23/12/11
Οἱ Ἅγιοι 10 Μάρτυρες οἱ ἐν Κρήτῃ
Ἀπὸ
αὐτούς, οἱ μὲν Θεόδουλος, Σατορνῖνος, Εὔπορος, Γελάσιος καὶ Εὐνικιανός,
ἦταν ἀπὸ τὴ Γορτυνία τῆς Κρήτης. Ὁ Ζωτικός, ἀπὸ τὴν Κνωσό. Ὁ Ἀγαθόπους
ἀπὸ τὸ λιμένα Πανούρμου. Ὁ Βασιλειάδης (ἢ Βασιλείδης) ἀπὸ τὴν Κυδωνία. Ὁ
Εὐάρεστος καὶ ὁ Μόβιος (ἢ Πόμπιος, ἢ Πόντιος) ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο.
Ὅλοι μαρτύρησαν τὸν 3ο
αἰώνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος. Καὶ οἱ δέκα μὲ πολὺ ζῆλο
ἐργάζονταν γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὸ νησί. Καταγγέλθηκαν στὸν
ἔπαρχο Κρήτης, ποὺ ἦταν συνώνυμος τοῦ αὐτοκράτορα, ὀνομαζόταν δηλαδὴ καὶ
αὐτὸς Δέκιος. Ὁ ἔπαρχος, ὅταν εἶδε τὴν ἀνθηρὴ νεότητά τους καὶ τὸ
ἀρρενωπό τους παράστημα, προσπάθησε νὰ τοὺς παρασύρει μὲ πολλὲς
ὑποσχέσεις ἐγκόσμιων ἀπολαύσεων καὶ ἡδονῶν. Ἀλλὰ ὅταν εἶδε ὅτι τίποτα
δὲν πετύχαινε, διέταξε νὰ τοὺς μαστιγώσουν, καὶ κατόπιν τοὺς
λιθοβόλησαν.
Οἱ γενναῖοι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ὑπέμειναν ἡρωικὰ τὰ βασανιστήρια, ἐνθυμούμενοι τὰ λόγια τοῦ ψαλμωδοῦ: «Ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιούσθω ἡ καρδίᾳ ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον».
Δηλαδή, νὰ ἔχετε γενναῖο καὶ ἀνδρεῖο φρόνημα, καὶ ἡ καρδιά σας ἂς
γίνεται κραταιὰ καὶ ἀτρόμητη, ὅλοι ἐσεῖς ποὺ ἐλπίζετε στὸν Κύριο.
Κατόπιν, μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου, οἱ στρατιῶτες ἔκοψαν μὲ τὰ ξίφη τους τὶς τίμιες κεφαλὲς τῶν δέκα χριστιανῶν Ἁγίων.
Κατόπιν, μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου, οἱ στρατιῶτες ἔκοψαν μὲ τὰ ξίφη τους τὶς τίμιες κεφαλὲς τῶν δέκα χριστιανῶν Ἁγίων.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Κρήτης τὰ εὔοσμα, ἄνθη τιμήσωμεν, τὰ διαπνέοντα, ὀσμὴν τὴν ἔνθεον, Θεόδουλον καὶ Ζωτικόν, Γελάσιον Σατορνῖνον, Εὔπορον Εὐάρεστον, Ἀγαθόποδα Πόμπιον, Εὐνικιανὸν ὁμοῦ, Βασιλείδην τε ἔνδοξον, βοῶντες πρὸς αὐτοὺς ὁμοφρόνως· χαῖρε Δεκὰς ἡ τῶν Μαρτύρων.
Κρήτης τὰ εὔοσμα, ἄνθη τιμήσωμεν, τὰ διαπνέοντα, ὀσμὴν τὴν ἔνθεον, Θεόδουλον καὶ Ζωτικόν, Γελάσιον Σατορνῖνον, Εὔπορον Εὐάρεστον, Ἀγαθόποδα Πόμπιον, Εὐνικιανὸν ὁμοῦ, Βασιλείδην τε ἔνδοξον, βοῶντες πρὸς αὐτοὺς ὁμοφρόνως· χαῖρε Δεκὰς ἡ τῶν Μαρτύρων.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑωσφόρος ἔλαμψεν ἡ τῶν Μαρτύρων, σεβασμία ἄθλησις, προκαταυγάζουσα ἡμῖν, τὸν ἐν Σπηλαίῳ τικτόμενον, ὃν ἡ Παρθένος ἀσπόρως ἐκύησεν.
