|
|
|||||||||||||||
|
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεράποντος, ἡγουμένου τῆς μονῆς Μόνζας, στὶς 12 Δεκεμβρίου.
| |||||||||||||||
27/5/14
Ὁ Ὅσιος Θεράπων ἡγούμενος τῆς Μόνζας
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, περὶ
τὸ 1690, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους. Ὅταν ἔφθασε σὲ νόμιμη ἡλικία
στρατεύθηκε, ἐνῶ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος. Ἔλαβε μέρος στὸν
πόλεμο ποὺ ἔκανε ἐκεῖνος ὁ τολμηρὸς τσάρος ἐναντίον τῶν Τούρκων κατὰ τὸ
1711, καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τατάρους. Οἱ Τάταροι τὸν
πούλησαν σὲ ἕναν Ὀθωμανὸ ἀξιωματικὸ Ἵππαρχο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ
Προκόπιον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ ὁποῖο βρίσκεται πλησίον στὴν Καισάρεια
τῆς Καππαδοκίας. Ὁ ἀγᾶς τὸν πῆρε μαζί του στὸ χωριό του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς
αἰχμαλώτους συμπατριῶτες του ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγιναν
Μουσουλμάνοι, εἴτε γιατὶ κάμφθηκαν ἀπὸ τὶς ἀπειλές, εἴτε γιατὶ
δελεάστηκαν ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς προσφορὲς ὑλικῶν ἀγαθῶν.
Ὁ
Ἰωάννης, ὅμως, ἦταν ἀπὸ μικρὸς ἀναθρεμμένος μὲ παιδεία καὶ νουθεσία
Κυρίου καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων του. Ἦταν ἀπὸ
ἐκείνους τοὺς νέους, ὅπου τοὺς σοφίζει ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως κήρυξε ὁ
σοφὸς Σολομών, λέγοντας: «Ὁ
δίκαιος εἶναι γνωστικὸς καὶ στὴ νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δὲν
εἶναι τὸ πολυχρόνιο, οὔτε μετριέται μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐτῶν. Ἡ φρονιμάδα
στοὺς νέους ἀνθρώπους εἶναι σεβάσμια ὡσὰν νὰ εἶναι φέροντες καὶ ὁ
καθαρὸς βίος τοὺς κάνει ὡσὰν νὰ εἶναι γέροντες πολύμαθοι».
Ἔτσι,
λοιπόν, καὶ ὁ μακάριος Ἰωάννης, ἔχοντας τὴν σοφία ποὺ δίδει ὁ Θεὸς σὲ
ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονὴ στὴ δουλεία καὶ στὴν
κακομεταχείρηση τοῦ ἀφέντη του καὶ στὶς ὕβρεις καὶ τὰ πειράγματα τῶν
Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποίοι τὸν φώναζαν «κιαφίρη»,
δηλαδὴ ἄπιστο, φανερώνοντάς του τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθειά τους.
Στὸν ἀφέντη του καὶ σὲ ὅσους τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του,
ἀποκρινόταν μὲ σθεναρὴ γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ πέσει σὲ
τέτοια φοβερὴ ἁμαρτία. Στὸν ἀγᾶ εἶπε: «Ἐὰν
μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερο στὴν πίστη μου, θὰ εἶμαι πολύ πρόθυμος στῖς
διαταγές σου. Ἄν μὲ βιάσεις νὰ ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω
τὴν κεφαλή μου, παρὰ τὴν πίστη μου. Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς
θὰ ἀποθάνω».
Ὁ
Θεός, βλέποντας τὴν πίστη του καὶ ἀκούγοντας τὴν ὁμολογία του, μαλάκωσε
τὴν σκληρὴ καρδιὰ τοῦ ἀγᾶ καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὸν συμπάθησε. Σὲ αὐτὸ
συνήργησε καὶ ἡ μεγάλη ταπείνωση ὅπου στόλιζε τὸν Ἰωάννη, καθὼς καὶ ἡ
πραότητά του.
Ἔμεινε,
λοιπόν, ἥσυχος ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλὲς τοῦ
Ὀθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διορισμένο στὸν σταῦλο του, γιὰ
νὰ φροντίζει τὰ ζῶα του. Σὲ μία γωνιὰ τοῦ σταύλου ξάπλωνε τὸ κουρασμένο
σῶμα του καὶ ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τὸν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νὰ ἔχει
ὡς κλίνη τὴ φάτνη στὴν ὁποία ἀνεκλίθη κατὰ τὴν γέννησή Του ὁ Κύριός μας
Ἰησοῦς Χριστός. Ἦταν δὲ ἀφοσιωμένος στὸ ἔργο του, περιποιούμενος μὲ
στοργὴ τὰ ζῶα τοῦ κυρίου του, τὰ ὁποῖα αἰσθάνονταν τόση τὴν πρὸς αὐτὰ
ἀγάπη τοῦ Ἁγίου, ὥστε νὰ τὸν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νὰ τὸν προσβλέπουν
μὲ ἀγάπη καὶ νὰ χρεμετίζουν μὲ χαρὰ ὅταν τὰ χάϊδευε, ὡσὰν νὰ
συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μὲ
τὸν καιρὸ ὁ ἀγᾶς τὸν ἀγάπησε, καθὼς καὶ ἡ σύζυγός του, καὶ τοῦ ἔδωσαν
γιὰ κατοικία ἕνα μικρὸ κελλὶ κοντὰ στὸν ἀχυρώνα. Ὅμως ὁ Ἰωάννης δὲν
δέχθηκε καὶ ἐξακολούθησε νὰ κοιμᾶται στὸν σταῦλο, γιὰ νὰ καταπονεῖ τὸ
σῶμα του μὲ τὴν κακοπέραση καὶ μὲ τὴν ἄσκηση, μέσα στὴ δυσοσμία τῶν ζώων
καὶ στὰ ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ὁ σταῦλος γέμιζε ἀπὸ τὶς προσευχὲς
τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς. Ὁ μακάριος
Ἰωάννης εἶχε ἐκεῖνο τὸν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καὶ ἐκεῖ πορευόταν κατὰ
τοὺς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπὶ ὧρες γονυπετὴς καὶ προσευχόμενος,
κοιμώμενος γιὰ λίγο ἐπἀνω στὰ ἄχυρα, χωρὶς ἄλλο σκέπασμα παρὰ μία παλαιὰ
κάπα, γευόμενος μὲ διάκριση, πολλὲς φορὲς μόνο λίγο ψωμὶ καὶ νερό, καὶ
νηστεύοντας τὶς περισσότερες ἡμέρες.
Συνέχεια ἔψαλλε τοὺς λόγους τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ: «Ὁ
κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ
αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός
μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ
ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν
σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ
εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ
νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν
κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων
αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ
οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμοὺς σιγόψαλλε καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸ ἄλογο τοῦ ἀφέντη του.
Μὲ τὴν εὐλογία ποὺ ἔφερε ὁ Ἅγιος στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου Ἱππάρχου, αὐτὸς πλούτισε καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ Προκοπίου.
