25/4/13

Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος ὁ ἐκ Ρωσίας


Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος τῆς Ὀμπνόρα, γεννήθηκε τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία εἶχε ἐσωτερικὰ τὸν πόθο νὰ μονάσει. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ κατάφυγε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπου ὑπῆρξε δόκιμος καὶ ὑποτακτικὸς τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονὲζ ( 5 Ἰουλίου). Ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα καὶ πρόκοψε στὴν ὑπακοή, ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος ἔλαβε τὴν εὐλογία γιὰ νὰ μείνει μόνος στὴν ἔρημο καὶ νὰ συνεχίσει ἐκεῖ τὸν ἀσκητικό του ἀγῶνα.
Μέσα στὸ πυκνὸ δάσος, δίπλα στὸν ποταμὸ Ὀμπνόρα ὁ ὁποῖος συνεχίζει τὴν ροή του στὸν ποταμὸ Κοστρομά, ἔστησε ἕνα σταυρὸ στὸ σημεῖο ὅπου διάλεξε καὶ ξεκίνησε ἀπὸ ἐκεῖ τὸν πνευματικό του ἀγώνα. Γιὰ μία μεγάλη χρονικὴ περίοδο κανεὶς δὲν ἤξερε τίποτα γιὰ τὸν Ἅγιο ἐρημίτη. Τὸ κελλί του ἀποκαλύφθηκε τυχαία ἀπὸ ἕναν χωρικό, ὁ ὁποῖος εἶχε χάσει τὸν δρόμο του. Αὐτὸς εἶπε στὸν ἐνοχλημένο ἐρημίτη ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν δεῖ λαμπρὲς ἀκτίνες καὶ ἕνα στρῶμα νεφέλης ἐπάνω ἀπὸ τὴν κατοικία του. Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος ξέσπασε τότε σὲ δάκρυα πικρίας, ἐπειδὴ τὸ μέρος τῆς ἀπομονώσεώς του εἶχε ἀνακαλυφθεῖ. Ὁ προσκυνητὴς παρακάλεσε ἐπίμονα τὸν Ὅσιο νὰ τοῦ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος εἶπε ὅτι ἐκεῖ ἔμενε γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα, τρώγοντας φλοιοὺς δένδρων καὶ ρίζες. Στὴν ἀρχὴ ἦταν ἀδύναμος χωρὶς ψωμὶ καὶ μία φορὰ ἔπεσε στὸ ἔδαφος ἀπὸ τὴν ἀδυναμία του. Τότε, ἕνας Ἄγγελος μὲ τὴ μορφὴ ἐνὸς θαυμάσιου ἄνδρα ἐμφανίσθηκε μπροστά του καὶ τὸν ἄγγιξε στὸ χέρι. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ Ὅσιος δὲν ἔνιωσε ξανὰ ἀδυναμία.
Ἄλλη μία φορὰ ὁ χωρικὸς πῆγε πάλι στὸν Ὅσιο καὶ τοῦ ἔφερε ψωμὶ καὶ ἀλεύρι, γιὰ νὰ ἔχει προμήθειες.
Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ συνάντηση ἦταν ἀρκετή, ὥστε νὰ μαθευτοῦν σὲ πολλοὺς τὰ πνευματικὰ κατορθώματα τοῦ Ὁσίου. Σύντομα, χωρικοὶ ξεκίνησαν νὰ ἔρχονται σὲ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς γύρω οἰκισμούς. Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος τοὺς ἐπέτρεψε νὰ χτίσουν κελλιὰ κοντὰ στὸ δικό του κελλί.
Ὅταν πλέον εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀρκετοὶ ἀδελφοὶ στὴ σκήτη, ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος πῆγε στὴ Μόσχα καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου ( 12 Φεβρουαρίου), γιὰ νὰ κατασκευάσει ἕνα ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης ἔδωσε στὸν Ὅσιο Σιλβέστρο ἕνα ἀντιμήνσιο γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τὸν ἔκανε ἡγούμενο τῆς νέας μονῆς.
Μὲ τὴν κατασκευὴ τῆς ἐκκλησίας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀδελφῶν αὐξήθηκε γρήγορα καὶ ὁ Ὅσιος πολὺ συχνὰ ἀποσυρόταν στὸ κοντινὸ δάσος, ὥστε νὰ ἀπομονώνεται καὶ νὰ προσεύχεται. Αὐτὸς ὁ τόπος ἔλαβε τὸ ὄνομα «ἀπαγορευμένο ἄλσος», ἐπειδὴ ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος διέταξε νὰ μὴν κοπεῖ ἀπὸ ἐκεῖ κανένα δένδρο. Σὲ αὐτὸ τὸ ἄλσος ὁ Ὅσιος ἔσκαψε τρία πηγάδια, ἐνῷ ἕνα τέταρτο πηγάδι ἔσκαψε στὴν πλευρὰ ἑνὸς λόφου στὸν ποταμὸ Ὀμπνόρα. Ὅταν ὁ Ὅσιος ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσή του, τὸν περίμεναν πολλοὶ ἄνθρωποι στὸ μοναστήρι καὶ ὁ καθένας ἤθελε νὰ λάβει τὴν εὐλογία του καὶ νὰ ἀκούσει τὶς συμβουλές του.
Κάποια ἡμέρα ὁ Ὅσιος ἀρρώστησε ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῆς μονῆς, ποὺ στεναχωροῦνταν ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ ἀπομόνωση, τώρα ἦταν ἀκόμη πιὸ θλιμμένοι ἀναλογιζόμενοι τὸν ἐπικείμενο θάνατό του. «Μὴ στενοχωρεῖσθε μὲ αὐτό, ἀδελφοί», ἔλεγε ὁ Ὅσιος γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει, «γιατί τὰ πάντα εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀκολουθῆστε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ μὴ φοβηθεῖτε  νὰ ὑποφέρετε ἀπὸ δοκιμασίες σὲ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἔτσι θὰ λάβετε ἀνταμοιβὴ στὸν Οὐρανό. Ἐὰν εὕρω παρρησία ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ἂν ἡ ζωή μου Τὸν εὐχαρίστησε, τότε αὐτὸς ὁ ἅγιος τόπος δὲν θὰ διαλυθεῖ μετὰ τὴν ἀποχώρησή μου. Προσευχηθεῖτε στὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ στὴν πάναγνη Μητέρα Του, ὥστε νὰ ἐλευθερωθεῖτε ἀπὸ τὸν πειρασμό».Ὁ Ὅσιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1479 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν δεξιὰ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως.

