Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀτεκνίας τῶν γονέων του, ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή τους καὶ τοὺς χάρισε ἕνα τέκνο, τὸ ὁποῖο ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητας τοῦ Ἁγίου, οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦσαν διὰ τῆς βίας νὰ κάνουν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.Ὁ Γεώργιος ἀρνήθηκε, οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Γεωργίου τοῦ ὑποσχέθηκε πλούτη καὶ τιμὲς ἀπὸ τὸν σουλτάνο Σελίνα (1512 – 1520). Ὁ Ἅγιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Τοῦρκος κυβερνήτης ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν τὸν Ἅγιο καὶ τέλος νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά, ὅπου τελειώθηκε λαμβάνοντας τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ὅμως ξαφνικὰ ἔπιασε δυνατὴ βροχή, ἡ ὁποία ἔσβησε τὴ φωτιά. Ὅταν νύχτωσε, ἕνα φῶς ἀκτινοβολοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Ἕνας εὐλαβὴς ἱερέας τὰ περισυνέλεξε καὶ τὰ ἐνταφίασε μὲ τιμή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου βρέθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὴν πόλη Σρέντσε τῆς Βουλγαρίας.
26/5/12
Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μακαρίου
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του στις 17 Μαρτίου.
Ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ἔγινε στὶς 26 Μαΐου τοῦ 1521. Ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν πόλη Δμητρώφ, ὁ Μιχαὴλ Βορονικώφ, προσέφερε χρήματα γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς πέτρινης ἐκκλησίας ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ξύλινης, ποὺ ὑπῆρχε στὸ μοναστήρι τοῦ Κολγιαζίν. Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Ἰωάσαφ, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ στὸ σημεῖο ποὺ προοριζόταν νὰ κτισθεῖ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ εὐλόγησε τὸ σκάψιμο τοῦ ἐδάφους γιὰ τὴν διάνοιξη τῶν θεμελίων. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν προέκυψε ἕνα πολύτιμο εὕρημα. Βρέθηκε ἕνα ἄφθαρτο φέρετρο ποὺ μοσχοβολοῦσε. Ὁ ἡγούμενος Ἰωάσαφ ἀναγνώρισε ἀμέσως τὸ φέρετρο τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς, τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1483. Ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς, μὲ τὴν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐπιτέλεσε μνημόσυνο ἐπάνω στὸ φέρετρο, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια μεταφέρθηκε στὸ ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ ἄφθαρτα τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου ἄρχισαν νὰ ἐπιτελοῦν θαύματα καὶ θεραπεῖες ἀσθενῶν.Ἀργότερα τὰ ἱερὰ λείψανα μεταφέρθηκαν ἐπίσημα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τὸ 1547 ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐτιμᾶτο μόνο τοπικά, στὴ μονή του. Στὴ Σύνοδο τῆς Μόσχας, τὸ 1547, ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Μακαρίου (1543 – 1564), ὁ Ὅσιος Μακάριος κατετάγη στοὺς Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.
25/5/12
Μνήμη τρίτης εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου
Αὐτὴ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὡς δεύτερη εὕρεση, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ πρώτη (24 Φεβρουαρίου). Ἡ εὕρεση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο ἱερέα στὰ Κόμανα τῆς Καππαδοκίας, μέσα σὲ ἀργυρὴ θήκη, σὲ ἱερὸ τόπο καὶ μεταφέρθηκε μὲ μεγάλη ἐπισημότητα καὶ πομπὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατατέθηκε στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Ὡς θεῖον θησαύρισμα ἐγκεκρυμμένον τῇ γῇ, Χριστὸς ἀπεκάλυψε, τὴν Κεφαλήν σου ἡμῖν, Προφῆτα καὶ Πρόδρομε· πάντες οὖν συνελθόντες, ἐν τῇ ταύτης εὑρέσει, ᾄσμασι θεηγόροις, τὸν Σωτῆρα ὑμνοῦμεν, τὸν σῲζοντα ἡμᾶς ἐκ φθορᾶς, ταῖς ἱκεσίαις σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ῥόδον ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὑράμενοι, τὰς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, καὶ γὰρ πάλιν ὡς πρότερον, ἐν κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς οὐρανίων δωρεῶν πηγὴ θεόβρυτος
Τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκ βυθοῦ τῆς γῆς ἀνέλαμψε
Ἡ ἁγία Κεφαλή σου Χριστοῦ Προφῆτα
Ἧς τὴν τρίτην ἑορτάζοντες φανέρωσιν
Ἀνυμνοῦμεν τῶν θαυμάτων σου τὸ μέγεθοςΚαὶ βοῶμέν σοι, χαῖρε Λόγου ὁ Πρόδρομος.
