτικὴ σημασία τῆς πόλεως, μὲ τὴν
ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ ὑπάρχου τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπὸ τὴν Πρώτη Ἰουστινιανὴ
στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐνῶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δὲν
ἐμείωνε τὴν ἀξία τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ μετάθεση τῆς ἕδρας τῆς ὑπαρχίας
συνιστοῦσε σοβαρὸ ὑποβιβασμὸ τῆς πόλεως. Τὸ αἴτημα λοιπὸν τῶν
Θεσσαλονικέων, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑπάρχου Δομνίκου, ἦταν ἡ
ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας στὴ Θεσσαλονίκη, ἰδέα ποὺ ἐνστερνίσθηκε μὲ
ἐνθουσιασμὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐζητήθηκε ἡ
βοήθεια τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ αἰτήματος στὸν Ἰουστινιανό,
διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ὁ Βίος ἐξηγεῖ, δὲν μποροῦσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον»
καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὅμως, ἡ προτίμηση
τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ δείχνει τὴ βαρύτητα, ἀλλὰ καὶ τὶς δυσχέρειες ποὺ
προβλεπόταν ὅτι θὰ συναντοῦσε ἕνα παρόμοιο αἴτημα στὸν Ἰουστινιανό, ὁ
ὁποῖος προσφάτως εἶχε τιμήσει τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη
Ἰουστινιανή, μὲ τὶς ἕδρες τῆς νέας Ἀρχιεπισκοπῆς καὶ τῆς ὑπαρχίας. Μετὰ
ἀπὸ τόσα χρόνια ἐγκλεισμοῦ ὁ Ὅσιος ἐμφανίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ φῶς
τοῦ ἥλιου. Ἡ μορφή του εἶχε ἀλλάξει. Τὰ μαλλιά του εἶχαν μακρύνει μέχρι
τὴν ὀσφὺ αὐτοῦ καὶ τὰ γένεια του μέχρι τοὺς πόδες του, τὸ δὲ ἅγιο
πρόσωπό του ἔλαμπε σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ
ἥλιου. Συνοδευόμενος ἀπὸ δύο μαθητές του, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Δημήτριο,
ἀπέπλευσε πρὸς τὴ Βασιλεύουσα. Ἡ φήμη ὅμως τοῦ Ὁσίου εἶχε προτρέξει.
Ἔτσι, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ὅλη ἡ Πόλη τὸν ὑποδέχθηκε. Ἡ ὑποδοχή του ἀπὸ τὴ
Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καθὼς καὶ οἱ τιμὲς καὶ ὁ σεβασμός της
πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου, προκάλεσαν τὸν θαυμασμὸ ὅλων τῶν
παρισταμένων. Ἡ Θεοδώρα ἐκινήθηκε δραστήρια· ἔτσι, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε σὲ
ἐπίσημες ὑποχρεώσεις, ἐφρόντισε νὰ προκαταλάβει τὴ γνώμη του θετικὰ
ὑπὲρ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νὰ προσκαλέσει τὸν
Ὅσιο ἐνώπιον τῆς συγκλήτου. Ὁ Ὅσιος παρουσιάσθηκε στὴ σύγκλητο κατὰ
τρόπο θεαματικὸ κρατώντας στὰ χέρια του φωτιὰ μὲ θυμίαμα ποὺ δὲν
κατέκαιγε τὴ σάρκα του. Τὸ παράστημα τοῦ Ὁσίου καθὼς καὶ τὸ προφανὲς
θαῦμα ἐπέβαλε σὲ ὅλους κλίμα δέους καὶ κατανύξεως, ὥστε ὁ βασιλέας πρόθυμα ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά του μὲ σπουδή.
Κομίζοντας
τὰ ἀγαθὰ νέα ὁ Ὅσιος ἀπέπλευσε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὅμως
ἔμελλε μόνο ἀπὸ μακριὰ νὰ ξαναδεῖ, διότι μόλις τὸ πλοῖο παρέκαμψε τὸ
ἀκρωτήριο ἐκεῖνος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸ Θεό. Τὸ γεγονὸς συνέβη
μεταξὺ τῶν ἐτῶν 535 – 541 μ.Χ.