Ἑωσφόρος ἔλαμψεν ἡ τῶν Μαρτύρων, σεβασμία ἄθλησις, προκαταυγάζουσα ἡμῖν, τὸν ἐν Σπηλαίῳ τικτόμενον, ὃν ἡ Παρθένος ἀσπόρως ἐκύησεν.
Μεγαλυνάριον.
Ὅμιλος θεόλεκτος καὶ σεπτός, πίστει συνημμένος, καὶ ἀγάπῃ εἰλικρινεῖ, ὤφθησαν ἐν Κρήτῃ, οἱ Δέκα Ἀθλοφόροι, ἐχθρῶν τὰς μυριάδας καταπαλαίσαντες.
Ὅμιλος θεόλεκτος καὶ σεπτός, πίστει συνημμένος, καὶ ἀγάπῃ εἰλικρινεῖ, ὤφθησαν ἐν Κρήτῃ, οἱ Δέκα Ἀθλοφόροι, ἐχθρῶν τὰς μυριάδας καταπαλαίσαντες.
Ὁ Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανὴς
Ἄγνωστος
στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ ζωή του βρίσκεται στοὺς ἀρχαίους
Κώδικες καὶ μεταγενέστερους, ὅπως στοὺς Λαυριωτικοὺς Β81 φ. 1 – 155,1 23
φ. 228α – 278, Λ. 66 φ. 32α – 58 καὶ στὸν Βατοπεδινὸ 618 φ. 143α – 159.
Ἡ
ἐπιγραφὴ τῆς βιογραφίας του ἔχει ὡς ἑξῆς: «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ὁσίου
πατρὸς ἡμῶν Νήφωνος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει μὲν ἀσκήσαντος, γενομένου
δὲ ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς κατὰ Ἀλεξάνδρειαν».
Στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Β 81, λέγεται ἐπίσκοπος Ἀλμυρουπόλεως καὶ ὅτι ἀπεβίωσε 23 Δεκεμβρίου. Ἀκολουθία του βρίσκεται στὸν Κώδικα Δ. δ. II τῆς Κρυπτοφέρης (Βλ. Κατάλογο Roechi σελ. 389). Ἐλεύθερη ἀπόδοση τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ χειρόγραφο, βρίσκεται στὸ βιβλίο «Ἕνας Ἀσκητὴς Ἐπίσκοπος», ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ (1993).
Στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Β 81, λέγεται ἐπίσκοπος Ἀλμυρουπόλεως καὶ ὅτι ἀπεβίωσε 23 Δεκεμβρίου. Ἀκολουθία του βρίσκεται στὸν Κώδικα Δ. δ. II τῆς Κρυπτοφέρης (Βλ. Κατάλογο Roechi σελ. 389). Ἐλεύθερη ἀπόδοση τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ χειρόγραφο, βρίσκεται στὸ βιβλίο «Ἕνας Ἀσκητὴς Ἐπίσκοπος», ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ (1993).
22/12/11
Τί δῶρο θά κάνουμε στόν Χριστό Μας τήν ἡμέρα τῶν Γενεθλίων Του;
«Βρισκόμαστε
στή Βηθλεέμ. Στό σπήλαιο πού γεννήθηκε ὁ Χριστός μας. Εἶναι νύχτα
Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καί συνάμα σοφός ἀσκητής προσεύχεται ἀπό ὥρα
γονατιστός μέσα στό ἅγιο Σπήλαιο.
Τό ὄνομά του: ἅγιος Ἱερώνυμος[1].
Ἐκείνη τήν νύχτα εἶχε ἀφήσει τό ἀσκητήριο του, πού ἦταν δυό βήματα ἀπό
τό ἅγιο Σπήλαιο· αὐτή ἡ παγωμένη σπηλιά εἶχε, πρίν περίπου 400 χρόνια,
φιλοξενήσει τό νεογέννητο Χριστό μας.
Ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος εἶχε ἀποφασίσει ἐκείνη τή νύχτα νά τήν περάσει μέ προσευχή ξάγρυπνος μπροστά στήν Ἁγία Φάτνη.
Ἡ
καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιά τή μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ: νά μᾶς
στείλει τόν Υἱό Του τόν Μονογενῆ, τό μονάκριβο παιδί Του στή γῆ, γιά νά
μᾶς κάνει καί μᾶς θεούς· νά μᾶς γλυτώσει ἀπό τά πάθη, τίς ἁμαρτίες καί
τίς ἐνοχές μας καί νά μᾶς δώσει τή Ζωή.
Σκεφτόταν τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου: «Ὁ Λόγος Σάρξ ἐγένετο».
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, παραμένοντας καί τέλειος Θεός.
Ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μπορέσουμε καί μεῖς νά γίνουμε θεοί.
Πῆρε τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά μπορέσει νά σταυρωθεῖ· ἐπειδή μᾶς ἀγαπᾶ μέ ἄπειρη ἀγάπη καί θέλησε νά πεθάνει ἀντί γιά μᾶς.
Σκεφτόταν πόσο ἄσπλαχνα καί ἀχάριστα Τοῦ φερθήκαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι.
Δέν βρέθηκε ἕνα ζεστό δωμάτιο γιά τό νεογέννητο καί τήν Παναγία μητέρα
Του.
Ὁ Ἡρώδης πάλι τόν καταδίωξε γιά νά Τόν σκοτώσει. Ὁ γλυκύτατος Κύριος
πέρασε ὅλη Του τή ζωή μέσα στήν φτώχεια καί τήν συκοφαντία παρ' ὅλο πού
συνεχῶς μᾶς εὐεργετοῦσε. Ἐκεῖνος μᾶς θεράπευε τούς τυφλούς καί τούς
παράλυτους, ἔβγαζε τά δαιμόνια ἀπό τούς δαιμονισμένους, ἀνάσταινε τούς
νεκρούς μας καί μεῖς γιά ἀνταπόδοση... Τόν σταυρώσαμε.
| Παναγία ἡ Βηθλεεμίτισσα στόν Ἱ. Ναό τῆς Γεννήσεως (Βασιλική) στή Βηθλεέμ. |
Πόση ἀχαριστία!... σκεφτόταν ὁ ἅγιος καί θαύμαζε καί ἤθελε νά ζητήσει συγγνώμη ἄν ἦταν δυνατόν ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Βυθίστηκε στήν προσευχή:
Βυθίστηκε στήν προσευχή:
«Θεέ
μου», ἔλεγε «ἀπόψε γιορτάζεις· εἶναι ἡ μέρα πού γεννήθηκες· ἡ ἡμέρα πού
φανερώθηκες ἀνάμεσά μας σάν ἕνας ἁπλός ταπεινός ἄνθρωπος, ἐνῶ ἤσουν
ταυτόχρονα καί ὁ ἀληθινός Θεός.
Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος.
Πῆρες
τήν ἀνθρώπινη σάρκα καί ντύθηκες τήν ταπείνωση, ἀφήνοντας τή μεγάλη
δόξα πού ἔχεις στόν οὐρανό. Κι ἐμεῖς Σέ παρεξηγήσαμε, Σέ ἀπορρίψαμε, Σέ
καταδιώξαμε, Σέ βρίσαμε, Σέ θανατώσαμε.
Ἐσύ ὅμως μᾶς συγχώρεσες καί δέν ἔπαψες ποτέ νά μᾶς ἀγαπᾶς...».
| Σπήλαιο Ἁγίου Ἱερωνύμου στή Βηθλεέμ |
Ἄρχισε νά κλαίει ἀπό τήν συγκίνηση. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε δυνατά ὁπότε
ξάφνου... μέσα στή σιγαλιά τῆς σπηλιᾶς... ἀκούστηκε μιά γλυκύτατη καί
εἰρηνική φωνή:
-«Ἱερώνυμε τί δῶρο θά μοῦ κάνεις ἀπόψε πού γιορταζω;»... Ἦταν ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ μας.