Μεγαλυνάριον.Τρίτην τῆς παντίμου σου Κεφαλῆς, μνείαν ἐκτελοῦμεν, ἣν ἐδόξασεν ἡ Τριάς, Βαπτιστὰ Κυρίου· ἐκ γῆς γὰρ τρίτως ὤφθη, μετανοεῖτε πᾶσιν, ἀνακραυγάζουσα.
24/5/12
Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου
Βλέπετε αὐτὴ τὴν κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς χάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Πήγασε ἀπὸ θλίψη. Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δέ, τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο. Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴνταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν,«ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. β ,8 – 11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξουμε τὴν ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσουμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμό, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. β, 21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μιὰ ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σὲ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἐφ. α’, 20)
Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους καὶ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκᾶ κδ’, 50).
Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβή, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τὴ λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους.
Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατί δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο της καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι.
Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τοῦτο τὸ γλυκὸ καὶ σημαντικὸ καὶ συνηθισμένο του προσφώνημα. Τὴν διπλὴ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας.
Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα – φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατί εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του.
Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του καθ’ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του. Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατί κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατί καθιστᾶ φαγητό του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως. Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατί τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ’ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.
Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά. Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιά της μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.
Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. κδ’, 30).
Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε ὅλοι. Τὴν ἀνάληψη ὅμως δὲν θὰ πετύχουμε ὅλοι, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου σταύρωσαν τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς μετανοίας, μόνο αὐτοὶ θὰ ἀναληφθοῦν μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση σὲ νεφέλες πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου στὸν ἀέρα. (Α’ Θεσ. δ’, 17).Ἂς ἔρθουμε στὸ ὑπερῶο μας, στὸ νοῦ μας προσευχόμενοι, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου καὶ νὰ προσκυνήσουμε Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ ἐν τῷ Θαυμαστῷ ὄρει
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν καὶ ἡ μητέρα του Μάρθα, ἐνῶ ὁ πατέρας του Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος φονεύθηκε μέσα στὴν οἰκία του ποὺ κατέρρευσε ἀπὸ σεισμό, μὲ θεία ὑπόδειξη ὁδηγήθηκε στὴ Σελεύκεια καὶ παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ προστασία καὶ καθοδήγηση τοῦ περίφημου γιὰ τὶς ἀρετές του ἀσκητὴ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε κοντὰ στὸ ὄρος τοῦ χωριοῦ Πίλασα. Ἀπὸ αὐτὸν ὁ Ὅσιος Συμεὼν διδάχθηκε τὰ ὑψηλὰ διδάγματα τῆς Χριστιανικῆς πολιτείας. Μιμούμενος τὸν διδάσκαλό του ἀνήγειρε στύλο καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθε ἐπ’ αυτoῦ, παρέμεινε προσευχόμενος ἐπὶ δώδεκα ἔτη. Ἀφοῦ διέπρεψε στὴν ἀρετὴ καὶ ὁσιότητα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως καὶ τὴ διαφλέγουσα αὐτὸν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ, ἀξιώθηκε παρ’ Αὐτοῦ διὰ τῆς χάριτος τῆς προοράσεως καὶ τῆς θεραπείας κάθε ἀσθένειας.
Ἔτσι προανήγγειλε τὴν κοίμηση τοῦ διδασκάλου του, τὴν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἐφραίμ (545 μ.Χ.), τοὺς σεισμοὺς τῆς Ἀντιόχειας καὶ Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) καὶ ἄλλα γεγονότα.