Ἡ
εἴδηση τῆς ἀφίξεως τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες
αὐτὲς συγκλόνισε ὁλόκληρη τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ σκήνωμα τοῦ
Ὁσίου Δαβὶδ ἀρχικά κατατέθηκε στὸν τόπο, ὅπου εἶχαν ἀποτεθεῖ παλαιότερα
τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων Θεοδούλου καὶ Ἀγαθόποδος, στὰ δυτικὰ τοῦ
λιμανιοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης μὲ πολλὴ θλίψη ὅρισε πάνδημη
κηδεία. Τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του, τῶν Ἀπροΐτων,
σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του.
Ἑκατὸν
πενήντα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, περὶ τὸ 685 – 690 μ.Χ.,
ἔγινε μία προσπάθεια γιὰ τὴ διάνοιξη τοῦ τάφου, ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς
μονῆς τῶν Ἀπροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου».
Μόλις ὅμως ἐξεκίνησε ἡ ἐργασία αὐτή, ἡ πλάκα ποὺ ἐκάλυπτε τὸν τάφο
ἔσπασε καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθηκε ὡς φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Ὁσίου νὰ μὴ
θιγεῖ. Τὸ ἱερὸ λείψανο παρέμεινε στὴν ἀρχική του θέση μέχρι τὴν ἐποχὴ
τῶν σταυροφοριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ
μομφερρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), τὸ ἱερὸ λείψανο
μεταφέρθηκε στὴν Ἰταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἀπ’ ὅπου
μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο, τὸ 1967.Τελικά,
τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ
κατατέθηκε στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς
φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος,
ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοῖς ὁσίοις σου
πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σε,
θερμὸν πρὸς τὸν Φιλάνθρωπον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Τῇ
ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν
βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς,
ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων,
ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.Ὡς
μιμητήν, τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον,
ἐπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὦ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος
ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφησας, ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν μετάδος Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον.Ἤνεγκας
ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἑστὼς ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου Πάτερ Δαβίδ, βότρυας
ἡδίστους, ζωῆς τῆς μακαρίας, δι’ ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ
γεραίροντας.
| |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ἐν Θεσσαλονίκη
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὴ βόρεια Μεσοποταμία, ποὺ ἦταν μεγάλο
μοναστικὸ κέντρο, καὶ ἐγεννήθηκε περὶ τὸ 450 μ.Χ. Γιὰ λόγους ποὺ δὲν
ἀναφέρονται ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὸ μοναχὸ Ἀδολᾶ. Κατὰ τὸ
βιογράφο τους ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων
Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου, ἐπιλεγομένη Κουκουλλιατῶν, τῆς ὁποίας ἡ
τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Τὸ προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ἢ «Κουκουλλατῶν»
δηλώνει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔφεραν κουκούλιο, ἴσως κατὰ ἰδιάζοντα τρόπο,
ἂν κρίνει κανεὶς ἀπὸ τὶς σωζόμενες ἀπεικονίσεις τοῦ Ὁσίου, δηλαδὴ
ριγμένο στοὺς ὤμους. Ἡ θέση τῆς μονῆς πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ
βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἀναγνωρίζεται τὸ τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ».
Τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἰδιαιτέρως τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, ὁ ὁποῖος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις»,
ὤθησαν τὸν Ὅσιο Δαβὶδ νὰ ἀποφασίσει νὰ καθίσει σὲ δένδρο ἀμυγδαλέας
μέχρι ὁ Κύριος νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει σύνεση
καὶ ταπείνωση. Στὸ τέλος τῆς τριετίας ἐμφανίσθηκε στὸν Ὅσιο Ἄγγελος
Κυρίου, ὁ ὁποῖος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ παράκλησή του καὶ ἡ
δοκιμασία του ὡς δενδρίτου ἀσκητοῦ ἔληξε. Ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε νὰ κατέλθει
ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀσκητικό του βίο σὲ κελὶ αἰνῶν καὶ
εὐλογῶν τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος ἐκοινοποίησε τὴν ὀπτασία αὐτὴ στοὺς μαθητές
του, ζητώντας τὴ βοήθειά τους γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ κελιοῦ. Ἡ εἴδηση
γρήγορα ἔφθασε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο καὶ σὲ ὅλη τὴν
πόλη.