24/4/13

Ἡ Ὁσία Ἐλισάβετ ἡ Θαυματουργός


Ἡ Ὁσία Ἐλισάβετ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια τῆς Θράκης καὶ ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Οἱ γονεῖς της, Εὐνομιανὸς καὶ Εὐφημία, ἦταν ξακουστοὶ καὶ ὀνομαστοί, φημισμένοι γιὰ τὰ πλούτη τους καὶ περίφημοι γιὰ τὴν ἀρετή τους. Κατοικοῦσαν κοντὰ στὴν Ἡράκλεια, στὸν τόπο ποὺ ἀπὸ παλιὰ ὀνομαζόταν Θρακοκρήνη καὶ ἀργότερα Ἀβυδηνοί. Ζοῦσαν μὲ εὐσέβεια ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸν Ἰώβ. Ποθώντας δὲ μὲ πάθος νὰ μιμηθοῦν τὴν φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ, ἁπλόχερα βοηθοῦσαν ὅλους, ὅσοι εἶχαν ἀνάγκες ὑλικές.
Ὅμως εἶχαν περάσει δεκαέξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ νυμφεύθηκαν καὶ ἦταν ἀκόμη ἄτεκνοι. Γι’ αὐτὸ παρακαλοῦσαν ἀδιάκοπα τὸν Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί, διάδοχο τοῦ γένους τους καὶ κληρονόμο τοῦ πλούτου τους. Ὁ Κύριος, ποὺ ἰκανοποιεῖ τὰ αἰτήματα τῶν πιστῶν Του, ἄκουσε μὲ εὐμένεια τὴ δέησή τους καὶ δὲν παρέβλεψε τὴν προσευχή τους.
Ὑπῆρχε στὸν τόπο ἐκεῖνο ἕνα παλαιὸ ἔθιμο νὰ συγκεντρώνονται οἱ Χριστιανοὶ στὴν μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Γλυκερίας ( 13 Μαΐου) καὶ νὰ ἑορτάζουν μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα. Τότε λοιπόν, βρέθηκαν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανοὺς καὶ οἱ γονεῖς τῆς Ὁσίας. Ἔκαναν λιτανεῖες καὶ ὁλονύκτιες δοξολογίες καὶ ἐπισκέπτονταν τοὺς ναοὺς τῆς πόλεως, ποὺ σὲ αὐτοὺς φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν σαράντα Ἁγίων Γυναικῶν, τοῦ διακόνου Ἀμὼς καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων. Λιτάνευαν τότε καὶ τὴν πολυσέβαστη κάρα τῆς Ἁγίας Γλυκερίας. Ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποία τελοῦσε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Λέων, ὁ πατέρας τῆς Ἐλισάβετ, Εὐνομιανός, ἔβλεπε τὴν ἁγία κάρα πότε νὰ χαμογελᾶ καὶ πότε νὰ λυπᾶται. Αὐτὸ τὸ θεώρησε ὡς σημεῖο τῆς πίστεώς του στὴ Μάρτυρα καὶ ἡ ψυχή του γέμισε μὲ χαρὰ καὶ λύπη μαζί. Μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του ἱκέτευσαν τὴν ἀθληφόρο Ἁγία, νὰ λύσει τὰ δεσμὰ τῆς στειρώσεώς τους καὶ νά τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί. Ἔτσι, ὅταν τοὺς πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος, ὁ Εὐνομιανὸς εἶδε σὲ ὄνειρο τὴν Ἁγία Γλυκερία, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: «Γι’ αὐτὸ μοῦ δημιουργεῖς κόπους, ἄνθρωπέ μου, καὶ μοῦ ζητᾶς αὐτὸ ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει; Ὅμως, ἐὰν στ’ ἀλήθεια δίνεις τὸν λόγο σου πὼς θ’ ἀποκτήσετε καρδιὰ καὶ πνεῦμα ταπεινὸ καὶ πὼς ποτὲ δὲν θὰ καυχιέσαι σὲ βάρος τῶν ἄλλων, εὐχὴ κάνω νὰ σοῦ δώσει μὲ τὶς πρεσβεῖες μου ὁ μεγαλόδωρος Κύριος, τὸ γρηγορότερο, ἕνα κορίτσι. Αὐτὸ θὰ τὸ ὀνομάσεις Ἐλισάβετ, γιατί θὰ ἀναδειχθεῖ ὅμοια στὴν ψυχὴ μὲ τὴν μητέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτισθοῦ».
Ὁ πατέρας τῆς Ὁσίας συμφώνησε ὅτι θὰ κάνε αὐτὸ ποὺ ζήτησε ἡ Ἁγία Γλυκερία. Τότε ἐκείνη τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἔφυγε. Ἡ γυναῖκα του συνέλαβε ἀμέσως καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ συμπλήρωση ἐννέα μηνῶν γέννησε κορίτσι.
