27/8/12

Ὁ Ὅσιος Ποιμὴν


Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀδέλφια τοῦ ἔκαναν μικρὴ μοναχικὴ ἀδελφότητα σὲ μία μικρὴ σκήτη στὴν Αἴγυπτο. Ἡγούμενος αὐτῆς τῆς ἀδελφότητας ἦταν ὁ Ποιμήν, ποὺ εἶχε ὅλα τὰ προσόντα πραγματικοῦ ποιμένας ψυχῶν. Ἡ φήμη του εἶχε φθάσει σὲ μακρινὲς περιοχὲς καὶ πολὺς κόσμος ἐρχόταν νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν συμβουλευθεῖ. Αὐτός, ὅμως, δεχόταν μόνο τοὺς μικροὺς καὶ ταπεινούς. Ὅσοι ἔρχονταν ἀπὸ περιέργεια, δὲν τοὺς δεχόταν, ἔστω καὶ ἂν ἦταν ἄρχοντες.
Κάποτε ἕνας ἀπ' αὐτοὺς θύμωσε ποὺ δὲν τὸν δέχθηκε. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν δικαστής, συνέλαβε τὸν μοναχογιὸ τῆς ἀδελφῆς του Ὁσίου, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι τώρα θὰ ἐρχόταν ὁ ἴδιος ὁ Ποιμὴν σὲ αὐτόν. Ὁ Ὅσιος, ὅμως, ἔγραψε πρὸς αὐτόν: «Ἐξέτασον τὸν ἀνεψιόν μου κατὰ τοὺς νόμους. Εἶναι ἔνοχος; Τιμώρησέ τον. Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι, κᾶμε ὅπως θέλεις». Ὁ δικαστὴς θαύμασε τὰ γραφόμενα τοῦ Ὁσίου καὶ ἀμέσως ἀπέλυσε τὸν ἀνεψιό του.
Ὅλα αὐτά βέβαια, τὰ κατάφερνε ὁ Ποιμήν, διότι καλλιεργοῦσε τὸ θεμέλιο τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπεινοφροσύνη. Συχνὰ μάλιστα ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ταπείνωσιν, ὅσην ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸν ὁποῖον εἰσπνέει. Ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς». Ὁ Ὅσιος Ποιμὴν πέθανε εἰρηνικά, προκύπτοντας σὲ ὅλες τὶς χριστιανικὲς ἀρετές.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείων ἔργων σου, τῇ δᾳδουχίᾳ, λαμπρυνόμενος, τῇ διανοίᾳ, διακρίσεως φωστὴρ ὤφθης ἄδυτος, διασκεδάζων παθῶν τὴν σκοτόμαιναν, καὶ καταυγάζων ἡμῶν τὰ νοήματα. Ποιμὴν Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν λαμπρῶν ἀγώνων σου Ὅσιε Πάτερ, ἡ ἁγία σήμερον, μνήμη ἐπέστη τὰς ψυχάς, τῶν εὐσεβῶν κατευφραίνουσα, Ποιμὴν θεόφρον, Ὁσίων ἀγλάϊσμα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ἀγγέλλων ὀ μιμητής, καὶ τῶν Μοναζόντων, παιδοτρίβης καὶ παιδευτής· χαίροις θεωρίας, καὶ πράξεως ὁ λύχνος, Ποιμὴν Πατέρων δόξα, Αἰγύπτου βλάστημα.

24/8/12

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς


Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.
Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.
Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».
Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

23/8/12

Ὁ Ἅγιος Λοῦππος ὁ Μάρτυρας


Γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ βιογραφικό του ὑπόμνημα στοὺς Συναξαριστές. Μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1617 ἀναγράφεται ὅτι ὁ μάρτυρας αὐτὸς ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος μὲ διάφορες κολακεῖες προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερε τὸν βασάνισε μὲ τὸν πιὸ φρικιαστικὸ τρόπο καὶ  στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ἀπροσμάχητον, τοῦ Λόγου δύναμιν, Λοῦππε μακάριε, περιζωσάμενος, κατεπολέμησας στερρῶς, τὸν ἄρχοντα τῆς κακίας· σὺ γὰρ ὑπερέλαμψας, ἐν ἀγῶσιν ἀθλήσεως· ὅθεν καὶ ἀπέλαβες, τὸ βραβεῖον τῶν ἄθλων σου, πρεσβεύων ἐκτενῶς Ἀθλοφόρε, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὁπλίτης στερρός, Κρίου ἐχρημάτισας, ὀλέσας ἐχθρῶν, ἀθλητικῶς τὰς φάλαγγας· σὺ γὰρ τῷ θείῳ ἔρωτι, ὐπὲρ φύσιν ἀγῶνας διήνυσας, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, πανένδοξε Λοῦππε, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Μάρτυς ἀκαθαίρετος τοῦ Χριστοῦ, Λοῦππε ἀνεδείχθης, ἐν ἀγῶσι καταβαλών, τῶν ἀντικειμένων, ἐχθρῶν τὰς παρατάξεις}διὸ καὶ ἐδοξάσθης, ἀξίως ἔνδοξε.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Μάρτυρας Ἐπίσκοπος Σιρμίου


