25/8/13

Ὁ Ἅγιος Τίτος ὁ Ἀπόστολος

Ὁ Ἀπόστολος Τίτος, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἕλληνας στὴν καταγωγή, ἦταν πολὺ μορφωμένος. Ἔγινε χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μὲ τὸν ὁποῖο καὶ συνεργάστηκε, στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸν ἀκολούθησε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατόπιν ἐπιφορτίστηκε νὰ πάει στὴν Κόρινθο γιὰ νὰ δεῖ τὴν κατάσταση τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας.
Στὴν ἐπιστροφή του, συνάντησε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴν Μακεδονία καὶ μετὰ πῆγαν μαζὶ στὴν Κρήτη, ὅπου ἐκεῖ ὁ Παῦλος τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο τοῦ νησιοῦ καὶ τοῦ εἶπε νὰ κάνει καὶ ἱερεῖς γιὰ ὅλο τὸ νησί.
Ὁ Παῦλος τοῦ ἔστειλε καὶ τὴν γνωστὴ πρὸς Τίτον ἐπιστολή, ἀπὸ τὴν ὁποία γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Ἕλληνας μαθητὴς τοῦ Παύλου εἶναι «τέκνον του γνήσιον». Ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπιστολὴ του μαθαίνουμε ὅτι ὁ Τίτος εἶχε λαμπροὺς συνεργάτες στὴν Κρήτη, τὸν Ζηνᾶ τὸν νομικὸ καὶ τὸν περίφημο Ἀπολλῶ.
Ἀπεβίωσε τὸ ἔτος 105 μ.χ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Προσκληθεὶς οὐρανόθεν πρὸς γνῶσιν ἔνθεον, τὴν ἐν σαρκὶ τοῦ Δεσπότου ἐπιδημίαν ἐν γῇ, αὐτοψεὶ ἑωρακὼς φωτὸς πεπλήρωσαι· ὅθεν τοῦ Παύλου κοινωνός, θεηγόρος γεγονώς, τὴν Κρήτην πᾶσαν πυρσεύεις, τῆς εὐσεβείας τῇ αἴγλῃ, Τίτε Ἀπόστολε μακάριε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Τοῦ Παύλου δειχθείς, συνόμιλος Ἀπόστολε, σὺν τούτῳ ἡμῖν, τὸν λόγον προκατήγγειλας, τῆς ἐνθέου χάριτος, μυστολέκτα Τίτε μακάριε· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Παύλῳ τῷ θεόπτῃ μαθητεύεις, ὤφθης ἐν τῇ Κρήτῃ, εὐσεβείας ὑφηγητής, Τίτε θεηγόρε, Ἀπόστολε καὶ μύστα, τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Λόγου, συγκαταβάσεως.

Ὁ Ἅγιος Μηνᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀνέβηκε στὸν θρόνο τὸ 536, ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ τοῦ μεγάλου. Χειροτονήθηκε Πατριάρχης ἀπὸ τὸν Πάπα Ρώμης Ἀγαπητό, μετὰ τὴν καθαίρεση τοῦ αἱρετικοῦ Ἀνθίμου. Ἐπὶ τῆς Πατριαρχεῖας τοῦ Μηνᾶ συγκροτήθηκε καὶ ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (553). Πατριάρχευσε 16 χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ ἀφοῦ ποίμανε καλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.
Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.
Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».
Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ὁ Ἱερομάρτυρας μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Θεολόγου