Ὅταν ἡ Ἐλισάβετ ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, ἡ μητέρα της ἔφυγε ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ὁ πατέρας της. Ἡ μακαρία Ἐλισάβετ ἀπέμεινε ὀρφανή. Ὅμως ἀμέσως ἐμπιστεύθηκε τὸν ἑαυτό της στὸν Θεὸ καὶ διακρίθηκε στὴ διακονία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν της. Χάρισε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι μὲ τὰ χέρια τους τὴν κατέθεσε στὸν Θεό, ἐνῷ στοὺς δούλους χάρισε τὴν ἐλευθερία τους.
Ἔπειτα ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔφθασε στὴ μονὴ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ποὺ εἶχε τὸ ὄνομα «Μικρὸς Λόφος» καὶ ποὺ ἡγουμένη ἐκεῖ ἦταν κάποια θεία ἀπὸ τὸν πατέρα της. Στὴ μονὴ αὐτὴ ἀπαρνήθηκε τὰ ἐγκόσμια καὶ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ ἐκάρη μοναχή. Ζοῦσε μὲ σκληραγωγία, νηστεία καὶ ἄσκηση καὶ περπατοῦσε ἀνυπόδητη. Τὸ σῶμα της ποτὲ δὲν δέχθηκε νὰ τὸ πλύνει μὲ νερό. Τὸ διατηροῦσε ὅμως καθαρὸ λούζοντας τὸ καθημερινὰ μὲ τὶς ἀστείρευτες πηγὲς τῶν δακρύων της. Ἒτσι ἔφθασε στὰ ὕψη τῆς ἁγιότητας καὶ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὴν ἀξίωσε τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος καὶ αὐτοῦ τῆς θαυματουργίας.Δυὸ χρόνια ἀργότερα ἡ ἡγουμένη τῆς μονῆς ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, ἀφοῦ ὅρισε διάδοχό της τὴν Ὁσία Ἐλισάβετ, τὴν ὁποία ἐγκατέστησε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Α’ (458 – 471 μ.Χ.).Ἡ Ὁσία γέμιζε μὲ φῶς αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη τὴν πλησίαζαν. Κάποτε, τὴν ὥρα ποὺ ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία στὸ ναό, εἶδε νὰ ἀστράφτει ἕνα ἀπερίγραπτο φῶς καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ κατέρχεται μετὰ τὸν Χερουβικὸ ὕμνο μέσα στὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ καλύπτει τὸν ἱερέα ποὺ στεκόταν μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ Ὁσία πλημμύρισε ἀπὸ θάμβος καὶ ἔκπληξη. Ὅμως αὐτὸ δὲν τὸ εἶπε σὲ κανένα, μέχρι ποὺ ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς ἐκδημίας της στὸν Θεό. Ὅσο πλησίαζε ἡ ὥρα της, ὁ πόθος της – ὅπως ἔλεγε – νὰ δεῖ τὴν πατρίδα της, περίσσευε. Ἦλθε λοιπὸν στὴν Ἡράκλεια καὶ προσκύνησε τοὺς ἐκεῖ σεπτοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων. Καὶ ἐκεῖ, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου, εἶδε σὲ ὅραμα τὴν Παναγία, ποὺ τὴν ὑποδέχθηκε. Τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου τὸ ἀναγνώρισε σὲ εἰκόνα, ὅταν ἔφθασε στὸ ναὸ τοῦ Ἱερομάρτυρα Ρωμανοῦ. Ἡ φωνὴ τῆς Παναχράντου τὴν κάλεσε νὰ ἐπιστρέψει στὸ μοναστήρι της, γιατί ὁ καιρὸς τῆς κοιμήσεώς της ἦταν κοντά. Ἔτσι ἡ Ὁσία Ἐλισάβετ, ἀφοῦ ἐπέστρεψε πίσω, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τὸ ἱερὸ λείψανό της ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μένοντας ἀκέραιο καὶ ἀνέπαφο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Μητρικῶν ἐκ λαγόνων Χριστὸν ἠγάπησας, ὥσπερ βλαστὸς Ἐλισάβετ δικαιοσύνης τερπνός, καὶ τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ ἀκολουθήσασα, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, γεωργεῖς τὰς ἀπαρχὰς, ἀμέμπτῳ σου πολιτείᾳ, θαυματουργοῦσα θεόφρον, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.Ὡς παρθενίας τέμενος, καὶ ἀρετῶν θησαύρισμα, τὴν τῶν θαυμάτων βλυσταίνεις χρηστότητα, ὥσπερ πηγὴ ἀκένωτος, καὶ ψυχῶν καὶ σωμάτων, Ἐλισάβετ καθαίρεις τὰ ἀρρωστήματα, τῶν εὐλαβῶς ψαλλόντων, τῷ Κτίσαντι· Ἀλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.Ὡς ἐπαγγελίας δῶρον σεμνόν, τῶν ἐπηγγελμένων, κατηξίωσαι ἀγαθῶν, βίῳ καταλλήλῳ, Ὁσία Ἐλισάβετ, ὧν καὶ ἡμᾶς λιταῖς σου, Μῆτερ ἀξίωσον.