Ἡ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε ἀνάλογη μὲ τὴ θερμὴ πίστη του πρὸς τὸν Χριστό. Ἦταν ἐπίσκοπος Σιρμίου, πρωτεύουσας τῆς Παννονίας. Σὰν ποιμενάρχης ἦταν ἁγνός, δραστήριος, γεμάτος εἰλικρινὴ ἀγάπη γιὰ τὸ ποίμνιό του, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγαποῦσε, ὥστε ἦταν ἀποφασισμένος νὰ δώσει καὶ τὴν ζωή του γι’ αὐτό, σὰν γνήσιος μιμητὴς τοῦ ἀρχιποιμένα Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Δηλαδή, ὁ καλὸς ποιμένας παραδίδει τὴν ζωή του γιὰ νὰ ἀπομακρύνει κάθε κίνδυνο ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴ ζωή τους.
Ἀργότερα, ὁ Εἰρηναῖος καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλης ὅτι παρέσυρε στὴ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ εἰδωλολάτρες. Τότε συνελήφθη καί, ὅταν ὁ ἡγεμόνας Πρόβος τὸν ρώτησε ἂν ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγοροῦν, αὐτὸς ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως προσευχήθηκε μπροστά του.
Ὁ ἡγεμόνας ἀμέσως τὸν φυλάκισε καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσε, τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔριξε τὸ κεφάλι του στὸν ποταμὸ Σαῦο.

22/8/12

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ Πυρσῷ τῆς Εὐρυτανίας

Πρόκειται γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, ποὺ βρίσκεται στὸ Μοναστῆρι τοῦ Προυσοῦ. Τὴ θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου λέγεται ὅτι τὴν ζωγράφισε ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς καὶ ᾖλθε ἀπὸ τὴν Προῦσα τῆς Μ. Ἀσίας (σύμφωνα μὲ τὸ χειρόγραφο 3 τοῦ κώδικα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Προυσιωτίσσης). Τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Προῦσα κάποιος εὐγενὴς νέος στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας (829) ἐπὶ εἰκονομάχου βασιλέως Θεοφίλου. Στὸ δρόμο ὅμως γιὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἔχασε καὶ ἡ εἰκόνα ἀποκαλύφθηκε θαυματουργικὰ σὲ ἕνα τσοπανόπουλο, μὲ μιὰ στήλη φωτὸς σὰν πυρσὸς – γι’ αὐτὸ πῆρε καὶ τὴν ἐπωνυμία Πυρσὸς – στὸ μέρος ὅπου ἦταν κρυμμένη. Ὁ νέος, ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴν Πάτρα, ὅταν τὸ ἔμαθε θέλησε νὰ τὴν πάρει. Ἀλλὰ ἡ εἰκόνα θαυματουργικὰ γύρισε καὶ πάλι στὸ ἄγριο μέρος τῆς Εὐρυτανίας, ὅπου ἀποκαλύφθηκε στοὺς ντόπιους βοσκούς. Τότε ὁ νέος, μαζὶ μὲ ἕναν ὑπηρέτη του, πῆγαν καὶ αὐτοὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔγιναν μοναχοὶ μετανομασθέντες Διονύσιος καὶ Τιμόθεος ἀντίστοιχα.
Στὸ Μοναστῆρι λοιπὸν αὐτό, γίνεται μέχρι καὶ σήμερα μεγάλο πανηγύρι καὶ πλῆθος κόσμου συρρέει γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴν θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

21/8/12

Ὁ Ἅγιος Θαδδαῖος ὁ Ἀπόστολος


Ἑβραῖος ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα ὁ Θαδδαῖος καὶ πολὺ μορφωμένος στὶς θεῖες Γραφές, εἶχε ἀνεβεῖ στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ προσκύνημα τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ὅταν ἄκουσε τὸ κήρυγμά του καὶ εἶδε τὴν ἀγγελική του ζωή, τόσο πολὺ ἐντυπωσιάστηκε, ὥστε ἐπεδίωξε καὶ βαπτίστηκε ἀπ’ αὐτόν. Μετὰ ὅμως, ὅταν ἄκουσε τὴν διδασκαλία καὶ εἶδε τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀκολούθησε μέχρι τὸ σωτήριο Πᾶθος.
Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του, τὴν Ἔδεσσα. Ἐκεῖ καθάρισε ἀπὸ τὴ λέπρα τὸν τοπάρχη Αὔγαρο καὶ κατόπιν τὸν βάπτισε χριστιανό. Ἀφοῦ δίδαξε καὶ φώτισε μὲ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας πολλοὺς καὶ ἵδρυσε πολλὲς ἐκκλησίες στὶς πόλεις τῆς Συρίας, ἔφθασε στὴν Βηρυτό. Ὁ Θαδδαῖος καὶ ἐκεῖ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δίδαξε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βάπτισε πολλούς. Τελικά, ἐκεῖ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμά του, ἀφοῦ στὴν ζωή του ἐφάρμοσε πλήρως τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντας αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Πηγαίνετε, δηλαδή, καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντας αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Μ. Γαλανός, γιὰ τὸν Ἀπόστολο αὐτὸν ἀναφέρει: «Μερικοὶ ὑποθέτουν, ὅτι πρόκειται γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς 70 ἀποστόλους, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα, ἦταν ὅμως Ἰουδαῖος. Ἄλλα βέβαιο μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θαδδαῖος εἶναι ὁ ὑπὸ τὸ ὄνομα αὐτὸ φερόμενος μεταξὺ τῶν Δώδεκα. Ὀνομαζόταν δὲ ἀλλιῶς καὶ Λεββαῖος καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ. Σὲ αὐτὸν ἀνήκει καὶ ἡ ἐπιστολὴ Ἰούδα στὸ Εὐαγγέλιο. Διότι καθ’ αὐτὸ Ἰούδας ὀνομαζόταν, τὰ δὲ ἄλλα δυὸ ὀνόματα ἦταν πρόσθετα, ὅπως συμβαίνει πάντοτε στοὺς Ἰουδαίους μέχρι καὶ σήμερα. Ὁ Θαδδαῖος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Μεσοποταμία, ὅπου καὶ ἔλαβε μαρτυρικὸ θάνατο».