Ὁ
Ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτὸς τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, ποὺ ἔκανε ὡς
ἀλλος Ἰώβ, πήγαινε τὴ νύχτα καὶ ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στὸ νάρθηκα τῆς
ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη μέσα σὲ ἕνα βράχο
καὶ βρισκόταν κοντὰ στὸν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. Ἐκεῖ πήγαινε κρυφὰ
τὴ νύχτα, κοινωνοῦσε δὲ κάθε Σάββατο τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὁ Κύριος,
«ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς»,
ἐπέβλεψε ἐπὶ τὸν δοῦλο του τὸν πιστὸ καὶ ἔκανε, ὥστε νὰ πάψουν νὰ τὸν
περιπαίζουν καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καὶ οἱ ἄλλοι
ἀλλόθρησκοι.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἀφέντης τοῦ Ἰωάννη πλούτισε, ἀποφάσισε νὰ ὑπάγει γιὰ προσκύνημα στὴ Μέκκα, τὴ ἱερὰ πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Ἀφοῦ
πέρασαν ἀρκετὲς ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, ἡ σύζυγός του παρέθεσε
τράπεζα καὶ προσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους τοῦ ἀνδρός της,
γιὰ νὰ εὐφρανθοῦν καὶ νὰ εὐχηθοῦν νὰ ἐπιστρέψει ὑγιὴς στὸν οἶκο του ἀπὸ
τὴν ἀποδημία. Ὁ μακάριος Ἰωάννης διακονοῦσε στὴν τράπεζα. Παρέθεσαν δὲ
σὲ αὐτὴ καὶ ἕνα φαγητό, τὸ ὁποῖο ἄρεσε πολύ στὸν ἀγᾶ, τὸ λεγόμενο
πιλάφι, τὸ ὁποῖο συνηθίζουν πολὺ στὴν Ἀνατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα
θυμήθηκε τὸν σύζυγό της καὶ εἶπε στὸν Ἰωάννη: «Πόση εὐχαρίστηση θὰ ἐλάμβανε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καὶ ἔτρωγε μαζί μας ἀπὸ τοῦτο τὸ πιλάφι!».
Ὁ Ἰωάννης τότε ζήτησε ἀπὸ τὴν κυρία του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καὶ
εἶπε ὅτι θὰ τὸ ἔστελνε στὸν ἀφέντη του στὴ Μέκκα. Στὸ ἄκουσμα τῶν λόγων
του γέλασαν οἱ προσκεκλημένοι. Ἀλλὰ ἡ οἰκοδέσποινα εἶπε στὴν μαγείρισσα
νὰ δώσει τὸ πινάκιο μὲ τὸ φαγητὸ στὸν Ἰωάννη, σκεπτόμενη ἢ ὅτι ἤθελε νὰ
τὸ φάει ὁ ἴδιος μόνος του ἢ νὰ τὸ πάει σὲ καμιὰ φτωχὴ χριστιανικὴ
οἰκογένεια, ὅπως συνήθιζε νὰ κάνει, δίδοντας τὸ φαγητό του.
Ὁ
Ἅγιος τὸ πῆρε καὶ πῆγε στὸν σταῦλο. Ἐκεῖ γονυπέτησε καὶ ἔκανε προσευχὴ
ἐκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ ἀποστείλει τὸ φαγητὸ στὸν
ἀφέντη του μὲ ὅποιον τρόπο οἰκονομοῦσε Ἐκεῖνος μὲ τὴν παντοδυναμία Του.
Μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε στὴν καρδιά του ὁ Ἰωάννης πίστεψε ὅτι ὁ Κύριος
θὰ εἰσακούσει τὴν προσευχή του καὶ τὸ φαγητὸ θὰ πήγαινε θαυματουργικὰ
στὴ Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, χωρὶς νὰ ἔχει κανένα δισταγμὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ζήτησε θὰ γινόταν. Καὶ, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι»,
ὅτι, δηλαδή, αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα συμβαίνουν σὲ ἐκείνους ποὺ
ἔχουν ἁπλούστερη διάνοια καὶ εἶναι θερμότεροι στὴν ἐλπίδα τὴν ὁποία
ἔχουν πρὸς τὸν Θεό. Πράγματι! Τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια
τοῦ Ὁσίου. Ὁ μακάριος Ἰωάννης ἐπέστρεψε στὴν τράπεζα καὶ εἶπε στὴν
οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὴ Μέκκα. Ἀκούγοντας οἱ
προσκεκλημένοι τὸν λόγο αὐτὸ γέλασαν καὶ εἶπαν ὅτι τὸ ἔφαγε ὁ Ἰωάννης.
Ἀλλὰ
ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες γύρισε ἀπὸ τὴν Μέκκα ὁ κύριός του καὶ ἔφερε
μαζί του τὸ χάλκινο πιάτο, πρὸς μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκίων του. Μόνο ὁ
μακάριος Ἰωάννης δὲν ἐξεπλάγη. Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ ἀγᾶς στοὺς οἰκίους του: «Τὴν δεῖνα ἡμέρα (καὶ ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ συμποσίου, κατὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Ἰωάννης ὅτι ἔστειλε τὸ φαγητὸ στὸν ἀφέντη του), τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ μεγάλο τζαμὶ στὸν τόπο ὅπου κατοικοῦσα, βρῆκα ἐπάνω στὸ τραπέζι, σὲ ἕναν ὀντά (δωμάτιο) ὅπου τὸν εἶχα κλειδωμένο, τοῦτο τὸ σαχάνι (πιάτο) γεμάτο
πιλάφι. Στάθηκα μὲ ἀπορία, σκεπτόμενος, ποῖος ἄραγε εἶχε φέρει ἐκεῖνο
τὸ φαγητό καὶ πρὸ πάντων δὲν μποροῦσα νὰ ἐννοήσω μὲ τὶ τρόπο εἶχε
ἀνοίξει τὴν πόρτα, τὴν ὁποία εἶχα κλείσει καλά. Μὴ γνωρίζοντας πῶς νὰ
ἐξηγήσω αὐτὸ τὸ παράδοξο πρᾶγμα, περιεργαζόμουν τὸ πιάτο μέσα στὸ ὁποῖο
ἄχνιζε τὸ πιλάφι καὶ εἶδα μὲ ἀπορία ὅτι ἦταν χαραγμένο τὸ ὄνομά μου
ἐπάνω στὸ χάλκωμα, ὅπως σὲ ὅλα τὰ χάλκινα σκεύη τῆς οἰκίας μας. Ὡστόσο,
μὲ ὅλη τὴν ταραχὴ ὅπου εἶχα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο περιστατικό, κάθησα
καὶ ἔφαγα τὸ πιλάφι μὲ μεγάλη ὄρεξη, καὶ ἰδοὺ τὸ πιάτο ποὺ τὸ ἔφερα μαζί
μου, καὶ εἶναι ἀληθινὰ τὸ δικό μας».