Ὅταν
ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς μὲ τὴ Νεαρὰ 11, τοῦ 535 μ.Χ., ἀπέσπασε ἀπὸ
τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τὶς βόρειες
περιοχὲς τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ ἀνύψωσε τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα σὲ
Ἀρχιεπισκοπή, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς Νέας Ἰουστινιανῆς, Ἀρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Ἀριστείδης, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀποδέχθηκε τὴ μεταβολή,
προσπάθησε ὅμως νὰ περισώσει τὴν πολιτικὴ σημασία τῆς πόλεως, μὲ τὴν
ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ ὑπάρχου τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπὸ τὴν Πρώτη Ἰουστινιανὴ
στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐνῶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δὲν
ἐμείωνε τὴν ἀξία τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ μετάθεση τῆς ἕδρας τῆς ὑπαρχίας
συνιστοῦσε σοβαρὸ ὑποβιβασμὸ τῆς πόλεως. Τὸ αἴτημα λοιπὸν τῶν
Θεσσαλονικέων, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑπάρχου Δομνίκου, ἦταν ἡ
ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας στὴ Θεσσαλονίκη, ἰδέα ποὺ ἐνστερνίσθηκε μὲ
ἐνθουσιασμὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐζητήθηκε ἡ
βοήθεια τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ αἰτήματος στὸν Ἰουστινιανό,
διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ὁ Βίος ἐξηγεῖ, δὲν μποροῦσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον»
καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὅμως, ἡ προτίμηση
τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ δείχνει τὴ βαρύτητα, ἀλλὰ καὶ τὶς δυσχέρειες ποὺ
προβλεπόταν ὅτι θὰ συναντοῦσε ἕνα παρόμοιο αἴτημα στὸν Ἰουστινιανό, ὁ
ὁποῖος προσφάτως εἶχε τιμήσει τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη
Ἰουστινιανή, μὲ τὶς ἕδρες τῆς νέας Ἀρχιεπισκοπῆς καὶ τῆς ὑπαρχίας. Μετὰ
ἀπὸ τόσα χρόνια ἐγκλεισμοῦ ὁ Ὅσιος ἐμφανίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ φῶς
τοῦ ἥλιου. Ἡ μορφή του εἶχε ἀλλάξει. Τὰ μαλλιά του εἶχαν μακρύνει μέχρι
τὴν ὀσφὺ αὐτοῦ καὶ τὰ γένεια του μέχρι τοὺς πόδες του, τὸ δὲ ἅγιο
πρόσωπό του ἔλαμπε σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ
ἥλιου. Συνοδευόμενος ἀπὸ δύο μαθητές του, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Δημήτριο,
ἀπέπλευσε πρὸς τὴ Βασιλεύουσα. Ἡ φήμη ὅμως τοῦ Ὁσίου εἶχε προτρέξει.
Ἔτσι, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ὅλη ἡ Πόλη τὸν ὑποδέχθηκε. Ἡ ὑποδοχή του ἀπὸ τὴ
Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καθὼς καὶ οἱ τιμὲς καὶ ὁ σεβασμός της
πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου, προκάλεσαν τὸν θαυμασμὸ ὅλων τῶν
παρισταμένων. Ἡ Θεοδώρα ἐκινήθηκε δραστήρια· ἔτσι, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε σὲ
ἐπίσημες ὑποχρεώσεις, ἐφρόντισε νὰ προκαταλάβει τὴ γνώμη του θετικὰ
ὑπὲρ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νὰ προσκαλέσει τὸν
Ὅσιο ἐνώπιον τῆς συγκλήτου. Ὁ Ὅσιος παρουσιάσθηκε στὴ σύγκλητο κατὰ
τρόπο θεαματικὸ κρατώντας στὰ χέρια του φωτιὰ μὲ θυμίαμα ποὺ δὲν
κατέκαιγε τὴ σάρκα του. Τὸ παράστημα τοῦ Ὁσίου καθὼς καὶ τὸ προφανὲς
θαῦμα ἐπέβαλε σὲ ὅλους κλίμα δέους καὶ κατανύξεως, ὥστε ὁ βασιλέας πρόθυμα ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά του μὲ σπουδή.