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Θεοῦ τοῦ ἐν σώματι, ἐπιφανέντος ἡμῖν, αὐτόπτης γενόμενος, καὶ ἱερὸς μαθητής, Θαδδαῖε Ἀπόστολε, ἔλαμψας τοὶς ἐν σκότει, τὴν σωτήριον χάριν· ὤφθης τῶν ἐν Ἐδέσσῃ, ἰατὴρ λαμπαδοῦχος· διὸ τοὺς προσιόντας σοι, σκέπε ἑκάστοτε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτὴ χαρμόσυνος, τοῦ Ἀποστόλου ἐπέστη· εὐφροσύνως σήμερον, ἐπιτελέσωμεν ταύτην· νέμει γάρ, τοῖς αὐτὸν πίστει ἀεὶ τιμῶσι, λύτρωσιν, ἁμαρτημάτων καὶ ῥῶσιν θείαν· καὶ γὰρ ἔχει παρρησίαν, ὡς θεῖος μύστης Χριστοῦ τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλη τοῦ Σωτῆρος καταυγασθείς, τούτῳ προσπελάσας, ὦ Θαδδαῖε ὡς μαθητής· ἔνθεν ἐν Ἐδέσσῃ, ὡς ἥλιος ἐπέστης, φωτίζων καὶ στηρίζων, τοὺς προσιόντας σοι.

20/8/12

Ὁ Προφήτης Σαμουὴλ


Γεννήθηκε στὴν Ἀρμαθαὶμ Σιφὰ στὸ ὄρος Ἐφραίμ, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ. Ἦταν γιὸς τοῦ Ἐλκανᾶ καὶ τῆς Ἄννας, ἡ ὁποία ἦταν στεῖρα καὶ διὰ τῆς προσευχῆς ὁ Θεὸς τῆς χάρισε παιδί, τὸν Σαμουήλ, ποὺ τὸν ἀφιέρωσε στὸ Θεὸ γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη της.
Ὁ Σαμουὴλ ὅταν μεγάλωσε, ὑπηρέτησε τὸν Κύριο καὶ ἔγινε μέγας προφήτης καὶ κριτὴς τοῦ λαοῦ δικαιότατος. Αὐτὸς ἔχρισε βασιλεῖς , τὸ Σαοὺλ καὶ τὸ Δαυΐδ, προφήτευσε 40 χρόνια καὶ πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα.
Ἃς ἀναφέρουμε, ὅμως, μερικοὺς οἰκοδομητικοὺς λόγους του, ποὺ ξεφώνησε στὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς λαοὺς κάθε ἐποχῆς. Λέει λοιπόν:
«Ἐὰν φοβηθεῖτε τὸν Κύριον καὶ δουλεύσητε αὐτῷ καὶ ἀκούσητε τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ μὴ ἐρίσητε τῷ στόματι Κυρίου καὶ ἦτε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ βασιλεύων ἐφ’ ὑμῶν ὀπίσω Κυρίου πορευόμενοι ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου... ἔσται χεὶρ Κυρίου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν βασιλέα ὑμῶν».
Δηλαδή, ἂν φοβᾶστε καὶ ὑπολογίζετε τὸν Κύριο, καὶ Τὸν λατρεύετε καὶ ὑπακούετε στὰ προστάγματά Του, καὶ δὲν ἀντιδράσετε πρὸς αὐτὰ πού σας παραγγέλλει ὁ Κύριος, καὶ ἀκολουθεῖτε σταθερὰ καὶ σεῖς καὶ ὁ κυβερνήτης πού σας κυβερνᾷ τὸ δρόμο πού σας ὑποδεικνύει ὁ Κύριος, σᾶς λέγω ὅλα θὰ πηγαίνουν καλά. Θὰ ἔχετε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου. Ἂν ὅμως δὲν ὑπακούσετε στὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου, τότε θὰ πέσει ἐπάνω σὲ σᾶς καὶ τὸν κυβερνήτη σας, βαρὺ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου καὶ θὰ τιμωρηθεῖτε.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, δικαιοσύνης καρπός, προφαίνων τὴν μέλλουσαν, εὐεργεσίαν ἡμῖν, Σαμουὴλ θεσπέσιε· ὅθεν ἱερατεύσας, παιδιόθεν Κυρίῳ, ἔχρισας ὡς Προφήτης, Βασιλεῖς θείῳ μύρῳ. Καὶ νῦν τῶν σὲ εὐφημούντων, μάκαρ μνημόνευε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὥσπερ υἱὸς θεαίτητος, δῶρον Θεῷ προσήνεξαι, προφητικῆς ἐκ παιδὸς ἀξιούμενος, ἐκφαντορίας κτείττονος· διὰ τοῦτο Κυρίῳ, τὰ ἐν Νόμῳ προσενέγκας καρπώματα, Σαμουὴλ ἐδοξάσθης, ὡς μύστης τῆς θείας χάριστος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἱερώτατε Σαμουήλ, ὁ Θεῷ ἐκ βρέφους, φερωνύμως προσκληρωθείς· χαίροις ὀ τὰ πόρρω, ὡς ἐνεστῶτα βλέπων, προφητικῶν χαρίτων, χαῖρε κειμήλιον.