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Στρατηλάτης

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Αὐρηλιανοῦ (270 – 275 μ.Χ.). Ἦταν στρατηλάτης στὴ Ρώμη καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τῶν Γότθων. Διέλαμπε γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου του καὶ τὴν ἄσκησή του, ἐπισκεπτόταν δὲ στὶς φυλακὲς τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Γι’ αὐτὸ κατηγορήθηκε στὸν βασιλέα καὶ ὁδηγήθηκε δέσμιος ἐνώπιόν του, ὅπου ὁμολόγησε μὲ παρρησία καὶ πνευματικὴ ἀνδρεία τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε τὸν κρέμασαν καὶ τοῦ κατέσκισαν τὶς σάρκες. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν διατήρησε σῶο καὶ ἀβλαβή. Βλέποντας τὸ παράδοξο θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσε ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, πίστεψαν στὸν Χριστὸ ἑβδομήντα στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀποκεφαλίσθηκαν.Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάββας μετὰ τὶς φρικώδης βασάνους, κλείσθηκε στὴ φυλακή, ὅπου καὶ ἔλαβε τὸ ἔτος 272 μ.Χ. τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ Ἅγιοι Πασικράτης καὶ Βαλεντίων οἱ Μάρτυρες


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Πασικράτης καὶ Βαλεντίων ἦταν στρατιωτικοὶ καὶ μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, τὸ ἔτος 297 μ.Χ., στὸ Δορύστολο, ἐπαρχία τῆς κάτω Μοισίας.