Ἀκούγοντας
αὐτὴ τὴ διήγηση οἱ οἰκεῖοι τοῦ Ἱππάρχου ἐξέστησαν καὶ ἀπόρησαν, ἡ δὲ
σύζυγός του τοῦ ἐξιστόρησε πῶς ζήτησε ὁ Ἰωάννης τὸ πιάτο μὲ τὸ φαγητὸ
καὶ εἶπε ὅτι τὸ ἔστειλε στὴ Μέκκα, καὶ ὅτι, ἀκούγοντάς τον νὰ λέγει ὅτι
τὸ ἔστειλε, γέλασαν.
Αὐτὸ
τὸ θαῦμα μαθεύτηκε σὲ ὅλο τὸ χωριὸ καὶ στὴ γύρω περιοχὴ καὶ ὅλοι
θεωροῦσαν πλέον τὸν Ἰωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καὶ ἀγαπητὸ στὸν Θεό, τὸν
ἔβλεπαν δὲ μὲ φόβο καὶ σεβασμό, καὶ δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ τὸν
ἐνοχλήσει. Ὁ κύριός του καὶ ἡ σύζυγός του τὸν περιποιούνταν περισσότερο
καὶ τὸν παρακαλοῦσαν πάλι νὰ φύγει ἀπὸ τὸν σταῦλο καὶ νὰ κατοικήσει σὲ
ἕνα οἴκημα, τὸ ὁποῖο ἦταν κοντὰ στὸν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ
ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε, λοιπόν, τὸν βίο του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὡς
ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρὶν στὴν περιποίηση τῶν ζώων καὶ κάνοντας μὲ
προθυμία τὰ θελήματα τοῦ ἀγᾶ.
Ἀλλὰ
ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ἔζησε ὁ μακάριος Ἰωάννης μὲ
νηστεία, προσευχὴ καὶ χαμευνία, πλησιάζοντας στὸ τέλος τῆς ζωῆς του,
ἀσθένησε καὶ ἦταν ξαπλωμένος πάνω στὰ ἄχυρα τοῦ σταύλου, τὸν ὁποῖο εἶχε
ἁγιάσει μὲ τὶς δεήσεις του καὶ μὲ τὴν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιὰ τὸ
ὄνομα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Προαισθανόμενος
ὁ Ὅσιος τὸ τέλος του, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ
γι’αὐτὸ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἕναν ἱερέα. Ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς φοβήθηκε νὰ
μεταφέρει φανερὰ τὰ Ἅγια Μυστήρια στὸ σταῦλο, ἐξαιτίας τοῦ φανατισμοῦ
τῶν Τούρκων. Ὅμως σοφίστηκε, κατὰ Θεία φώτιση, καὶ πῆρε ἕνα μῆλο, τὸ
ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἔτσι μετέβη στὸ σταῦλο καὶ
κοινώνησε τὸν μακάριο Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης, μόλις ἔλαβε τὸ Ἄχραντο Σῶμα καὶ
τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὰ χέρια τοῦ
Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο τόσο ἀγάπησε. Ἦταν τὸ 1730.
Τὸ
1733, τὸ ἀκέραιο καὶ εὐωδιάζον ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου
μεταφέρθηκε, μετὰ τὴν ἐκταφή του, ἀρχικὰ στὴ λατομημένη σὲ βράχο
ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀργότερα στὸ νεόδμητο ναὸ τοῦ Ἁγίου
Βασιλείου καὶ τέλος στὸ ναὸ ποὺ ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμήν του. Τοποθετήθηκε
σὲ λάρνακα στὸ δεξιὸ μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ κατέφθαναν ἀναρίθμητοι
προσκυνητὲς καὶ πάσχοντες ἀπὸ διάφορα νοσήματα ποὺ εὕρισκαν τὴν θεραπεία
τους.
Ὅταν,
κατὰ τὸ 1832, ἐπὶ σουλτάνου Μαχμοὺτ τοῦ Β’, ἐπαναστάτησε ἐναντίον του ὁ
ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου Ἰμπραχὴμ πασᾶς, ὁ σουλτάνος ἔστειλε ἐναντίον
του καὶ τὸν Χαζνετὰρ Ὀγλοὺ Ὀσμὰν πασᾶ μὲ 1.800 στρατιῶτες. Ὁ Ὀσμὰν
πασᾶς, ἀφοῦ πέρασε τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔφθασε κοντὰ στὸ
Προκόπιο, ὅπου σκεπτόταν νὰ ἀναπαυθεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει τὴν ἄλλη ἡμέρα.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους τοῦ Προκοπίου, σὰν
γενίτσαροι ποὺ ἦσαν, μισοῦσαν τὸν σουλτάνο, συμφώνησαν ὅλοι νὰ μὴν
δεχθοῦν τὸν Ὀσμὰν πασᾶ στὸ Προκόπι οὔτε στὰ σύνορα. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ
ἦσαν πιστοὶ στὸν σουλτάνο, προσπάθησαν νὰ πείσουν τοὺς συμπατριῶτες τους
νὰ πειθαρχήσουν στὸν σουλτάνο καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν στρατὸ ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ
ἐκεῖνον, λέγοντας μάλιστα σὲ αὐτοὺς ὅτι μπορεῖ ὁ Ὀσμὰν πασᾶς νὰ
ἀγανακτίσει καὶ νὰ καταστρέψει τὸ χωριό. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἄλλαζαν γνώμη.
Τότε οἱ Χριστιανοὶ πῆραν τὰ γυναικόπαιδα καὶ ἔφυγαν στὰ γύρω χωριὰ καὶ
στὶς σπηλιές, γιὰ νὰ μὴν πέσουν θύματα τῆς ἀνόητης ἀντιδράσεως τῶν
γενιτσάρων.
Πράγματι,
τὴν ἄλλη ἡμέρα, ὅταν ὁ Ὀσμὰν πασᾶς εἰσῆλθε στὸ Προκόπι, τὸ λεηλάτησε
καὶ τὸ κατέστρεψε. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες εἰσῆλθαν καὶ στὸ ναὸ τοῦ
Ἁγίου Γεωργίου. Ἅρπαξαν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἄνοιξαν τὴ λάρνακα τοῦ Ὀσίου
ἐλπίζοντας νὰ βροῦν καὶ ἐκεῖ χρυσαφικὰ καὶ ἀσημικά. Δὲν βρῆκαν ὅμως
τίποτε. Ἀπὸ τὸ κακό τους, ποὺ βγῆκαν γελασμένοι καὶ γιὰ νὰ κοροϊδέψουν
τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀποφάσισαν νὰ κάψουν τὸ ἱερὸ λείψανο.
Τὸ
ἔβαλαν στὸ προαύλιο, μάζεψαν πολλὰ φρύγανα, ἔβαλαν φωτιὰ καὶ ἔριξαν μὲ
ἀσέβεια τὸ ἱερὸ σκήνωμα μέσα στὶς φλόγες. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου
Ἰωάννου ὄχι μόνο ἔμεινε ἄφλεκτο, ἀλλὰ καὶ φάνηκε στοὺς ἄπιστους ὅτι
ζοῦσε, τοὺς φοβέριζε καὶ τοὺς ἔδιωχνε ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας.