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, θέλοντας νὰ δείξει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀληθινὰ πνεῦμα Θεοῦ, εἶπε: "Πὰν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι". Δηλαδή, κάθε ἄνθρωπος ποὺ παρουσιάζεται μὲ χάρισμα Πνεύματος, ἂν ὁμολογεῖ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πράγματι σαρκώθηκε καὶ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος φέροντας τὴν ἀνθρώπινη φύση, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Εὐτυχής. Σὰν γνήσιος μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἀπέδειξε περίτρανα στὴν ζωή του ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Κήρυξε μὲ ἀνδρεῖα τὸ Εὐαγγέλιο, γκρέμισε πολλοὺς ναοὺς εἰδώλων, ὑπέμεινε δαρμοὺς καὶ κακοπάθησε πολλὰ χρόνια δέσμιος μέσα στὴ φυλακή. Κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ μετὰ στὰ πεινασμένα θηρία. Ἐπειδή ὅμως, ἕνα ἀπὸ τὰ θηρία μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνή, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ στὴ συνέχεια ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μαρτύρια, ὅλοι ἐξεπλάγησαν.
Ἐξ’ αἰτίας, λοιπόν, αὐτῶν τῶν θαυμάτων, τὸν ἄφησαν ἐλεύθερο νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα του Σεβαστή, ὅπου εἰρηνικὰ παρέδωσε στὸν Κύριο τὸ πνεῦμα του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς φοιτητὴς τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, τῆς εὐσεβείας ὑποφήτης ἐδείχθης, καὶ τὴν τοῦ Λόγου σάρκωσιν ἐκήρυξας τρανῶς· ὅθεν ἐνδιέπρεψας, μαρτυρίου τοῖς πόνοις, θαύμασι τῆς πίστεως, βεβαιώσας τὸν λόγον. Ἱερομάρτυς Πάτερ Εὐτυχές, Χριστὸν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐτυχίας κρείττονος κατατρυφήσας, Εὐτυχὲς μακάριε, ὡς ἱερεὺς καὶ ἀθλητής, Χριστὸν ἀπαύστως ἱκέτευε, πάσης ἀνάγκης ῥυσθῆναι τοὺς δούλους σου.

Μεγαλυνάριον.
Σύμπονος καὶ σύμπνους ἀναδείχθης, Εὐτυχὲς θεόφρον, Ἀποστόλων τῶν τοῦ Χριστοῦ, μέγιστον ἀξίως, εἰσεποιήσω κλέος, καὶ τῶν παθῶν Κυρίου, Μάρτυς γεγένησαι.

Ὁ Ἅγιος Τατίων ὁ Μάρτυρας

Καταγόταν ἀπὸ τὸ Μαντίναιο τῆς Μητροπόλεως Κλαυδιουπόλεως στὴν Ἐρδελία, τῆς ἐπαρχίας Ὀνωριάδος.
Συνελήφθη διότι ἦταν χριστιανὸς καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὸν ρώτησε ἂν ἐπιμένει νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ Τατίων μὲ τόλμη ἀπάντησε ὅτι θὰ τὸν ὁμολογεῖ μέχρι τελευταίας του πνοῆς.
Ἀμέσως τότε τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ τὸν ξέσχισαν μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τὸν ἔσυραν μέχρι θανάτου μέσα στὴν Κλαυδιούπολη, ἀφοῦ πρῶτα ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.

23/8/13

Ὁ Ἅγιος Λοῦππος ὁ Μάρτυρας

Γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ βιογραφικό του ὑπόμνημα στοὺς Συναξαριστές. Μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1617 ἀναγράφεται ὅτι ὁ μάρτυρας αὐτὸς ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος μὲ διάφορες κολακεῖες προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερε τὸν βασάνισε μὲ τὸν πιὸ φρικιαστικὸ τρόπο καὶ  στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ἀπροσμάχητον, τοῦ Λόγου δύναμιν, Λοῦππε μακάριε, περιζωσάμενος, κατεπολέμησας στερρῶς, τὸν ἄρχοντα τῆς κακίας· σὺ γὰρ ὑπερέλαμψας, ἐν ἀγῶσιν ἀθλήσεως· ὅθεν καὶ ἀπέλαβες, τὸ βραβεῖον τῶν ἄθλων σου, πρεσβεύων ἐκτενῶς Ἀθλοφόρε, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὁπλίτης στερρός, Κρίου ἐχρημάτισας, ὀλέσας ἐχθρῶν, ἀθλητικῶς τὰς φάλαγγας· σὺ γὰρ τῷ θείῳ ἔρωτι, ὐπὲρ φύσιν ἀγῶνας διήνυσας, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, πανένδοξε Λοῦππε, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Μάρτυς ἀκαθαίρετος τοῦ Χριστοῦ, Λοῦππε ἀνεδείχθης, ἐν ἀγῶσι καταβαλών, τῶν ἀντικειμένων, ἐχθρῶν τὰς παρατάξεις}διὸ καὶ ἐδοξάσθης, ἀξίως ἔνδοξε.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Μάρτυρας Ἐπίσκοπος Σιρμίου