Ὁ Ἅγιος Λούκιος ὁ βουλευτὴς


Πολλὲς δυνάμεις ἀνακάλυψε ὁ ἄνθρωπος στὴν ἐποχή μας. Δυνάμεις μεγάλες καὶ καταπληκτικὲς μὲ τὶς ὁποῖες πέτυχε καὶ καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα.
Κι ὅμως πάνω ἀπὸ αὐτὲς τὶς δυνάμεις στέκει καὶ θὰ στέκει πάντα μία ἄλλη δύναμη. Δύναμη ὄχι ὑλικὴ καὶ πεπερασμένη, ἀλλὰ πνευματικὴ καὶ θεία. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς πίστεως.
Ἡ δύναμη αὐτὴ δὲν κατασκευάζει κανόνια καὶ νάρκες καὶ βόμβες ἀτομικὲς ποὺ κρημνίζουν καὶ καίουν καὶ καταστρέφουν τὰ πάντα.
Ἡ δύναμη αὐτὴ ἀνορθώνει ψυχές. Θεραπεύει ψυχικὰ τραύματα.
Ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο. Δημιουργεῖ θαύματα μεγάλα καὶ ἐξαίρετα. Τὰ ἠθικά, τὰ πνευματικά, τὰ ψυχικὰ θαύματα.
Πολλὰ τέτοια ὑπέροχα παραδείγματα δυνάμεως τῆς πίστεως βρίσκουμε στὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἁγίων καὶ μαρτύρων καὶ ἡρῴων της Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος μας.
Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ζωντανὸ κι ἐξαίρετο ἀποτελεῖ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λουκίου ποὺ τὴ μνήμη του γιορτάζουμε σήμερα.
Μιὰ γρήγορη ματιὰ στὴ ζωὴ του ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς δώσει.
Ἃς τὴν προσέξουμε.

Ἔζησε στὰ χρόνια τὰ παλιὰ καὶ δύσκολα, τῶν διωγμῶν τὰ χρόνια. Πατρίδα εἶχε τὴν Κυρήνη τῆς Λιβύης ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅπως ξέρουμε, καταγόταν κι ὁ Σίμωνας ὁ Κυρηναῖος. Αὐτὸς ποὺ ἀγγαρεύθηκε νὰ μεταφέρει τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου στὸν Γολγοθά. Πρέπει νὰ ἦταν γιὸς πλουσίας καὶ ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία φρόντισε νὰ τοῦ δώσει μία μεγάλη μόρφωση. Αὐτὸ τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὴν ξεχωριστὴ θέση ποὺ κατεῖχε στὴν κοινωνία τῆς Κυρήνης. Ἦταν βουλευτὴς καὶ σὰν ἔργο του εἶχε τὴν ἀπασχόλησή του μὲ τὶς δημόσιες ὑποθέσεις. Προτοῦ ἀκόμα γνωρίσει τὴ χριστιανικὴ θρησκεία διακρινόταν γιὰ τὴν εὐγένεια, τὴν καλωσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία του.

Στὸν χριστιανισμὸ προσῆλθε μετὰ ἀπὸ τὸ τρομερὸ μαρτύριο τοῦ ἐπισκόπου της Κυρήνης τοῦ ἱερομάρτυρος Θεοδώρου, ποὺ τὴ μνήμη του γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 4 Ἰουλίου. Τὸν ἀγῶνα του παρηκολούθησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος. Τὸν μάρτυρα κατήγγειλε ὁ ἴδιος ὁ γιὸς του ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα Λέων, στὸν τότε ἡγεμόνα τῆς πόλεως, τὸν Διγνιανό. Κι αὐτός, πιστὸ ὄργανο τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (299 μ.Χ.) ἔσπευσε νὰ ἐκδηλώσει πάνω στὸν καλοκάγαθο ἐπίσκοπο ὅλη τὴ σκληρότητά του, μὰ καὶ τὸ μῖσος του στὴ νέα θρησκεία.