Τὴν
ἐπόμενη ἡμέρα γέροντες Χριστιανοὶ βρῆκαν τὰ ἀσημικὰ, ποὺ εἶχαν ἀφήσει
ἀπὸ τὸν τρόμο τους οἱ Τούρκοι στρατιῶτες, πῆραν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ
λείψανο καὶ τὸ τοποθέτησαν πάλι μέσα στὴ λάρνακα.Τὸ
ἱερὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Εὔβοια τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1924 μαζὶ μὲ τοὺς
πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸ πλοῖο «Βασίλειος Δεστούνης». Καὶ ἐνῶ
τὸ πλοῖο βρισκόταν στὴ Ρόδο δὲν προχωροῦσε, ἀλλὰ περιστρεφόταν μέσα στὴ
θάλασσα καὶ ἔμενε στὸν ἴδιο τόπο. Ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου φοβήθηκε. Τότε
ὁ Παναγιώτης Παπαδόπουλος, ποὺ εἶχε πάρει μαζί του τὸ ἱερὸ λείψανο
κρυφά, ἐξήγησε στὸν πλοίαρχο ὅτι μέσα στὸ πλοῖο καὶ μάλιστα στὸ ἀμπάρι
ἦταν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου. Ἀμέσως ὁ κυβερνήτης
διέταξε τὴν μεταφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος στὸ διαμέρισμα τοῦ πλοίου, τὸ
ὁποῖο χρησιμοποιοῦταν ὡς εὐκτήριος οἶκος, ὅπου τὸ ἐναπέθεσαν καὶ ἄναψαν
τὸ καντήλι.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θείας
πίστεως, τὸ φῶς κατέχων, πικρὰν ἤνεγκας, αἰχμαλωσίαν, Ἰωάννη καὶ ὁσίως
ἐβίωσας· ὅθεν τὸ θεῖόν σου λείψανον Ἅγιε, θαυματουργίας πηγάζει ἐν
Πνεύματι· ᾧ προστρέχοντες, ὑμνοῦμεν τὸν σὲ δοξάσαντα, τιμῶντες τὰ σεπτά
σου προτερήματα.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Εὐσεβείας
δόγμασιν, ἐντεθραμμένος θεόφρον, ἀκλινῶς ὑπέμεινας, αἰχμαλωσίας τὰς
θλίψεις. Ὅθεν σε, ὁ Ζωοδότης λαμπρῶς δοξάσας, δέδωκε, πιστοῖς τὸ τίμιον
λείψανόν σου, ἀναβλῦζον Ἰωάννη, Πνεύματι θείῳ ῥεῖθρα ἰάσεων.
Μεγαλυνάριον.Ἄστρον
ἐξ Ἑῴας ὤφθης λαμπρόν, μάκαρ Ἰωάννη, καταυγάζον τοὺς εὐσεβεῖς, χάριτι
θαυμάτων, καὶ νῆσον τῆς Εὐβοίας, τῷ σῷ καθαγιάζεις, λειψάνῳ Ἅγιε.
| |||||||||||||||
26/5/14
Οἱ Ἅγιοι Ἀλφαῖος καὶ Κάρπος οἱ Ἀπόστολοι ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα
|
|
|||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Κάρπος ἔζησε τὸν 1ο
αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Τρωάδα τοῦ Ἑλλησπόντου. Φιλοξένησε
στὴν οἰκία του τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ ἔγινε βοηθὸς αὐτοῦ στὸ κήρυγμα τοῦ
Εὐαγγελίου καὶ κομιστὴς τῶν ἐπιστολῶν ποὺ ἔστειλε ὁ Παῦλος πρὸς τὶς
Ἐκκλησίες.
Ἀφοῦ
περιόδευσε πολλὲς πόλεις καὶ κήρυξε μὲ ἱερὸ ζῆλο τὸ Εὐαγγέλιο,
ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο Ἐπίσκοπος Βεροίας τῆς Θράκης, ὅπου καὶ
κοιμήθηκε ἀγωνιζόμενος μέχρι τὴν τελευταία του πνοὴ ὑπὲρ τῆς διαδόσεως
τοῦ θείου λόγου.Δεν
γνωρίζουμε γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς Ἀλφαῖο πρόκειται. Κατ’ ἄλλους πρόκειται
γιὰ τὸν Ἰάκωβο τὸν Ἀλφαῖο, ἕναν ἀπὸ τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους καὶ ἀδελφὸ
τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, καὶ κατ’ ἄλλους, τὸ ὁποῖο εἶναι καὶ
πιθανότερο, γιὰ τὸν Ἀλφαῖο ἢ τὸν Κλεόπα, σύζυγο τῆς Μαρίας, συγγενοῦς
τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος κατανάλωσε τὸ βίο του, μὲ τὴ σύζυγο καὶ τὰ τέκνα
του, ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.Θείας
χάριτος, τῇ κοινωνίᾳ, ἐκοινώνησας, δεσμῶν τῷ Παύλῳ, θεομακάριστε Κάρπε
Ἀπόστολε, καὶ κοινωνοὺς θείας δόξης ἀνέδειξας, τοὺς δεξαμένους τὸ φέγγος
τῶν λόγων σου. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Καρποφόρος
πέφηνας, τῇ μυστικῇ γεωργίᾳ, ὡς κλεινὸς Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης τοῦ
Λόγου· ὅθεν σου, ὁ τῶν ἀγώνων καρπὸς ὁ θεῖος, κάρπωμα, τερπνὸν προσήχθη
τῷ Παντεπόπτῃ· ὃν ἱκέτευε ἀπαύστως, Κάρπε θεόφρον, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.
Μεγαλυνάριον.Παύλῳ
τῷ θεόπτῃ διακονῶν, διάκονος ὤφθης, μυστηρίων πνευματικῶν, ὧν
διαπορθμεύων, τοῖς θέλουσι τὴν χάριν, θαυμάτων ἀναβλύζεις, ὦ Κάρπε
χάριτας.
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Συνέσιος
|
|
|||||||||||||||
|
Πολὺ
φτωχὲς δυστυχῶς εἶναι οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν Κύπριο αὐτὸν
Ἅγιο. Τόσο τὸ συναξάρι ὅσο κι ἡ ἀκολουθία του ἐλάχιστα πράγματα μᾶς
προσφέρουν.
Σύμφωνα
μ’ αὐτὲς ὁ Ἅγιος Συνέσιος γεννήθηκε στὴν Καρπασία. Ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος
κι ἀνεξίκακος καὶ διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τὸν Ἅγιο Φίλωνα.
Αὐτοῦ μάλιστα καὶ τὸ ἱερὸ ἔργο ζήλωσε καὶ συμπλήρωσε.
Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, τὴν Καρπασία μὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ νησὶ λυμαίνονταν οἱ αἱρέσεις.
Ὁ διάβολος ποὺ ξέρει νὰ μεταμορφώνεται καὶ «εἰς ἄγγελον φωτός»,
ὅπως μᾶς λέει ὁ θεῖος ἀπόστολος, χρησιμοποίησε ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ
τοῦτο τὸ μέσο, γιὰ νὰ προσβάλει τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴν
ἐργασία καὶ τοὺς κόπους τῶν μακαρίων Πατέρων καὶ πρὸ παντὸς τῶν Ἁγίων
Ἱεραρχῶν Ἐπιφανίου καὶ Φίλωνος εἶχε ἤδη ἐπικρατήσει σὲ ὅλη τὴν Κύπρο,
πρόβαλε τὶς αἱρέσεις. Καὶ τὶς πρόβαλε γιὰ νὰ σκοτίσει τὰ πνεύματα, νὰ
ταράξει τὶς συνειδήσεις καὶ νὰ κομματιάσει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν
Ἐκκλησία. Ὁ κίνδυνος ἦταν πολὺ μεγάλος.
Αὐτὸ
ποὺ δὲν πέτυχαν οἱ Αὐτοκράτορες τῆς Ρώμης μὲ τοὺς διωγμοὺς ποὺ κίνησαν
ἐνάντια στὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ τὰ βασανιστήρια τὰ ἀνήκουστα ποὺ
χρησιμοποίησαν, ζήτησαν νὰ τὸ πετύχουν οἱ αἱρέσεις. Νὰ σκανδαλίσουν τοὺς
Χριστιανούς. Νὰ ψυχράνουν τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸν ζῆλο τους γιὰ τὴν πίστη
κι ἔτσι σιγά – σιγά νὰ σβήσουν ἀπὸ τὶς καρδιές, τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν
Χριστὸ καὶ τὴ θρησκεία του.
Στοὺς διωγμοὺς ἡ Ἐκκλησία ἀντιστάθηκε μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της. Στὶς αἱρέσεις πρόβαλε μαζὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της καὶ «τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὁ ἐστὶ ρῆμα Θεοῦ»
δηλαδὴ καὶ τὴ μάχαιρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἄδολος καὶ
φωτεινὸς λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔγινε καὶ στὴν Κύπρο μας. Ἐνάντια στὶς
αἱρέσεις ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἐπιφάνιο ξεπερνοῦσαν σὲ ἀριθμὸ τὸν
καιρὸ αὐτὸ τὶς ὀγδόντα, κινήθηκε μὲ φλόγα καὶ χριστιανικὴ σύνεση ὁ Ἅγιος
Συνέσιος. Μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ ἱεραποστόλου καὶ τὴ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος,
ποὺ εἶναι τομώτερη καὶ ἀπὸ τὸ πιὸ κοφτερὸ ἐργαλεῖο ἀνέλαβε ὁ
οὐρανοπολίτης Ἱεράρχης τὸν σκληρὸ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση καὶ διάλυση
τῶν αἱρέσεων.
Ἡ
πραότητά του, ἡ γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τὰ πειστικὰ ἐπιχειρήματά
του ἐνισχυμένα μὲ τὰ πολλά του θαύματα φέρνουν παντοῦ καὶ τὰ ἀνάλογα
ἀποτελέσματα. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ζητοῦν νὰ ξεσχίσουν τὸν
ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Κυρίου, παραμερίζονται ἀπὸ παντοῦ καὶ παραπλανημένοι
πιστοὶ μὲ δάκρυα μετανοίας ξαναγυρνοῦν στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ
ἐπιτυχία εἶναι ἀφάνταστη. Σὲ λίγα χρόνια ἡ Ἁγία Νῆσος ξαναβρίσκει τὴν
εἰρήνη της καὶ τὸν δρόμο τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Ἡ
ζωὴ τοῦ μεγάλου Πατρὸς ὑπῆρξεν ἀληθινὰ μία ζωὴ ἐκδαπανήσεως καὶ θυσίας.
Ἀλλὰ καὶ μία ζωὴ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἡ καρδιά του πυρακτωμένη ἀπὸ
τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀγωνιζόταν μέρα νύκτα νὰ
σκορπίσει καὶ νὰ μεταδώσει στοὺς γύρω του αὐτὴ τὴ φλόγα. Τῆς ἀγάπης τὴ
φλόγα, τὸ ἐνδιαφέρον, τὴ στοργή. Τὰ λόγια ποὺ ἀπευθύνει ὁ Κύριος στοὺς
ὀπαδούς του «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς
ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι
τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε’ 14) στέκονται πάντα φωτεινὰ μπροστά του.
Δὲν
μποροῦν οἱ χριστιανοί μου νὰ γίνουν φωτεινοί, σκέπτεται, ἂν δὲν δοῦν σ’
ἐμένα τὸ πρότυπο, τὸ φωτεινὸ πρότυπο, τὸ ὁποῖο νὰ ἀντιγράψουν. Γι’ αὐτὸ
καὶ ἀγωνίζεται σκληρὰ καὶ παλαίει κυριολεκτικὰ γιὰ νὰ εἶναι «τύπος τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α’ Τιμοθ. δ’ 12). Ὅπως λάμπει τοῦ ἥλιου τὸ φῶς ἔτσι λάμπει γύρω καὶ τοῦ μακάριου ἐπισκόπου ἡ ψυχή.
Εἶναι
παράδειγμα ζωντανὸ ἡ ζωή του γιὰ τοὺς χριστιανούς του. Παράδειγμα στὰ
λόγια καὶ στὴ συμπεριφορά του μ’ αὐτούς. Παράδειγμα καὶ στὴν ἀγάπη καὶ
στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴν πίστη καὶ στὴν ἁγνότητα, ποὺ καὶ ὅταν δὲν
μιλοῦσε, ἐνέπνεε καὶ αἰχμαλώτιζε καὶ καθοδηγοῦσε στὴ χριστιανικὴ ζωή.
Στὸ πρόσωπό του τὰ πιστά του τέκνα βρίσκανε πάντα τὸν στοργικὸ πατέρα καὶ τὸν ἀνέξοδο γιατρό, ποὺ ἤξερε νὰ γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα ἵνα πάντως τινὰς σώσει» (Α’ Κορινθ. θ’ 22).
Μὰ
καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε, δὲν σταμάτησε νὰ προσφέρει σ’ ἐκείνους ποὺ
μὲ πίστη καταφεύγουν στὴ χάρη του τὶς θεραπεῖες καὶ τὶς δωρεές του.