Ἀφοῦ κατῆλθε ἀπὸ τὸν στύλο, μετέβη στὸ λεγόμενο Θαυμαστὸ ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ ἵδρυσε μοναστήρι γιὰ τοὺς μαθητές του, ἀνήγειρε γιὰ τὸν ἑαυτό του στύλο, καὶ ἀνεβασμένος ἐπὶ αὐτοῦ παρέμεινε προσευχόμενος ἐπὶ σαράντα ἔτη.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιοσύνης του εἶχε διαδοθεῖ σὲ ὅλη τὴ χώρα, πλῆθος δὲ συνέρεε πρὸς αὐτὸν αἰτώντας τὴν ἴαση καὶ τῆν εὐλογία του. Ὁ δὲ Ἐπίσκοπος Σελευκείας, ἀφοῦ προσῆλθε καὶ ἀνέβηκε στὸν στύλο, τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο.Ἔτσι θεοσεβῶς, μὲ κάθε σκληραγωγία, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Συμεών, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 590 μ.Χ., σὲ ἡλικία ὀγδόντα πέντε ἐτῶν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.Ὡς ἀείφωτος λύχνος δωρεῶν τῆς ἀσκήσεως, ἐν τῷ Θαυμαστῷ Πάτερ Ὄρει, διαπρέψας ἀνέλαμψας, καὶ κλίμακα ἐκ γῆς, πρὸς οὐρανὸν, τὸν στῦλόν σου ὑπέθου ἀληθῶς, Συμεὼν θαυματοφόρε τοῖς εὐσεβῶς, προστρέχουσι τῇ Μάνδρᾳ σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιο. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.Τὰ ἄνω ποθῶν, τῶν κάτω μεθιστάμενος, καὶ ἄλλον οὐρανόν, τὸν στῦλον τεκτηνάμενος, δι’ αὐτοῦ ἀπήστραψας, τῶν θαυμάτων τὴν αἴγλην Ὅσιε, καὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύεις ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.Ὄρος κατοικήσας τὸ Θαυμαστόν, τὸν ἐξ αἰωνίων, ἀπαυγάζοντα θαυμαστῶς, ὀρέων Δεσπότην, δοξάσας θείοις πόνοις, λαμπρῶς ἐθαυμαστώθης, Συμεὼν Ὅσιε.
Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ἐξ Εὐρύχου Κύπρου
Δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακός, ὁ ἀσκητὴς τῆς Εὐρύχου. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του εἶναι ὅτι ἀπὸ βρέφος «ἐγένου τοῦ Κυρίου ἐραστής». Ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ἀκολούθησε. Ἄφησε τὸν κόσμο καὶ ἔγινε πολιστὴς τῆς ἐρήμου καὶ ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας.
Στὸ ἀσκητήριό του τὸν ἐπισκέπτονταν πλήθη πιστῶν, γιὰ νὰ τὸν δοῦν, νὰ τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ λάβουν τῆν εὐχή του. Καὶ ὁ Ὅσιος τοὺς δεχόταν ὅλους μὲ ἀγάπη καὶ ὑπομονή. Τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε. Τοὺς συμβούλευε νὰ ἀφήσουν τὰ μίση καὶ τὶς κακίες μεταξύ τους καὶ νὰ μετανοήσουν.
Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.«Φέρων τὸν σταυρὸν ἐπ’ ὤμων σου… καὶ πάθη θανατώσας τὰ τοῦ σώματος συντόνοις ἀγρυπνίαις καὶ δεήσεσι χάριν ἀπείληφας, Ὅσιε, τοῦ θεραπεύειν νοσήματα», γράφει ὁ ὑμνογράφος. Καθημερινὰ στὸ κελλί του, μαζὶ μὲ τὴν διδασκαλία ποὺ προσέφερε, θεράπευε ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες.Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὡς ἄγγελος στὴν ψυχή καὶ Θαυματουργός, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Στυλίτης
Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Νικήτας ἔζησε τὸν 12ο αἰώνα μ.Χ. στὴν πόλη Περεγιασλάβλ τῆς Ρωσίας. Ἐργαζόταν ὡς φοροεισπράκτορας τοῦ πρίγκιπα Ντολγκορούκιγ καὶ εἰσέπραττε ἀπὸ τοὺς φορολογούμενους τεράστια ποσά, ποὺ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς πόλεως καὶ ἑνὸς ναοῦ. Πέρασαν ἔτσι πολλὰ χρόνια. Ἀλλὰ ὁ φιλεύσπλαχνος Θεός, ποὺ θέλει ὅλοι νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ μετάνοια καὶ νὰ σωθοῦν, δὲν ἐγκατέλειψε τὸν Νικήτα καὶ προετοίμασε τὴν ὁδὸ τῆς ἐπιστροφής του. Ὅταν μία ἡμέρα ὁ Νικήτας πῆγε στὴν ἐκκλησία, ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Προφήτου Ἡσαΐα: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ῥύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καὶ δικαιώσατε χήραν». Ἡ κεκοιμημένη συνείδησή του ξύπνησε καὶ ὁδηγήθηκε σὲ μεταμέλεια. Ἔτρεξε ἀμέσως στὴ μονὴ τοῦ Περεγιασλὰβλ – Ζαλέσκϊυ, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικήτα, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του.