Στὴν ἀρχὴ ὁ ἐπίσκοπος κλήθηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Στὴν ἄρνησή του νὰ πειθαρχήσει ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Πρῶτα – πρῶτα σκληρὸ μαστίγωμα μὲ λουριὰ ποὺ εἶχαν στὴν ἄκρη κομμάτια ἀπὸ μολύβι. Ὕστερα ξέσχισμα τοῦ κορμιοῦ μὲ μυτερὰ μαχαίρια καὶ τρίψιμο τῶν πληγῶν μὲ τρίχινα πανιὰ βουτηγμένα σὲ ξύδι καὶ ἁλάτι. Ἀκολούθησε τὸ κόψιμο τῆς γλώσσας τοῦ Ἁγίου μὲ ξυράφι καὶ τὸ πέταγμά της στὴ γῆ. Μερικὲς πιστὲς γυναῖκες, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Μάρτυρα ἔσκυψαν πῆραν τὴ γλῶσσα καὶ τοῦ τὴν ἔδωσαν. Κι ὁ Ἅγιος ἀφοῦ πῆρε τὸ κομμένο αὐτὸ μέλος μὲ τὸ ὅποιο δοξολογοῦσε κάθε μέρα τὸν Κύριο καὶ παρηγοροῦσε κι ἐνίσχυε τὰ πνευματικὰ του παιδιά, τὴν ἔβαλε στὸ στῆθος καὶ προχώρησε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ποὺ βάδιζε δοξολογώντας τὸν Πανάγαθο Θεὸ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἔκαμε νὰ ὑποφέρει γιὰ τὴν πίστη του, ἕνα περιστέρι τὸν πλησίασε κι ἄρχισε νὰ πετὰ γύρω του. Τὴν ἴδια ὥρα κι ἕνα παγῶνι ᾖρθε καὶ κάθησε στὸ παράθυρο τῆς φυλακῆς μέσα στὴν ὁποία ἔκλεισαν τὸν μάρτυρα. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ συγκίνησε τὴν εὐγενικιὰ ψυχὴ τοῦ Λούκιου, ποὺ μὲ συγκρατημένη ἀναπνοὴ παρακολουθοῦσε τὸν Ὁμολογητή. Τοῦτα τὰ παράδοξα σκέφτηκε ὁ εἰδωλολάτρης βουλευτής, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τυχαία. Μιὰ φλογερὴ ἐπιθυμία ἄναψε μέσα του νὰ γνωρίσει κι αὐτὸς τὴ θρησκεία τοῦ ἡρωικοῦ ἐπισκόπου. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ζήτησε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ στὸ κελὶ ποὺ ἦταν κλεισμένος. Τὸν βρῆκε γονατιστὸ νὰ προσεύχεται. Ἡ θεία χάρις εἶχε θεραπεύσει τὶς πληγές. Τὸ γεγονὸς τὸν συνετάραξε. Ὕστερα ἀπὸ πολλὴ ὥρα, ἀφοῦ ἀσπάσθηκε μὲ βαθὺ σεβασμὸ τὸ χέρι τοῦ μάρτυρα ἐπισκόπου, πίστεψε μὲ ὅλη τὴν καρδιά του στὸν Χριστὸ κι ἔσπευσε νὰ δεχθεῖ τὸ βάπτισμα.

Τὰ λόγια του Κυρίου, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοὶς οὐρανοίς» (Ματθ. ε’ 16) βρῆκαν στὸ πρόσωπο τοῦ πιστοῦ κι ἀλύγιστου Ἐπισκόπου πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους. Ὁ ἡρωϊσμός του, ἡ ὑπομονή του, ἡ ἀνεξικακία του, ἡ ὅλη συμπεριφορὰ του, ἔκαμαν τὸ θαῦμα τους. Ἡ ἀπροκατάληπτη καρδιὰ τοῦ εὐγενικοῦ εἰδωλολάτρη βουλευτῆ συγκλονίσθηκε καὶ πίστεψε.

Πόσα δὲν πρέπει νὰ πεῖ στὴν ψυχή μας καὶ τοῦτο τὸ γεγονός. Παραδείγματα θέλουμε νὰ ἰδοῦμε οἱ ἄνθρωποι κάθε φορὰ γιὰ νὰ πιστέψουμε. Καὶ πρότυπα γιὰ νὰ τὰ μιμηθοῦμε. Πουθενὰ ἀλλοῦ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τόσα παραδείγματα ἀνθρωπιάς, πίστεως καὶ ψυχικοῦ μεγαλείου, ὅσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐδῶ θὰ βροῦμε καὶ τὰ ἀληθινὰ πρότυπα ἀρετῆς ποὺ χρειαζόμαστε, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας. Ναί! Τὴν ἐποχή μας τὴν παραπαίουσα καὶ ἀγωνιζόμενη νὰ κάμει τὴ ζωὴ τῶν ἀλόγων ζῴων, ζωὴ δική της. Στ' ἀλήθεια! Τὰ λόγια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὧν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοὶς κτήνεσι τοὶς ἀνοήτοις καὶ ὠμοιώθη αὐτοίς» νομίζει κανεὶς πὼς εἰπώθηκαν καὶ γιὰ τὴν ἐποχή μας. Γι' αὐτὸ κι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ζεῖ μέσα στὸ ἄγχος καὶ δὲν γνωρίζει ὄχι «τί τέξεται ἢ ἐπιοῦσα», ἀλλὰ τί θὰ γίνει τὴν ἄλλη στιγμή.

Κι ὅμως ὑπάρχει τὸ φάρμακο τῆς θεραπείας μὰ καὶ τῆς σωτηρίας. Μᾶς τὸ δείχνει ὁ βουλευτής μας ὁ Λούκιος. Σὰν εἶδε, μὲ πόσο θάρρος ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος ἀντιμετώπισε τὰ ἀνήκουστα μαρτύρια στὰ ὁποῖα ὁ φίλος του ἡγεμόνας Διγνιανὸς ὑπέβαλε τὸν Μάρτυρα, κι ὅμως αὐτὸς μιμούμενος τὸν Πρωτομάρτυρα τοῦ Γολγοθᾶ, ἀντὶ νὰ βλαστημᾷ καὶ νὰ ὑβρίζει τοὺς βασανιστὲς προσευχόταν γι’ αὐτούς, δὲν δίστασε νὰ πιστέψει καὶ νὰ βαπτισθεῖ. Ἡ δόξα κι οἱ ἀνέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε ἡ θέση του, δὲν τὸν ἐμπόδισαν. Πίστεψε. Πίστεψε βαθιά. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ σπεύδει μάλιστα μὲ ἔργα νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀγάπη του στὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ. Ἡ τεράστια περιουσία του δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ τὴν ἐκποιήσει καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ διαθέσει στοὺς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, τοὺς πάσχοντες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες. Ἡ δραστηριότητά του, κι ὁ ἔνθεος ζῆλος του γιὰ τὸν Χριστό, κινεῖ τὴν περιέργεια τοῦ φίλου του ἡγεμόνα Διγνιανοῦ, ποὺ τὸν καλεῖ στὸ μέγαρό του γιὰ νὰ μάθει τί τοῦ συμβαίνει. Ἐκεῖ ὁ νεοσύλλεκτος στοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη, μὲ ζῆλο θεϊκὸ κι ἀγάπη φλογερὴ γίνεται ὁ χειραγωγὸς τοῦ ἡγεμόνα στὴ νέα θρησκεία:

- Διγνιανέ, μιὰ τέτοια ἀρετὴ κι ἕνας τέτοιος ἡρωισμὸς σὰν τοῦ γέροντα ἐπισκόπου προϋποθέτει μία ἀνώτερη πηγὴ ἐμπνεύσεως, λέγει στὸν φίλο του ὁ Λούκιος. Στὴ φυλακὴ ποὺ πῆγα, βρῆκα τὸν ἐπίσκοπο γονατιστὸ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ζητᾷ ἀπὸ τὸν Χριστό του καὶ Θεό μας, νὰ μᾶς συγχωρήσει γιὰ τὰ βασανιστήρια στὰ ὁποῖα τὸν ὑπέβαλες. Φίλε μου, εἶναι σκληρὸ γιὰ μᾶς νὰ κλείουμε τὰ μάτια μπροστὰ στὴν ἀλήθεια. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ποὺ γιὰ τὴ δική μας τὴ σωτηρία ἔγινε ἄνθρωπος κι ᾖλθε στὸν κόσμο κι ἔπαθε γιὰ μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν κακῶν, τὴν ἁμαρτία.

Τὰ λόγια του Λούκιου κι ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἔχυσαν νέο φῶς στὴν ψυχὴ τοῦ ἡγεμόνα. Ἡ διδασκαλία συνεχίστηκε μέχρι ποὺ μιὰ βραδυὰ ὁ ἄρχοντας, συντετριμμένος γιὰ ὅσα εἶχε διατάξει νὰ κάμουν στοὺς χριστιανούς, πετάχτηκε ἀπὸ τὸ κάθισμά του καὶ πέφτοντας στὰ γόνατα μὲ σπασμένη φωνὴ εἶπε στὸν Λούκιο.
- Φίλε μου, πιστεύω κι ἐγὼ στὸν Χριστό. Ναί! Πιστεύω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά.

Τὴν ἴδια βραδιὰ ἕνας ἱερέας κλήθηκε στὸ ἀρχοντικό. Ἡ κατήχηση τοῦ ἄρχοντα συμπληρώθηκε καὶ ἀκολούθησε τὸ βάπτισμα. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες οἱ δυὸ φίλοι Διγνιανὸς καὶ Λούκιος ἐγκαταλείπουν τὴν Κυρήνη καὶ μ’ ἕνα πλοιάριο φεύγουν κι ἔρχονται στὴν Κύπρο. Ἔρχονται, πρῶτα γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ ἕνα γνωστὸ περιβάλλον ἀπὸ τὸ ὁποῖο κινδύνευαν κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα. Κι ὕστερα γιατί θέλουν τὸ φῶς ποὺ ἀπέκτησαν νὰ τὸ προσφέρουν καὶ σὲ ἄλλους. Αὐτὸ γίνεται πάντα στὶς ἀληθινὰ εὐγενικὲς καρδιές. Γράψαμε κι ἀλλοῦ, πὼς ἕνας ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι δὲν θέλει ποτὲ νὰ κρατήσει τὴ γεύση του μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Θέλει νὰ κάμει κι ἄλλους πολλοὺς μέτοχούς της χαρᾶς του. Αὐτὸ γίνηκε καὶ μὲ τοὺς δύο νεοσύλλεκτους ὀπαδοὺς τοῦ Χριστοῦ. Θέλουν τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ δοκιμάζουν οἱ ἴδιοι μὲ τὸν θησαυρὸ ποὺ βρῆκαν, τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὴν προσφέρουν καὶ σὲ ἄλλους. Μιὰ τέτοια προσπάθεια φυσικὰ δὲν γίνεται εὔκολα κι ἀκίνδυνα. Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Κυρίου «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἶνα τὶς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῆ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιε’ 13), συνέχουν τὴν καρδιά τους. Δηλαδὴ τὸ νὰ θυσιάσει κανεὶς τὴ ζωή του γιὰ χάρη τῶν φίλων του, αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀγάπη. Ἔτσι ἔνοιωθαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τὴν ἀγάπη.

Ἔτσι τὴν ἔζησαν οἱ Ἅγιοι κι οἱ Μάρτυρες. Ἔτσι τὴν αἰσθάνονται, πρέπει νὰ τὴν αἰσθάνονται κι ὅλοι οἱ γνήσιοι χριστιανοί. Γιατί ἔτσι τὴν θέλει ὁ Κύριος μας. Γιὰ τὸν χριστιανό, τὸν κάθε ἀληθινὸ χριστιανὸ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας εἶναι καθῆκον. Εἶναι νόμος. «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης της καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης της ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης της ἰσχῦος σου καὶ ἐξ ὅλης της διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Λουκ. ι’ 27) τονίζει αὐτὸς ὁ Κύριος. Ὁ κάθε ἄνθρωπος, εἴτε φίλος, εἴτε ἐχθρὸς εἶναι πλησίον μας. Καὶ σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε τὴν ἀγάπη μας.