Πολλὰ
θαύματα τοῦ Ἁγίου ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Καρπασίας μ’
εὐλάβεια καὶ εὐγνωμοσύνη. Ἰδιαίτερα τιμᾶται σὰν θεραπευτὴς τῆς
δυσουρίας. Ἀλλὰ καὶ ὅτι τιμωρεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀρρώστια ὅλους ἐκείνους οἱ
ὁποῖοι τολμοῦν καὶ δοκιμάζουν νὰ καταχραστοῦν τὴν περιουσία του. Ἐπίσης
μεταξὺ τῶν κατοίκων ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη ὅτι ὁ φιλάνθρωπος ἐπίσκοπος
προσφέρει θαυματουργικὰ τὶς δωρεές του χωρὶς ἀνταλλάγματα ἀκριβὰ ἢ
πολύτιμα. Εἶναι πολὺ ὀλιγαρκής. Καὶ ἕνα κρεμμύδι εἶναι ἀρκετὸ νὰ
ἱκανοποιηθεῖ ὁ Ἅγιος καὶ νὰ προσφέρει τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία του.
Ἕνα πρᾶγμα ὅμως δὲν θέλει. Νὰ τοῦ πειράξουν ἢ νὰ τοῦ ἀφαιροῦν τὰ δικά του.
Ἡ
ἀγάπη καὶ ἡ εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν τῆς Κύπρου μας μὰ ἰδιαίτερα τῆς
Καρπασίας στὸν Ἅγιο Συνέσιο εἶναι πολὺ μεγάλη. Αὐτῆς τῆς ἀγάπης καρπὸς
εἶναι καὶ ὁ «θαυμαστὸς καὶ παράδοξος»
ναός, τὸν ὁποῖον ἀνήγειραν πρὸς τιμήν του τὰ πνευματικά του παιδιά.
Μέσα στὸν ὄμορφο καὶ ἐπιβλητικὸ τοῦτο ναὸ βρίσκονται τοποθετημένα τὰ
ἅγια λείψανά του.
Κοντὰ στὸν ναὸ αὐτὸ διασῴζεται καὶ σήμερα μία μεγάλη σπηλιά, ποὺ εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα «ὁ σπήλιος τ’ Ἄη Συνέση».
Ἡ σπηλιὰ αὐτὴ στὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια τὰ δύσκολα, τὰ χρόνια τῶν
διωγμῶν χρησίμεψε σὰν κατακόμβη καὶ σὰν νεκροταφεῖο τῶν τότε χριστιανῶν.
Στὴ
σπηλιὰ αὐτὴ μαζευόντουσαν τὶς νύκτες οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὰ
θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ἐκεῖ μακριὰ ἀπὸ τὰ περίεργα μάτια τῶν
διωκτῶν καὶ μέσα στὸ μισοσκόταδο ποὺ μάταια προσπαθοῦσαν νὰ διαλύσουν
μερικὰ κεράκια – προσφορὰ εὐλαβῶν ψυχῶν – γονάτιζαν οἱ χριστιανοί, γιὰ
νὰ ὑψωθοῦν μὲ τὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου τῆς ζωῆς σ’ ἄλλους κόσμους, κόσμους
γαλανοὺς καὶ ὡραίους, κόσμους ἀγγελικούς.
Στὴν
ἴδια τὴ σπηλιὰ πάλι, ὅταν κάποιος ἀπέθνησκε, οἱ ζωντανοὶ λάξευαν σὲ μία
πλευρά της τὸν τάφο μέσα στὸν ὁποῖο ἔθαπταν τὸν νεκρό τους.
Ἡ
σπηλιὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Σήμερα ὅμως εἶναι ἐγκαταλειμμένη καὶ
χρησιμοποιεῖται σὰν μάνδρα. Στὰ βραχώδη τοιχώματά της ὑπάρχουν διάφορα
ἀρκοσόλια πρᾶγμα ποὺ φανερώνει πὼς ἡ σπηλιὰ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ σὰν
κατακόμβη. Στὰ ἀρκοσόλια θὰ πρέπει νὰ ἔβαζαν οἱ χριστιανοὶ τὶς εἰκόνες
τους καὶ νὰ ἔκαμναν τὴν προσευχή τους.
Κατὰ
τὰ 800 χρόνια τῆς μαύρης δουλείας, τότε ποὺ ὅλα τάσκιαζε ἡ φοβέρα καὶ
τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά, ἡ σπηλιὰ αὐτὴ πόσες φορὲς δὲν θ’ ἀπέκρυψε ἀπὸ τὰ
μάτια τοῦ μαύρου δυνάστη τὶς πονεμένες καὶ καταδιωγμένες καρδιὲς ποὺ
κατάφευγαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸ ἄσπλαχνο μαχαῖρι τῶν διωκτῶν; Ἀλλὰ
καὶ πόσες φορὲς ἐκεῖ τὰ δακρυσμένα μάτια δὲν σπογγίστηκαν καὶ δὲν
ἔλαμψαν ἀπὸ κάποια κρυφὴ ἐλπίδα, ὅταν ὁ παπαδοδάσκαλος τοὺς μιλοῦσε γιὰ
τὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ ἔκλειε τὰ ἁπλά του λόγια μὲ κάτι παρόμοιο σὰν
ἐκεῖνο ποὺ ὁ ποιητὴς διατυπώνει στὸν ἐμπνευσμένο στίχο του:
Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη.
ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει.
Ἡ
ἀγάπη τοῦ ἁγίου Συνεσίου στὸ ποίμνιό του ποὺ ἐκδηλωνόταν μὲ τόσες
θαυματουργικὲς θεραπεῖες συνεχίζεται ἀκόμη καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ
εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ καταφεύγουν στὸν ἱερὸ ναό του καὶ μὲ πίστη ζητοῦν
τὴ χάρη του. Ἀπὸ τὰ πολλά του θαύματα θὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ μόνον ἕνα, ποὺ
ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐντυπωσιάζει γιὰ τὴν πρωτοτυπία του.
Ἡ
μνήμη τοῦ ἁγίου Συνεσίου συμπίπτει κάθε χρόνο τὴν ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ
(26 Μαΐου). Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ Ἅγιος θέλει νὰ τὴν ἀργοῦν οἱ χριστιανοί.
Καὶ αὐτὸ ἴσως γιὰ νὰ συνηθίσουν οἱ πιστοὶ νὰ σέβονται τὶς μεγάλες
γιορτὲς καὶ τὴν Κυριακὴ ποὺ εἶναι μέρες ἱερὲς καὶ ἀφιερωμένες στὴ
λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ἂν
τὴν ἀργία τῆς ἡμέρας αὐτῆς τῆς γιορτῆς του, τὴν καταπατήσουν οἱ
χριστιανοὶ καὶ πᾶνε στὸ θέρος, τότε, λέγεται πὼς ὅ,τι θερίσουν καὶ
μαζέψουν τὴν ἡμέρα αὐτή, τοῦτο σήπεται καὶ χάνεται. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία
παραχώρηση τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, γιὰ νὰ θυμοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ σέβονται
καὶ νὰ τιμοῦν τὸν Ἅγιό τους.