Μετά τήν πρώτη ἔκπληξη ὁ ἅγιος βρῆκε τή δύναμη νά πεῖ:
-«Κύριε ἀπόψε πού εἶναι τά γενέθλιά Σου στή γῆ θἄθελα νά Σοῦ κάνω ἕνα δῶρο, κάτι πού ἀληθινά νά Σοῦ ἀρέσει καί νά Σ' εὐχαριστήσει. Τί θά μποροῦσα ὅμως νά Σοῦ προσφέρω;»
- «Ὑπάρχει κάτι πού θά ἤθελα νά Μοῦ δώσεις καί τό ὁποῖο πολύ θά Μέ εὐχαριστήσει».
-«Ποιό ἄραγε εἶναι αὐτό Κύριε; ψέλλισε ὁ Ἱερώνυμος, ὅλα ὅσα εἶχα Σοῦ τά ἔδωσα. Τή ζωή μου Σοῦ τήν ἀφιέρωσα· ἔγινα μοναχός καί κατόπιν μέ ἀξίωσε ἡ χάρις Σου νά γίνω καί ἱερέας Σου. Τήν περιουσία μου τήν ἔβαλα στά χέρια τῶν φτωχῶν γιατί πίστεψα στά λόγια Σου πού μᾶς εἶπες, ὅτι στό πρόσωπο τῶν φτωχῶν πρέπει νά βλέπουμε Ἐσένα. Τήν μόρφωσή μου καί τίς σπουδές μου πάλι τίς ἔδωσα σ' Ἐσένα καί τά χρησιμοποίησα γιά νά δοξαστεῖ τό πανάγιο Ὄνομά Σου ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα μου πάλι Σοῦ τό ἀφιέρωσα καί προσπαθῶ νά τό ἐξαγνίσω μέ τήν ἀσκητική ζωή. Τήν ψυχή μου, τήν καρδιά μου , τό νοῦ μου καί ἐκεῖνα τά ἀπόθεσα στά πόδια Σου καί προσπαθῶ νά τά καθαρίσω μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀσταμάτητη προσευχή. Δέν ἔχω κάτι ἄλλο νά σοῦ δώσω...»
-«Κι ὅμως ἔχεις κάτι ἀκόμη πού θέλω νά μοῦ δώσεις· αὐτό θά μέ εὐχαριστήσει πιό πολύ ἀπό ὅλα τά ἄλλα».
-«Ποιό εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτό πού θέλεις νά σοῦ δώσω Κύριε»; ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ Ἱερώνυμος.
-«Ἱερώνυμε, θέλω, ἀπόψε, στά γενέθλιά μου, νά Μοῦ δώσεις σάν δῶρο τίς ἁμαρτίες σου...γιά νά τίς συγχωρήσω»...
-«Ω! Ναί Κύριε, Πολυέλεε καί Πολυεύσπλαχνε! Πόσο μέ ἀγαπᾶς! Σ' εὐχαριστῶ Κύριε!» ψιθύρισε ὁ ἅγιος ἔκπληκτος καί συγκινημένος. Ἡ φωνή ἔπαψε καί ὁ ἅγιος γεμᾶτος συντριβή ἄρχισε νά θυμᾶται τίς ἁμαρτίες του. Ἄρχισε μέ ἀληθινή συναίσθηση νά προετοιμάζεται γιά τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως τῶν ἁμαρτιῶν του...Κατάλαβε ὅτι αὐτό ἦταν τό ὡραιότερο δῶρο πού μποροῦσε νά κάνει στόν Χριστό Μας...».
-«Ἱερώνυμε τί δῶρο θά μοῦ κάνεις ἀπόψε πού γιορταζω;»... Ἦταν ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ μας.
Μετά τήν πρώτη ἔκπληξη ὁ ἅγιος βρῆκε τή δύναμη νά πεῖ:
-«Κύριε ἀπόψε πού εἶναι τά γενέθλιά Σου στή γῆ θἄθελα νά Σοῦ κάνω ἕνα δῶρο, κάτι πού ἀληθινά νά Σοῦ ἀρέσει καί νά Σ' εὐχαριστήσει. Τί θά μποροῦσα ὅμως νά Σοῦ προσφέρω;»
- «Ὑπάρχει κάτι πού θά ἤθελα νά Μοῦ δώσεις καί τό ὁποῖο πολύ θά Μέ εὐχαριστήσει».