Τὴν ἀγάπη τους σπεύδουν νὰ δείξουν κι οἱ φίλοι Διγνιανὸς καὶ Λούκιος στοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ μόλις ἔφτασαν σ’ αὐτό. Μὲ ἐνθουσιασμό, ἀλλὰ καὶ σύνεση κινοῦνται οἱ χθεσινοὶ διῶκτες καὶ τώρα φλογεροὶ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

Μὰ οἱ μέρες εἶναι δύσκολες. Τὸ κῦμα τοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν τοῦ σκληροῦ καὶ ἀπάνθρωπου αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ ἔφτασε καὶ στὴν Κύπρο. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δὲν ἔχουν ποὺ νὰ σταθοῦν. Καθημερινὰ πλῆθος οἱ χριστιανοὶ συλλαμβάνονται καὶ ὁδηγοῦνται στὶς φυλακὲς καὶ τὰ βασανιστήρια. Κάποια μέρα σὲ μία σαρωτικὴ ἐξόρμηση τῶν διωκτῶν συνελήφθηκε καὶ ὁ Λούκιος. Δέσμιος ὁδηγεῖται μπροστὰ στὸν ἔπαρχο τῆς πόλης καὶ τοῦ ζητεῖται νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος φυσικὰ ἀρνεῖται. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ σκέψη τοῦ μάρτυρα φέρει μπροστὰ του τὴν ἡρωικὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἐπισκόπου της Κυρήνης, τοῦ ἱερομάρτυρα Θεοδώρου, τοῦ ὁποίου τὸ παράδειγμα προσπαθεῖ νὰ μιμηθεῖ. Τὰ λόγια του θείου Ἀποστόλου Παύλου «μιμηταί μου γίνεσθε καθὼς καγῶ Χριστοῦ», (Α’ Κορ. ια’ 1) νομίζει πὼς τὰ ἀκούει νὰ τὸν καλοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἱερομάρτυρος. Ἀπὸ τὶς σκέψεις του αὐτὲς τὸν διακόπτει ξαφνικὰ ἡ φωνὴ τοῦ ἔπαρχου:
- Ἐμπρός! Μὴ καθυστερεῖς. Ἔλα ἀφηρημένε. Ἔλα νὰ θυσιάσεις στοὺς μεγάλους θεούς μας.

Στὴν κραυγὴ τοῦ ἔπαρχου, ὁ Λούκιος συνῆλθε. Εἶδε γύρω του τοὺς δήμιους νὰ τὸν περιμένουν. Καὶ στὸ βάθος μερικὲς μορφὲς νὰ τὸν κοιτάζουν μὲ συμπάθεια. Ἀνάμεσά τους διέκρινε καὶ τὸν φίλο καὶ συνεργάτη τοῦ Διγνιανό, ποὺ τὸν κοίταζε καὶ αὐτὸς μὲ λαχτάρα καὶ ἀγωνία ν’ ἀκούσει τὴν ἀπάντησή του, καὶ μὲ παρρησία καὶ θάρρος ἀπαντᾷ:
- Οἱ πέτρες καὶ τὰ ξόανα δὲν χρειάζονται θυσίες. «Στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται, οὐδὲ γὰρ ἔστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ὅμοιοι αὐτοὶς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ’ αὐτοίς» (ψαλμ. ρλε’ 17 – 18). Δηλαδὴ οἱ θεοί σας ποὺ εἶναι πέτρες καὶ ξύλα ποὺ κατειργάσθηκαν χέρια ἀνθρώπινα, καὶ προσέδωκαν σὲ αὐτὰ τὴ μορφὴ τοῦ εἰδώλου ἔχουν στόμα ἀλλὰ δὲν θὰ μιλήσουν ποτέ. Ἔχουν καὶ μάτια, ἀλλὰ δὲν θὰ ἴδουν ποτέ. Ἔχουν καὶ αὐτιά, ἀλλὰ ποτὲς δὲν θὰ ἀκούσουν, γιατί οὔτε πνοὴ ὑπάρχει στὸ στόμα τους. Ὅμοιοι μὲ αὐτοὺς τοὺς ἄψυχους καὶ ἀναίσθητους θεούς, εἴθε νὰ γίνουν κι ὅλοι ὅσοι κατασκευάζουν τὰ εἴδωλα αὐτά, κι ὅσοι πιστεύουν σ' αὐτά.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ἀφοῦ κοίταξε μπροστὰ του τὸν βωμὸ στὸν ὁποῖο τὸν διέταξαν νὰ προσφέρει θυμίαμα λατρείας στὸν ἀνύπαρκτο θεό, σήκωσε τὸ πόδι καὶ κλώτσησε τὸν βωμὸ καὶ τὸ ἄγαλμα ποὺ ἦταν μπροστά του. Βωμὸς καὶ ἄγαλμα γκρεμίστηκαν. Μὰ τὴν ἴδια ὥρα βροντερὴ ἀντήχησε καὶ πάλι τοῦ ἔπαρχου ἡ φωνή:
- Σκοτῶστε τὸν βέβηλο.