Ὁ γέροντας πνευματικός, γιὰ νὰ διαπιστώσει τὴν εἰλικρίνεια τοῦ ἐξομολογουμένου, τοῦ ἔδωσε τὴν πρώτη ἐντολή : νὰ σταθεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες στὶς πύλες τῆς μονῆς καὶ νὰ ὁμολογεῖ δημοσίως τὰ ἁμαρτήματά του. Μὲ βαθιὰ ταπείνωση ὁ Νικήτας ἔκανε ὑπακοή.
Ἔτσι μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐκάρη μοναχός καὶ ἄρχισε τὴν σκληρὴ πνευματικὴ ζωή καὶ τὴν ἄσκηση. Ἔσκαψε ἕνα κοίλωμα καὶ ἐκεῖ τοποθέτησε ἕνα βράχο ἐπάνω στὸν ὁποῖο κάθησε φορώντας βαριὲς ἁλυσίδες, ὡς νέος Στυλίτης.
Ὅμως μία νύχτα τοῦ 1196, ποὺ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ οἱ ἁλυσίδες του ἔλαμπαν σὰν ἀσήμι, ληστὲς τὸν φόνευσαν καὶ ἔκλεψαν τὶς σιδερένιες ἁλυσίδες ποὺ νόμιζαν ὅτι ἦσαν πολύτιμες. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν καὶ κατάλαβαν ὅτι οἱ ἁλυσίδες ἦταν κατασκευασμένες ἀπὸ σίδερο, τὶς πέταξαν στὸν ποταμὸ Βόλγα.
Ὁ Θεὸς ὅμως θέλησε νὰ τιμήσει καὶ αὐτὰ τὰ ὁρατὰ σημεῖα τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀσκήσεως τοῦ Ὁσιομάρτυρα Νικήτα. Μία νύχτα, ὁ εὐλαβὴς ἡλικιωμένος μοναχὸς Συμεών, ποὺ ἀσκήτευε στὴ μονὴ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου τοῦ Γιαροσλάβλ, εἶδε ἐπάνω ἀπὸ τὸν ποταμὸ τρεῖς φωτεινὲς ἀκτίνες. Ἀμέσως οἱ Πατέρες τῆς μονῆς ἔτρεξαν, γιὰ νὰ δοῦν τὶ συμβαίνει. Μὲ δέος εἶδαν τὶς ἁλυσίδες τοῦ Ὁσίου Νικήτα νὰ ἐπιπλέουν. Μὲ εὐλάβεια τὶς πῆραν καὶ τὶς μετέφεραν στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου.Ὅταν, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1420 – 1425, ἄνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἄφθαρτο.
22/5/12
Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος, ἀνιψιὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Χουμιαλὰ τῆς Ἀμασείας καὶ μαρτύρησε διὰ ξίφους ἐπὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος Ἀγρίππα. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Καππαδοκίας Ἀσκληπιάδη μὲ τοὺς στρατιῶτες του Εὐτρόπιο καὶ Κλεόνικο († 3 Μαρτίου), οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, τελειώθηκαν διὰ μαρτυρικοῦ θανάτου.