-«Ποιό ἄραγε εἶναι αὐτό Κύριε; ψέλλισε ὁ Ἱερώνυμος, ὅλα ὅσα εἶχα Σοῦ τά ἔδωσα. Τή ζωή μου Σοῦ τήν ἀφιέρωσα· ἔγινα μοναχός καί κατόπιν μέ ἀξίωσε ἡ χάρις Σου νά γίνω καί ἱερέας Σου. Τήν περιουσία μου τήν ἔβαλα στά χέρια τῶν φτωχῶν γιατί πίστεψα στά λόγια Σου πού μᾶς εἶπες, ὅτι στό πρόσωπο τῶν φτωχῶν πρέπει νά βλέπουμε Ἐσένα. Τήν μόρφωσή μου καί τίς σπουδές μου πάλι τίς ἔδωσα σ' Ἐσένα καί τά χρησιμοποίησα γιά νά δοξαστεῖ τό πανάγιο Ὄνομά Σου ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα μου πάλι Σοῦ τό ἀφιέρωσα καί προσπαθῶ νά τό ἐξαγνίσω μέ τήν ἀσκητική ζωή. Τήν ψυχή μου, τήν καρδιά μου , τό νοῦ μου καί ἐκεῖνα τά ἀπόθεσα στά πόδια Σου καί προσπαθῶ νά τά καθαρίσω μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀσταμάτητη προσευχή. Δέν ἔχω κάτι ἄλλο νά σοῦ δώσω...»
-«Κι ὅμως ἔχεις κάτι ἀκόμη πού θέλω νά μοῦ δώσεις· αὐτό θά μέ εὐχαριστήσει πιό πολύ ἀπό ὅλα τά ἄλλα».
-«Ποιό εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτό πού θέλεις νά σοῦ δώσω Κύριε»; ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ Ἱερώνυμος.
-«Ἱερώνυμε, θέλω, ἀπόψε, στά γενέθλιά μου, νά Μοῦ δώσεις σάν δῶρο τίς ἁμαρτίες σου...γιά νά τίς συγχωρήσω»...
-«Ω! Ναί Κύριε, Πολυέλεε καί Πολυεύσπλαχνε! Πόσο μέ ἀγαπᾶς! Σ' εὐχαριστῶ Κύριε!» ψιθύρισε ὁ ἅγιος ἔκπληκτος καί συγκινημένος. Ἡ φωνή ἔπαψε καί ὁ ἅγιος γεμᾶτος συντριβή ἄρχισε νά θυμᾶται τίς ἁμαρτίες του. Ἄρχισε μέ ἀληθινή συναίσθηση νά προετοιμάζεται γιά τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως τῶν ἁμαρτιῶν του...Κατάλαβε ὅτι αὐτό ἦταν τό ὡραιότερο δῶρο πού μποροῦσε νά κάνει στόν Χριστό Μας...».
![]() |
| Τό σημεῖο τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ Μας στή Βηθλέεμ (Ἅγιο Σπήλαιο). |
Προσκυνώντας στήν Ἁγία Βηθλεέμ ἄς σκεφτοῦμε κι ἐμεῖς τίς ἁμαρτίες μας,
ἄς ζητήσουμε τό Θεῖο Ἔλεος καί ἄς καθαριζόμαστε διά τοῦ Μυστηρίου τῆς
Μετανοίας καί Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μετέχοντας συχνά σ’ αὐτό.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέγει στούς Χριστιανούς ὅτι θά πρέπει, ἐάν
μποροῦν, νά ἐξομολογοῦνται ἀκόμη καί κάθε ἡμέρα, ἤ ἔστω μία φορά τήν
ἑβδομάδα. Ἄν αὐτό δέν εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον μία φορά τόν μήνα. Τό
ἐλαχιστότατο, ὁ Χριστιανός ὁφείλει νά ἐξομολογεῖται, 4 φορές τόν χρόνο,
πρίν τίς 4 μεγάλες νηστεῖες (Μ. Τεσσαρακοστῆς, Χριστουγέννων, Ἁγ.