Οἱ Ἅγιοι Δάναβος, Δημήτριος, Εὐσέβιος, Λεόντιος, Λογγίνος, Νεστάβος, Νέων καὶ Χριστόφορος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν τὸ ἔτος 303 μ.Χ., ὅταν προσῆλθαν στὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἐπιτέλεσε ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος. Ὁμολογήσαντες τὸν Χριστό, συνελήφθησαν καὶ κρατήθηκαν στὴ φυλακή. Στὴν συνέχεια κρεμάσθηκαν διὰ προστάγματος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐξέσθησαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ὁμολογητής ἐκ Ρουμανίας


Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ εἶναι ὁ πρῶτος ἡσυχαστὴς τοῦ ὄρους Μπιζερικάνι τῆς Μολδαβίας, στὴ Ρουμανία, ἀλλὰ καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῆς τοπικῆς μονῆς. Γεννήθηκε κατὰ τὸν 15ο αἰώνα μ.Χ. σὲ ἕνα χωριὸ τῆς περιοχῆς τοῦ Νέματ καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Μπιστρίτα καί, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσε περισσότερη ἡσυχία, ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου Δομετιανοῦ καὶ ἀναχώρησε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐπισκέφθηκε τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ ἔπειτα ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ προσευχὲς καὶ ἡ νηστεία τοῦ Ὁσίου, ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνουν γύρω του πλῆθος μοναχῶν καὶ μαθητῶν. Ἡ νέα ἀδελφότητα ἀποτελοῦνταν ἀπὸ δεκαπέντε Ρουμάνους καὶ δύο Ἕλληνες καὶ ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀσκητικοῦ βίου τοῦ στάρετς. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἑβδομάδος ὁ καθένας ζοῦσε κατὰ μόνας στὸ κελλί του καὶ ἔτρωγε ἐλάχιστα μία φορὰ τὴν ἡμέρα μέχρι τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Τὴν Κυριακή, τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅλοι συνάγονταν στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἔτρωγαν ὅλοι μαζὶ καὶ ὁ χρόνος περνοῦσε μὲ ψαλμωδίες καὶ πνευματικὲς συζητήσεις. Τὸ βράδυ ὁ καθένας ἐπέστρεφε στὸ κελλί του γιὰ μία ἀκόμη ἑβδομάδα ἀσκήσεως καὶ σιωπῆς.
Ὅμως οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Ἀράβων στοὺς Ἁγίους Τόπους ἀνάγκασαν τὸν Ὅσιο Ἰωσὴφ καὶ τοὺς μαθητές του νὰ καταφύγουν στὴ Μολδαβία, στὴ μονὴ Μπιστρίτα καὶ στὴν συνέχεια στὸ ὄρος Μπιζερικάνι. Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἔχτισε ἕνα ξύλινο ναὸ καὶ ἕνα κελλί, ἐνῷ οἱ μαθητές του Σίμων, Μεθόδιος, Βαρνάβας, Ἀβέρκιος, Γερμανὸς καὶ Πύρρος ἐγκαταστάθηκαν στοὺς γύρω λόφους. Τὴν παρουσία τους ἐκεῖ, μαρτυροῦν σήμερα τὰ τοπωνύμια, ὅπως «ὄρος τοῦ Σίμωνος»«ὄρος τοῦ Μεθοδίου»«ὄρος τοῦ Βαρνάβα».
Οἱ κανόνες τοῦ ἀσκητικοῦ βίου στὴ νέα ἀσκητικὴ παλαίστρα, ἦταν οἱ ἴδιοι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐφάρμοζαν καὶ στὸν Ἰορδάνη. Ἀδιάλειπτη προσευχή, σιωπή, ἐξομολόγηση, ἀγρυπνίες, Θεία Κοινωνία. Ὁ Ὅσιος προσπαθοῦσε νὰ ἐφαρμόσει τὴν ἀκοίμητη ζωὴ τῶν Νηπτικῶν Πατέρων σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς μονῆς Στουδίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως.Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἔζησε στὸ ἀσκητικό του ὄρος περισσότερο ἀπὸ τριάντα χρόνια καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1711.