Ἄραγε οἱ σημερινοὶ χριστιανοί, οἱ χριστιανοὶ τοῦ 20ου αἰῶνος θὰ θελήσουν νὰ προσέξουν μερικὲς ἀλήθειες, ἀλήθειες ἁπλὲς σὰν καὶ αὐτή;
Στὴν
ἐποχή μας σκληροὶ ἀγῶνες ἀνελήφθησαν καὶ συνεχίζονται σ’ ὅλο τὸν κόσμο
γιὰ τὴν ἐλάττωση τῶν ὡρῶν ἐργασίας τοῦ ἐργάτη. Καλὰ καὶ ἅγια ὅλα αὐτά.
Μὰ
τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, στοργικὴ μητέρα αὐτή, ὅρισε σὰν
ἡμέρες ἀργίας καὶ ξεκουράσματος σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ καὶ εἶναι οἱ μέρες
αὐτὲς μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐργατικὲς νομοθεσίες, θὰ θελήσουμε οἱ
χριστιανοὶ τῆς διαστημικῆς ἐποχῆς νὰ τὶς τηρήσουμε καὶ νὰ τὶς
σεβαστοῦμε;
Ἀλήθεια! Θὰ τὸ θελήσουμε;
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.Καρπασέων
τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα
Πατὴρ ἡμῶν Συνέσιε· διὸ τὴν χάριν τῶν θαυμάτων ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξω μακάριε,
θεραπεύειν τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι.
Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι
διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας
|
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς
στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀτεκνίας τῶν γονέων του,
ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή τους καὶ τοὺς χάρισε ἕνα τέκνο, τὸ ὁποῖο
ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητας
τοῦ Ἁγίου, οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦσαν διὰ τῆς βίας νὰ κάνουν τοὺς
Χριστιανοὺς νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.Ὁ
Γεώργιος ἀρνήθηκε, οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον
τοῦ κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ
Γεωργίου τοῦ ὑποσχέθηκε πλούτη καὶ τιμὲς ἀπὸ τὸν σουλτάνο Σελίνα (1512 –
1520). Ὁ Ἅγιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος ὁμολόγησε τὴν πίστη του
στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Τοῦρκος
κυβερνήτης ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν τὸν Ἅγιο καὶ τέλος νὰ τὸν ρίξουν
στὴν φωτιά, ὅπου τελειώθηκε λαμβάνοντας τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ
μαρτυρίου. Ὅμως ξαφνικὰ ἔπιασε δυνατὴ βροχή, ἡ ὁποία ἔσβησε τὴ φωτιά.
Ὅταν νύχτωσε, ἕνα φῶς ἀκτινοβολοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τοῦ ἱεροῦ
λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Ἕνας εὐλαβὴς ἱερέας τὰ περισυνέλεξε καὶ τὰ ἐνταφίασε
μὲ τιμή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου βρέθηκε καὶ
μεταφέρθηκε στὴν πόλη Σρέντσε τῆς Βουλγαρίας.
| |||||||||||||||
Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μακαρίου
|
|||||||||||||||
|
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του στις 17 Μαρτίου.
Ἡ
εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ἔγινε στὶς 26 Μαΐου τοῦ
1521. Ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν πόλη Δμητρώφ, ὁ Μιχαὴλ Βορονικώφ, προσέφερε
χρήματα γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς πέτρινης ἐκκλησίας ἀντὶ τῆς παλαιᾶς
ξύλινης, ποὺ ὑπῆρχε στὸ μοναστήρι τοῦ Κολγιαζίν. Ὁ ἡγούμενος τοῦ
μοναστηριοῦ, ὁ Ἰωάσαφ, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ στὸ σημεῖο ποὺ προοριζόταν
νὰ κτισθεῖ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ εὐλόγησε τὸ σκάψιμο τοῦ ἐδάφους γιὰ τὴν
διάνοιξη τῶν θεμελίων. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν προέκυψε ἕνα
πολύτιμο εὕρημα. Βρέθηκε ἕνα ἄφθαρτο φέρετρο ποὺ μοσχοβολοῦσε. Ὁ
ἡγούμενος Ἰωάσαφ ἀναγνώρισε ἀμέσως τὸ φέρετρο τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς, τοῦ
Ὁσίου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1483. Ἡ ἀδελφότητα τῆς
μονῆς, μὲ τὴν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐπιτέλεσε μνημόσυνο ἐπάνω στὸ
φέρετρο, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια μεταφέρθηκε στὸ ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν
ἡμέρα τὰ ἄφθαρτα τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου ἄρχισαν νὰ ἐπιτελοῦν θαύματα
καὶ θεραπεῖες ἀσθενῶν.Ἀργότερα
τὰ ἱερὰ λείψανα μεταφέρθηκαν ἐπίσημα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι
τὸ 1547 ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐτιμᾶτο μόνο τοπικά, στὴ μονή του. Στὴ Σύνοδο
τῆς Μόσχας, τὸ 1547, ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Μακαρίου (1543 – 1564), ὁ
Ὅσιος Μακάριος κατετάγη στοὺς Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.
| |||||||||||||||
25/5/14
Μνήμη τρίτης εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου
|
|
|||||||||||||||
|
Αὐτὴ
κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὡς δεύτερη εὕρεση, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν
ἀναφέρεται ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ πρώτη (24 Φεβρουαρίου). Ἡ εὕρεση αὐτὴ ἔγινε
ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο ἱερέα στὰ Κόμανα τῆς Καππαδοκίας, μέσα σὲ ἀργυρὴ
θήκη, σὲ ἱερὸ τόπο καὶ μεταφέρθηκε μὲ μεγάλη ἐπισημότητα καὶ πομπὴ στὴν
Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατατέθηκε στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Ὡς
θεῖον θησαύρισμα ἐγκεκρυμμένον τῇ γῇ, Χριστὸς ἀπεκάλυψε, τὴν Κεφαλήν
σου ἡμῖν, Προφῆτα καὶ Πρόδρομε· πάντες οὖν συνελθόντες, ἐν τῇ ταύτης
εὑρέσει, ᾄσμασι θεηγόροις, τὸν Σωτῆρα ὑμνοῦμεν, τὸν σῲζοντα ἡμᾶς ἐκ
φθορᾶς, ταῖς ἱκεσίαις σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα
Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ῥόδον ἱερώτατον,
ἐκ τῆς γῆς εὑράμενοι, τὰς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, καὶ γὰρ πάλιν ὡς
πρότερον, ἐν κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς οὐρανίων δωρεῶν πηγὴ θεόβρυτος
Τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκ βυθοῦ τῆς γῆς ἀνέλαμψε
Ἡ ἁγία Κεφαλή σου Χριστοῦ Προφῆτα
Ἧς τὴν τρίτην ἑορτάζοντες φανέρωσιν
Ἀνυμνοῦμεν τῶν θαυμάτων σου τὸ μέγεθοςΚαὶ βοῶμέν σοι, χαῖρε Λόγου ὁ Πρόδρομος.