Ἕνας δήμιος ποὺ στεκόταν δίπλα σήκωσε τὸ τσεκοῦρι ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι καὶ κτύπησε τὸν ὁμολογητὴ στὸ κεφάλι. Τὸ σῶμα κυλίστηκε κάτω λουσμένο στὰ αἵματα. Ἕνας ἄλλος ἀπέκοψε μὲ μαχαῖρι τὸ κεφάλι καὶ τὸ πέταξε. Ἕνα ἐπιφώνημα χαρὰς ἀκούστηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Κι ἕνας στεναγμὸς ἀνακούφισης ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ βρισκόντουσαν ἐκεῖ καὶ παρακολουθοῦσαν τὴν ὅλη σκηνή. Στεναγμὸς ἀνακούφισης, ἀλλὰ καὶ θαυμασμοῦ γιὰ τὴν παρρησία καὶ τὸ θάρρος τοῦ Μάρτυρα.

Ὅταν τὸ πλῆθος διαλύθηκε, ὁ Διγνιανὸς μὲ μερικοὺς ἄλλους χριστιανοὺς πῆγαν, ἔδωκαν μερικὰ χρήματα στοὺς φρουροὺς καὶ πῆραν τὸ ἅγιο λείψανο· καὶ ἀφοῦ τὸ καθάρισαν ἀπὸ τὰ αἵματα καὶ τὸ ἔπλυναν μὲ τὰ δάκρυα τῆς στοργῆς καὶ τῆς ἀγάπης τους, τὸ κήδεψαν κοντὰ σὲ ἄλλα λείψανα μαρτύρων.
Ἔτσι ἔκλεισε ἡ ζωὴ τοῦ βουλευτῆ τῆς Κυρήνης, τοῦ Λούκιου στὸ ἀγαπημένο μας νησί. Μὲ τὴ θυσία του, ἅγιασε κι αὐτὸς τὰ χώματα τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων, τῆς Κύπρου μας. Στὸν οὐρανὸ ἡ ἅγια ψυχή του μαζὶ μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων Ἁγίων καὶ Μαρτύρων τῆς Πίστεώς μας, ἀναπέμπουν δοξολογίες στὸν Ὕψιστο καὶ δέονται νυχθημερὸν στὸν Μεγάλο Πατέρα γιὰ μᾶς. Δέονται, ἀλλὰ καὶ προβάλλοντας τὴ ζωή τους γιὰ παράδειγμα, μᾶς καλοῦν νὰ τοὺς μιμηθοῦμε.
Ἄλλωστε «μνήμη μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος». Ἡ πιὸ μεγάλη τιμὴ γιὰ ἕνα μάρτυρα εἶναι νὰ μιμηθοῦμε οἱ πιστοὶ τὴν ζωή του. Σὲ αὐτὴ τὴν μίμηση μᾶς προσκαλοῦν οἱ Ἅγιοί μας κι ἰδιαίτερα ὁ μάρτυρας Λούκιος.

Μάρτυρες ζητᾷ κι ἡ ἐποχή μας, γιατί δὲν ἔχει. Σήμερα ἔχουμε ἐπιστήμονες καὶ τεχνῖτες. Ἔχουμε ἠθοποιοὺς καὶ καλλιτέχνες. Ἔχουμε ποδοσφαιριστὲς καὶ ἀθλητές. Ἔχουμε «χριστιανούς» μὰ δὲν ἔχουμε φλογεροὺς ὁμολογητές. Λείπουν οἱ χριστιανοὶ τῶν ἔργων. Ὑπάρχουν μόνον οἱ χριστιανοὶ τῶν τύπων. Γι’ αὐτὸ κι οἱ ἐχθροί μας πατᾶνε στὰ στήθη καὶ μᾶς κοροϊδεύουν. Καιρὸς ὅλοι νὰ συνέλθομε. Ἄρχοντες καὶ λαὸς νὰ ξυπνήσουμε ἀπὸ τὸν λήθαργο στὸν ὁποῖο μας ἔρριψε ἕνας ἄκρατος εὐδαιμονισμός. Ὁ τόπος αὐτός, τὸ τονίζουμε ἀκόμη μιὰ φορά, εἶναι τόπος ἁγίων καὶ μαρτύρων. Κάθε κοιλάδα καὶ λόφος εἶναι ποτισμένοι μὲ τὸ αἷμα κάποιου ἢ κάποιων μαρτύρων. Ἀλλὰ καὶ ἡ γῆ τοῦ νησιοῦ μας εἶναι σπαρμένη μὲ κόκαλα ἁγίων μορφῶν, ποὺ ἐδῶ ἔζησαν καὶ μαρτύρησαν καὶ ἅγιασαν τοῦτο τὸν τόπο. Ὅλοι αὐτοί μας καλοῦνε σὲ ψυχικὸ συναγερμό. Οἱ ἅγιες μορφές τους ποὺ εἶναι ζωγραφισμένες στὶς εἰκόνες, μᾶς καλοῦν νὰ μιμηθοῦμε τὴν πίστη τους, τὴν ἀρετή τους, καὶ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς σύγχρονες ἔμψυχες εἰκόνες.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν. «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἴμι» μας φωνάζει καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο μονάχα θὰ μπορέσουμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβιώσουμε καὶ νὰ ἰδοῦμε τὴν Κύπρο μας εὐτυχισμένη, δοξασμένη, εὐλογημένη.
 
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου σου μάρτυρος Λουκίου, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.