23/4/13

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Τροπαιοφόρος


Ἡ οἰκουμενικότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ τέχνη, τὴν τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο λαῶν καὶ φυλῶν ἀκόμα καὶ μὴ ὀρθοδόξων, τὴ λαϊκὴ θρησκευτικότητα, μαρτυρεῖται περίτρανα ἀπὸ τὴν γ’ Ὠδὴ τοῦ Κανόνος του: «Γῆ πᾶσα καὶ βρότειος φυλή, οὐρανός τε συγχαίρει, στρατὸς Ἀγγέλων τε, ὁ πρωτοστράτηγος γάρ, Χριστοῦ νῦν Γεώργιος ἐκ γῆς, βαίνει πρὸς οὐράνια». Παρὰ τὴν εὐρέως διαδεδομένη τιμὴ καὶ εὐλάβεια πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο, δὲν ὑπάρχουν πολλὲς αὐθεντικὲς ἱστορικὲς πηγὲς γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ μαρτύριό του. Πρώτη καὶ σπουδαιότερη πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦμε πληροφορίες γιὰ τὸν βίο, τὸ μαρτύριο καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εἶναι τὸ ἱστορικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ὁ ὁποῖος παρακολούθησε τὰ γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 280 – 285 μ.Χ., πιθανότατα στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρμενίας, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ. Ἐκεῖ, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς περιοχῆς, ὁ Ἅγιος δέχθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἔγινε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ὀνομαζόταν Γερόντιος, ἦταν Συγκλητικὸς – στρατηλάτης στὸ ἀξίωμα – καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσια καὶ ἐπίσημη γενιὰ τῆς Καππαδοκίας. Σὲ παλαιὸ χειρόγραφο ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στὴ Σεβαστούπολη τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας καὶ ὅτι ἀρχικὰ ἦταν εἰδωλολάτρης, ἐνῷ ἀργότερα ἔγινε Χριστιανός. Ἡ σύζυγός του ὀνομαζόταν Πολυχρονία, ἦταν Χριστιανὴ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ Λύδδα (Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἁγίου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν σὲ μικρὴ ἡλικία, μετοίκησε στὴ Λύδδα, λόγω τοῦ θανάτου τοῦ πατρός του.
Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ Γεώργιος κατατάχθηκε στὸ Ρωμαϊκὸ στρατό. Διακρίθηκε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὸν ἡρωισμό του καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ Τριβούνου. Λίγο ἀργότερα ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἔκανε Δούκα (διοικητή) μὲ τὸν τίτλο τοῦ Κόμητος στὸ τάγμα τῶν Ἀνικιώρων τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς, «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπῶς διαπρέψας τοῦ τῶν σχολῶν μετὰ ταῦτα πρώτου τάγματος κόμης κατ’ ἐκλογὴν προεβλήθη».
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 303 μ.Χ. ὁ Ἅγιος συλλαμβάνεται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ μαρτύριο. Ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου γίνεται ἀφορμὴ νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοὶ οἱ στρατιωτικοὶ Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων, Βίκτωρ καὶ Ἀκίνδυνος, Ζωτικὸς καὶ Ζήνωνας, Χριστόφορος καὶ Σεβηριανός, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντώνιος, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ ἡ βασίλισσα Ἀλεξάνδρα, σύζυγος τοῦ Διοκλητιανοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς δούλους της Ἀπολλώ, Ἰσαάκιο καὶ Κοδράτο, τῶν ὁποίων ἡ μνήμη τιμᾶται στὶς 21 Ἀπριλίου.
Ὁ Ἅγιος μαρτύρησε, «ἀπετμήθη τὴν κεφαλήν», μετὰ ἀπὸ πλῆθος βασανιστηρίων, τὴν Παρασκευὴ 23 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 303 μ.Χ. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸ τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου καὶ σύμφωνα μὲ τὸ Μακεδονικὸ ἡμερολόγιο, ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀντιστοιχοῦσε στὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, τοῦ Πάσχα. Κρυφὰ σήκωσαν οἱ Χριστιανοὶ τὸ πάντιμο λείψανό του καὶ τὸ ἔθαψαν μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς Ἁγίας μητρός του, ἡ ὁποία μαρτύρησε τὴν ἴδια ἢ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Ὁ πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ἐκτελώντας τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου, παρέλαβε τὸ Ἅγιο λείψανο τοῦ Μάρτυρα μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς μητέρας του καὶ τὸ μετέφερε στὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως βεβαιώνουν οἱ πηγές, οἱ Σταυροφόροι πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ἁγίας Πολυχρονίας καὶ τὰ μετέφεραν στὴ Δύση.
Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου, μαρτύρησαν καὶ οἱ συνδέσμιοί του Εὐσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος καὶ ἄλλοι τέσσερις μαζί. Τὴν μνήμη τους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στίς 24 Ἀπριλίου.
Βλέπουμε ὅτι μὲ κέντρο τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, δημιουργεῖται μέσα στὸ τελετουργικὸ χρόνο τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας ἑορτολογικὸς κύκλος, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖται περισσότερο ἀπὸ τὰ Τυπικὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ξεκινᾶ στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ τελειώνει στὶς 24 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Ὁ ἑορτολογικὸς αὐτὸς κύκλος δείχνει τὴν περίοπτη θέση τοῦ Μεγαλομάρτυρος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου ἐπεξετάθη ἐντὸς ὀλίγου χρόνου σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολή. Ἔτσι στὴ Συρία ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. ὑπῆρξαν ναοὶ ἀφιερωμένοι στὴ μνήμη του, ἐνῷ στὴν Αἴγυπτο ὑπῆρχαν περὶ τοὺς 40 ναοὺς καὶ 3 Μονὲς στὸ ὄνομά του. Στὶς λοιπὲς ἀνατολικὲς περιοχὲς ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου εἶχε λάβει τεράστιες διαστάσεις ἀπὸ ἀρχαιοτάτους χρόνους. Στὴν Ἁγιοτόκο καὶ μαρτυρικὴ Καππαδοκία βρίσκονται πολλοὶ ναοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους Ἁγίους, μὲ ἐξαίρετες τοιχογραφίες τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ τῆς μητρός του Ἁγίας Πολυχρονίας. Καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ὅμως πολλοὶ καὶ ὀνομαστοὶ ναοὶ ἦταν ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Γεώργιο.Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο στὴν περιοχὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλλιεργήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Συκεώτη. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ στὶς 22 Ἀπριλίου, ἑορταζόταν στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἱερὰ Σύναξη στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Δευτέρῳ». Αὐτὸ ἀκριβῶς καταδεικνύει τὴ σχέση μεταξὺ τῶν δύο Ἁγίων.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.Τῶν Μαρτύρων τὸ κλέος, καὶ λαμπρὸν ἀκροθίνιον, τῶν καινῶν τροπαίων τὴν στήλην, καὶ ὁπλίτης περίδοξον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς, Γεώργιον τὸν μέγαν Ἀθλητήν· σελαγίζει γὰρ τοῖς θαύμασιν πᾶσαν γῆν, καὶ σώζει τοὺς κραυγάζοντας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ μεγαλύναντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, ξένα θαυμάσια.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.Γεωργηθεὶς ὑπὸ Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργὸς τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ· σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν, εὐφροσύνῃ θερίζεις· ἀθλήσας δὲ δι’ αἵματος, τὸν Χριστὸν ἐκομίσω· καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν Μαρτύρων ταξιάρχην καὶ ἀκρέμονα
Καὶ Ἐκκλησίας ἀκατάσειστον θεμέλιον
Μακαρίζομέν σε πόθῳ Τροπαιοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς μέγας ἀρωγὸς ἡμῶν καὶ πρόβολος
Ἐν παντὶ ἀντιλαβοῦ καὶ ὑπεράσπισονΤῶν βοώντων σοι, χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.Μέγας ἐν ἀθλήσει ἀναδειχθείς, ὡς τροπαιοφόρος, καὶ ἐν θαύμασιν εὐκλεής, μέγας ἀντιλήπτωρ, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Γεώργιε παμμάκαρ, Μαρτύρων καύχημα.

Οἱ Ἅγιοι Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων οἱ στρατηλάτες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων ἦταν στρατιωτικοὶ καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.