Μεγαλυνάριον.Τρίτην
τῆς παντίμου σου Κεφαλῆς, μνείαν ἐκτελοῦμεν, ἣν ἐδόξασεν ἡ Τριάς,
Βαπτιστὰ Κυρίου· ἐκ γῆς γὰρ τρίτως ὤφθη, μετανοεῖτε πᾶσιν,
ἀνακραυγάζουσα.
| |||||||||||||||
Κυριακή του Τυφλοῦ
|
|
|||||||||||||||
|
Τὸ
εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς του Τυφλοῦ, ἀποτελεῖ μία ἀδιάψευστη ἀπόδειξη ὅτι
ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν μόνο τέλειος ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ τέλειος Θεός.
Ὅπως
διαβάζουμε στὸ Κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιον (κεφ. θ, 1 – 38), ὁ Χριστός,
περνώντας μέσα ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, συναντάει ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό. Ὁ
Κύριος, ἔκανε πυλό, ἀφοῦ ἔφτυσε στὸ χῶμα, τοῦ ἄλειψε τὰ μάτια καὶ τὸν
ἔστειλε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ὁ τρόπος αὐτὸς θεραπείας, μᾶς
ὑπενθυμίζει τὸν τρόπο ποὺ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, πλάθοντάς τον.
Ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πλάθει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ χῶμα, τώρα ὁ
Χριστός, πλάθει τὰ μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ πάλι ἀπὸ χῶμα. Ὁ ἴδιος
Θεός! Δοκιμάζει τὴν πίστη τοῦ τυφλοῦ καὶ τὸν στέλνει στὴν κολυμβήθρα τοῦ
Σιλωάμ. Σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ζητάει τὴ δική του
ἑκούσια καὶ ἐλεύθερη συμμετοχή του στὸ θαῦμα. Ὁ τυφλὸς ὅμως μὲ πίστη,
ὑπακούει στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, πηγαίνει καὶ πλένεται καὶ ἐπιστρέφει
βλέποντας.
Ὅμως,
ἡ ζωὴ τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ, δὲ ἔγινε εὐκολότερη. Γίνεται στόχος τῆς
κακίας καὶ τοῦ μίσους τῶν Φαρισαίων, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ μὲ ζῆλο
πίστευαν στὸ Θεὸ καὶ στὴν τήρηση τοῦ Νόμου Του. Ἀνακρίνουν τὸν τυφλὸ καὶ
ἀντὶ νὰ πιστέψουν καὶ ἐκεῖνοι βλέποντας ζωντανὸ τὸ θαῦμα μπροστά τους,
κλείνουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους. Ὁ θρησκευτικὸς φανατισμός τους, ὄχι
μόνο τοὺς κλείνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ ἐξαφανίζει ἀπὸ τὴν ψυχή τους τὴ
διάκριση ἀλλὰ τοὺς ἀπομακρύνει τελικὰ καὶ ἀπὸ τὸ Θεό.
Οἱ
γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, φοβοῦνται νὰ ὁμολογήσουν τὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε στὸ
παιδί τους ποὺ γεννήθηκε τυφλό, γιὰ νὰ μὴν γίνουν ἀποσυνάγωγοι. Τόση
ἦταν ἡ πίστη τους καὶ ἡ χαρά τους ποὺ ἀπέκρυψαν ἀποφεύγοντας μὲ μαεστρία
νὰ ὁμολογήσουν ἕνα ἀληθινὸ γεγονός. «Ἔχει ἡλικία αὐτὸν νὰ ρωτήσετε»!
Ἴσως ὁ Χριστὸς νὰ τοὺς χάλασε τὰ σχέδια, ἀφοῦ ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς γιός
τους ζητιάνευε. Ἴσως τοὺς χάλασε τὴν ἡσυχία τους ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ
παρουσιαστοῦν στὴ συναγωγὴ καὶ νὰ ἀνακριθοῦν μὲ τὸν κίνδυνο νὰ γίνουν
ἀποσυνάγωγοι. Καὶ ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ποὺ εὐεργετούμαστε καθημερινὰ ἀπὸ
τὸ Θεό, ντρεπόμαστε ἢ φοβόμαστε νὰ ὁμολογήσουμε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν
ὀλιγοπιστία μας. Βάζουμε τὰ συμφέροντά μας πάνω ἀπὸ τὸ Θεό, πιστεύοντας
ἐνδόμυχα πὼς Ἐκεῖνος θὰ μᾶς καταλάβει! Ἐκεῖνος θὰ μᾶς καταλάβει ἀλλὰ θὰ
δεῖ καὶ τὴν πίστη μας καὶ τὶς προτεραιότητες ποὺ ἔχουμε βάλλει στὴ ζωή
μας. Θὰ δεῖ ποιοὺς θεοὺς ἔχουμε βάλλει στὴ θέση Του καὶ μὲ τὸ δικό του
τρόπο δὲ θὰ πάψει νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς Ἐκεῖνος εἶναι τὸ φῶς τοῦ
κόσμου.
Ὁ
τυφλός, τελικὰ δὲ θεράπευσε μόνο τὰ μάτια τοῦ σώματός του ἀλλὰ καὶ τῆς
ψυχῆς του. Ἀναγνωρίζει καὶ προσκυνεῖ τὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ καὶ δὲ
διστάζει νὰ τὸ ὁμολογήσει στοὺς θρησκευτικοὺς ἄρχοντες μὲ θάρρος ποὺ θὰ
τὸ ζήλευαν πολλοὶ ἀπὸ μᾶς. Δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ πίστη, χρειάζεται καὶ ἡ
ὁμολογία πίστεως γιὰ νὰ γίνουμε γνήσια παιδιὰ τοῦ Ἰησοῦ. Ὅταν
ὁμολογήσουμε τὸ Χριστὸ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ μᾶς ὁμολογήσει καὶ
Ἐκεῖνος μπροστὰ στὸν Πατέρα Του, μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’.Τὸν
συνάναρχον Λόγον Πατρὶ καὶ Πνεύματι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα εἰς
σωτηρία ἡμῶν, ἀνυμνήσωμεν πιστοὶ καὶ προσκυνήσωμεν· ὅτι ηὐδόκησε σαρκί,
ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ ἐγεῖραι τοὺς
τεθνεῶτας, ἐν τῇ ἐνδόξῳ Ἀναστάσει αὐτοῦ.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Τῆς
ψυχῆς τὰ ὄμματα πεπηρωμένος, σοὶ Χριστὲ προσέρχομαι, ὡς ὁ τυφλὸς ἐκ
γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζων σοι· Σὺ τῶν ἐν σκότει τὸ φῶς τὸ
ὑπέρλαμπρον.
Μεγαλυνάριον.Ἤνοιξας
Σωτήρ μου τοὺς ὀφθαλμούς, τοῦ τυφλοῦ ἐκ μήτρας, ὡς φιλάνθρωπος
πλαστουργός, τοῦ πηλοῦ τῇ χρήσει, καὶ Σιλωὰμ τῇ νίψει· διό σε ὡμολόγει,
Θεὸν καὶ Κύριον.
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)