Κομίζοντας
τὰ ἀγαθὰ νέα ὁ Ὅσιος ἀπέπλευσε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὅμως
ἔμελλε μόνο ἀπὸ μακριὰ νὰ ξαναδεῖ, διότι μόλις τὸ πλοῖο παρέκαμψε τὸ
ἀκρωτήριο ἐκεῖνος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸ Θεό. Τὸ γεγονὸς συνέβη
μεταξὺ τῶν ἐτῶν 535 – 541 μ.Χ.
Ἡ
εἴδηση τῆς ἀφίξεως τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες
αὐτὲς συγκλόνισε ὁλόκληρη τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ σκήνωμα τοῦ
Ὁσίου Δαβὶδ ἀρχικά κατατέθηκε στὸν τόπο, ὅπου εἶχαν ἀποτεθεῖ παλαιότερα
τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων Θεοδούλου καὶ Ἀγαθόποδος, στὰ δυτικὰ τοῦ
λιμανιοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης μὲ πολλὴ θλίψη ὅρισε πάνδημη
κηδεία. Τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του, τῶν Ἀπροΐτων,
σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του.
Ἑκατὸν
πενήντα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, περὶ τὸ 685 – 690 μ.Χ.,
ἔγινε μία προσπάθεια γιὰ τὴ διάνοιξη τοῦ τάφου, ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς
μονῆς τῶν Ἀπροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου».
Μόλις ὅμως ἐξεκίνησε ἡ ἐργασία αὐτή, ἡ πλάκα ποὺ ἐκάλυπτε τὸν τάφο
ἔσπασε καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθηκε ὡς φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Ὁσίου νὰ μὴ
θιγεῖ. Τὸ ἱερὸ λείψανο παρέμεινε στὴν ἀρχική του θέση μέχρι τὴν ἐποχὴ
τῶν σταυροφοριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ
μομφερρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), τὸ ἱερὸ λείψανο
μεταφέρθηκε στὴν Ἰταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἀπ’ ὅπου
μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο, τὸ 1967.Τελικά,
τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ
κατατέθηκε στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς
φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος,
ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοῖς ὁσίοις σου
πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σε,
θερμὸν πρὸς τὸν Φιλάνθρωπον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Τῇ
ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν
βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς,
ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων,
ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.Ὡς
μιμητήν, τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον,
ἐπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὦ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος
ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφησας, ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν μετάδος Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον.Ἤνεγκας
ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἑστὼς ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου Πάτερ Δαβίδ, βότρυας
ἡδίστους, ζωῆς τῆς μακαρίας, δι’ ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ
γεραίροντας.
| |||||||||||||||
25/6/14
Ἡ Ἁγία Φεβρωνία ἡ Ὁσιομάρτυς ἡ πολύαθλος
|
|||||||||||||||
|
Ἡ Ὁσιομάρτυς Φεβρωνία ἐμόναζε σὲ κάποιο μοναστήρι τῆς πόλεως Νισίβεως τῆς Μεσοποταμίας μαζὶ μὲ τὴ θεία της Βρυαίνη καὶ τὴν ἀδελφὴ Θωμαΐδα, διότι ὅλες οἱ ἄλλες μοναχές, ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκαν ὅτι ἔρχονταν στὴ μονὴ πρὸς σύλληψή τους στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνος Σελήνου (288 μ.Χ.), κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐζήτησαν σωτηρία διὰ τῆς φυγῆς. Προσελθόντες δὲ οἱ στρατιῶτες τὶς ἀπήγαγαν πρὸς τὸν Σελῆνο, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπέβαλε τὴν Ὁσία Φεβρωνία σὲ φρικότατα βασανιστήρια, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ δεχθεῖ ὡς σύζυγό της τὸν Λυσίμαχο, ἀνεψιὸ τοῦ ἡγεμόνος. Μὲ προσευχὲς καὶ πνευματικὴ ἀνδρεία, ἐπιθυμοῦσα νὰ γίνει «τῆς μελλούσης δόξης κοινωνὸς» ἐδέχθηκε τὸ μαρτυρικὸ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τέλος αὐτῆς, τὸ 304 μ.Χ.Ἡ Σύναξις αὐτῆς ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ποὺ εὑρισκόταν στὴν Ὀξεία.