Ὁ Ἅγιος Βασιλίσκος ρίχθηκε στὴ φυλακὴ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ ἀπὸ τὶς στερήσεις καὶ κακοπαθήσεις, θὰ ἀρνιόταν τὸν Χριστὸ, ὁπότε ὁ ἀντίκτυπος ἀπὸ τὴν πράξη του αὐτὴ θὰ ἦταν μέγας μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν. Αὐτὸς ὅμως εἶχε λάβει τὴν ἀμετάτρεπτη ἀπόφαση νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανὸς, ἔχοντας ὡς φωτεινὸ παράδειγμα τὸν Μεγαλομάρτυρα θεῖο του, ὁ ὁποῖος παρέμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, ἀφοῦ ἀπέκρουσε ὅλες τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλές.
Μία ἡμέρα ὁ Ἅγιος πέτυχε, χάρη στὴν εὔνοια τῶν στρατιωτῶν ποὺ τὸν φύλαγαν, νὰ μεταβεῖ στὸν οἶκο του, νὰ παρηγορήσει τοὺς γονεῖς καὶ ἀδελφούς του καὶ νὰ τοὺς συστήσει ἐμμονὴ στὴ Χριστιανικὴ πίστη.
Ὅταν πληροφορήθηκε τοῦτο ὁ ἡγεμόνας Ἀγρίππας διέταξε νὰ τοῦ φορέσουν σιδερένια ὑποδήματα ποὺ ἔφεραν ἐσωτερικὰ καρφιὰ καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του στὰ Κόμανα. Ἐρχόμενος πρὸς τὸν ἡγεμόνα, ὅταν ἔφθασαν στὸ χωριὸ τῶν Δακῶν, οἱ στρατιῶτες ποὺ τὸν συνόδευαν τὸν ἔδεσαν σὲ ξερὸ πλάτανο, γιὰ νὰ γευματίσουν. Τότε ὁ Βασιλίσκος, διὰ τῆς προσευχῆς του, πέτυχε νὰ ἀναβλαστήσει ὁ πλάτανος καὶ ἀπὸ τὴν ρίζα του νὰ ἀναβλύσει μικρὴ πηγή. Ἀφοῦ εἶδαν τὸ θαῦμα αὐτὸ οἱ στρατιῶτες, θαύμασαν καὶ πίστεψαν στὸν Χριστό.Ὅταν ἔφθασε στὰ Κόμανα, προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Ἀγρίππα, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τὸν Βασιλίσκο στὸν εἰδωλολατρικὸ ναό, ἐλπίζοντας ὅτι τὸ ἐπίσημο περιβάλλον θὰ τὸν ὠθοῦσε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Βασιλίσκος ὅμως μὲ θερμὴ προσευχὴ πέτυχε τὴν πτώση καὶ συντριβὴ τῶν εἰδώλων. Τότε ὁ Ἀγρίππας διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά του νὰ ριχθοῦν στὸν ποταμό.Χριστιανοὶ τῶν Κομάνων ἀνέσυραν τὸ τίμιο σκήνωμα κρυφὰ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια.
Ἀργότερα, ἀπὸ τὸν εὐσεβέστατο ἄρχοντα τῶν Κομάνων Μαρίνο ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Μάρτυρος, στὸν ὁποῖο κατετέθησαν καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα.
Ἀργότερα, ἀπὸ τὸν εὐσεβέστατο ἄρχοντα τῶν Κομάνων Μαρίνο ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Μάρτυρος, στὸν ὁποῖο κατετέθησαν καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Ὡς βασίλειον δῶρον καὶ θῦμα ἅγιον, τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων καὶ ἀθλοθέτῃ Θεῷ, δι’ ἀθλήσεως στερρᾶς προσήχθης ἔνδοξε· σὺ γὰρ τὴν πλάνην καθελών, στρατιώτης εὐκλεής, πανεύφημε Βασιλίσκε, τῆς ἀληθείας ἐδείχθης, Χριστῷ πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Βασιλείας μέτοχος ἐπουρανίου, Βασιλίσκε ἔνδοξε, γεγενημένος ἀληθῶς, σῶζε τοὺς πόθῳ βοῶντάς σοι· χαίροις Μαρτύρων σεπτὸν ἐγκαλλώπισμα.
Μεγαλυνάριον.Ἄνθραξ εὐσεβείας ἀναδειχθείς, πυρὶ οὐρανίῳ, κατενέπρησας θαυμαστῶς, εἰδώλων τεμένη, θεόφρον Βασιλίσκε, πυρὶ δὲ ζωηφόρῳ, θερμαίνεις ἅπαντας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