Ἡ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε ἀνάλογη μὲ τὴ θερμὴ πίστη του πρὸς τὸν Χριστό. Ἦταν ἐπίσκοπος Σιρμίου, πρωτεύουσας τῆς Παννονίας. Σὰν ποιμενάρχης ἦταν ἁγνός, δραστήριος, γεμάτος εἰλικρινὴ ἀγάπη γιὰ τὸ ποίμνιό του, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγαποῦσε, ὥστε ἦταν ἀποφασισμένος νὰ δώσει καὶ τὴν ζωή του γι’ αὐτό, σὰν γνήσιος μιμητὴς τοῦ ἀρχιποιμένα Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Δηλαδή, ὁ καλὸς ποιμένας παραδίδει τὴν ζωή του γιὰ νὰ ἀπομακρύνει κάθε κίνδυνο ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴ ζωή τους.
Ἀργότερα, ὁ Εἰρηναῖος καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλης ὅτι παρέσυρε στὴ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ εἰδωλολάτρες. Τότε συνελήφθη καί, ὅταν ὁ ἡγεμόνας Πρόβος τὸν ρώτησε ἂν ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγοροῦν, αὐτὸς ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως προσευχήθηκε μπροστά του.
Ὁ ἡγεμόνας ἀμέσως τὸν φυλάκισε καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσε, τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔριξε τὸ κεφάλι του στὸν ποταμὸ Σαῦο.

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος

Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸν θρόνο τὸν Παῦλο τὸν Γ’, προηγουμένως ἦταν ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προηγουμένως τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν.
Ὁ Καλλίνικος ὁ Α’, εἶχε μεγάλα πλεονεκτήματα. Στὰ χρόνια της πατριαρχείας του, βασιλιὰς ἦταν ὁ ἀσύνετος Ἰουστινινανὸς ὁ Β’. Αὐτὸς λοιπὸν ἤθελε νὰ κάνει μία πολυτελὴ βρύση κοντὰ στὰ ἀνάκτορά του καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀπαίτησε ἀπὸ τὸν Καλλίνικο νὰ δώσει τὴν εὐχή του νὰ γκρεμιστεῖ ὁ ναὸς τῆς Θεοτόκου. Ὁ Καλλίνικος ἀπάντησε ὅτι ἡ Ἐκκλησία του, δίνει εὐχὲς γιὰ ἀνέγερση ναῶν καὶ ὄχι γιὰ γκρέμισμα. Στὴν πίεση ὅμως τοῦ αὐτοκράτορα εἶπε « Ἂς εἶναι δόξα εἰς σὲ Χριστέ μου, ὅτι πάντοτε ἀνέχεσαι καὶ ὑπομένεις». Ἦταν μία εὐχὴ εἰς βάρος τοῦ αὐτοκράτορα. Πράγματι τὸ 695 ὁ Ἰουστινιανὸς ἔπεσε ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Λεόντιο καὶ μέσα στὸν ἱππόδρομο τοῦ ἔκοψαν τὴν μύτη καὶ τὸν ἐξόρισαν στὴν Χερσώνα.
Ἀργότερα τὸ 705, ὅταν μὲ προδοσία μαζὶ μὲ τοὺς Βούλγαρους καὶ Σλάβους, μπῆκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ πρῶτο του θῦμα ἦταν ὁ Καλλίνικος. Τὸν καταδίκασε χωρὶς δίκη, τὸν τύφλωσε καὶ τὸν ἐξόρισε στὴν Ρώμη ὅπου καὶ ἀπεβίωσε.
Ὁ Πατριάρχης Καλλίνικος ὁ Α’, ἔμεινε στὸν Θρόνο ἀπὸ τὸ 693 ἕως τὸ 705 μ.Χ.