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Ὡς
τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας,
εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σε,
καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε
ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Παρθενίας
χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος
νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ
εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.
Μεγαλυνάριον.Χαίροις
Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γὰρ
ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καὶ βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.
| |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κτίτωρ Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Διονύσιος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Κορησσὸς Καστορίας καὶ
ἐγεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου (†
11 Ἰανουαρίου), ἡγουμένου τῆς μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ
Ἐπισκόπου Τραπεζοῦντος. Ὁ Ὅσιος, σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀκολούθησε τὸν ἀδελφό
του Θεοδόσιο. Ἀπὸ ἐκεῖνον ἐδιδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τοῦ
ἀσκητικοῦ βίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἔγινε Ἐπίσκοπος Τραπεζοῦντος, ὁ
ἀδελφός του Διονύσιος τὸν ἐπισκέφθηκε. Ἀπὸ τὸν Θεοδόσιο ἐκάρη μοναχὸς
καὶ ἀργότερα, τὸ 1346, ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο
Ἱερισσοῦ. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγνωρίσθηκε μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο
Κομνηνὸ (1350 – 1390 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος τὸν ἐβοήθησε νὰ τελειώσει τὴν
ἀνοικοδόμηση τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ εἶχε ἀρχίσει στὸ
Ἄγιον Ὄρος, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομά του, μονὴ
Διονυσίου. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξασφάλισε καὶ τὸ μέλλον τῆς μονῆς μὲ
Χρυσόβουλο, τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1374. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος,
ἀφοῦ παρέλαβε τὸ Χρυσόβουλο, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὸν
Ἄθωνα. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του εὑρῆκε λεηλετημένη τὴ μονὴ καὶ διαπίστωσε
ὅτι ὅλοι οἱ μοναχοὶ εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ. Ἀναζητώντας τους μετέβη στὴ
Βιθυνία, ὅπου εὑρῆκε τοὺς μοναχούς, τοὺς ὁποίους ἀφοῦ ἐξαγόρασε ἀπὸ τοὺς
πειρατὲς τοὺς ὁδήγησε πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1380 ἐπισκέφθηκε, γιὰ τὴν
ἐνίσχυση τῆς μονῆς, τὴν Τραπεζούντα, καί, τὸ 1382, τὴν
Κωνσταντινούπολη.Ὁ
Ὅσιος Διονύσιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν Τραπεζούντα, τὸ 1388, καὶ
ἐκηδεύθηκε ἀπὸ τὸν αὐτάδελφό του Θεοδόσιο στὸ ναὸ Χρυσοκεφάλου τῆς
Τραπεζοῦντος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Φῶς
οὐράνιον, ἐν σοὶ σκηνῶσαν, λύχνον ἄσβεστον, τοῖς ἐν τῷ Ἄθῳ, Διονύσιε
σαφῶς σε ἀνέδειξε· σὺ γὰρ Προδρόμου τὸν βίον μιμούμενος, Μονὴν αὐτῷ
ἀνέγειρες περίβλεπτον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι
ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ᾿ Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τοῦ Προδρόμου μιμητὴν βίου λαμπρότητι
Καὶ μοναζόντων ὁδηγὸν καὶ τύπον ἄριστον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε.
Ἐν τῷ Ἄθῳ γὰρ βιώσας ὡς ἀσώματος
Καταυγάζεις ταῖς σαῖς πράξεσιν ἑκάστοτεΤοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Διονύσιε.
Μεγαλυνάριον.Χαίροις
τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ, γνώμων θεῖος δι’ ἀρετῆς·
χαίροις τῆς Μονῆς σου, ἀντίληψης καὶ σκέπη, ἣν φρούρει οὐρανόθεν, ὦ
Διονύσιε.
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)