Ἀποστόλων, Δεκαπενταυγούστου).
Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια
Ἡ
Ἁγία Ἀναστασία εἶχε πατέρα τὸν Πατρίκιο, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος.
Διακρινόταν γιὰ τὸ ὑπέροχο κάλος, τὴν παιδεία καὶ τὴν κοσμιότητά της.
Παντρεύτηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν Ποπλίωνα, ἄρχοντα τῶν Ρωμαίων καὶ
φανατικὸ εἰδωλολάτρη. Ἡ Ἀναστασία ὅμως, κατηχήθηκε στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ
καὶ ἔλαβε τὸ Θεῖο Βάπτισμα. Ἐπειδὴ δὲν φανέρωσε δημόσια, λόγω τοῦ ἀνδρός
της, τὴν χριστιανική της πίστη βοηθοῦσε κρυφὰ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ
ἕνα χέρι βοηθείας ἢ ἕνα λόγο παρηγοριάς. Ντυνόταν πενιχρὰ καὶ μετέβαινε
στὶς φυλακὲς πηγαίνοντας τροφὴ καὶ χρήματα.
Ὅταν
ἔμαθε ὁ Ποπλίωνας τὴν δράση τῆς Ἁγίας, ἐξοργίστηκε. Ἀρχικὰ προσπάθησε
νὰ τὴν μεταπείσει μὲ συμβουλές. Ὅμως, ἡ Ἀναστασία παρέμενε ἀκλόνητη στὴν
πίστη της ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν κακοποίησε. Αὐτὴ ἡ ἐπιμονή της, ἐξόργισε
τὸν Ποπλίωνα καὶ τὴν κατέδωσε στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, ὁ ὁποῖος
διέταξε τὴν φυλάκισή της.
Ἐπειδὴ
ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑμνολογεῖ τὸν Κύριο, ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὸν
βασανισμό της. Τελικὰ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέδωσε τὸ πνεῦμά της στὴν πυρά.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.
Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Οἱ
ἐν πειρασμοῖς, καὶ θλίψεσιν ὑπάρχοντες, πρὸς τὸν σὸν ναόν,
προστρέχοντες λαμβάνουσι, τὰ σεπτὰ δωρήματα, τῆς ἐν σοὶ οἰκούσης θείας
χάριτος, Ἀναστασία· σὺ γὰρ ἀεί, τῷ κόσμῳ πηγάζεις τὰ ἰάματα.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς, καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.
Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς, καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.
Μεγαλυνάριον.
Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.
Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.
Ὁ Ἅγιος Ναοὺμ ὁ Θαυματουργός καὶ Θεοφόρος
Ὑπῆρξε συνεργάτης τοῦ Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου, τὸν 9ο
αἰώνα (842), στοὺς ἀγῶνές τους γιὰ τὴν διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης
στὴ Βουλγαρία. Καὶ στὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργο, ὅπου συνάντησαν μεγάλα ἐμπόδια
καὶ ἐπικίνδυνες ἀντιστάσεις, ἡ παρουσία τοῦ Ναοὺμ εἶχε μεγάλη ἐπίδραση.
Διότι στὴν δύναμη τῆς διδασκαλίας του, πρόσθετε καὶ τὴν ἐντύπωση, ποὺ
προκαλοῦσαν τὰ θαύματα ποὺ ἐνεργοῦσε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ
Ναούμ, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὅπου πῆγε στὸν τότε Πάπα Ἀδριανό,
πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Γερμανία, ὅπου ὑπῆρχαν πολλὲς καὶ διάφορες αἱρέσεις.
Καὶ ἀφοῦ κήρυξε καὶ ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἐπανῆλθε καὶ
πάλι στὴ Βουλγαρία. Ἐκεῖ, ὀργάνωσε μαζὶ μὲ ἄλλους συναγωνιστές του, σῶμα
ἐσωτερικῆς ἱεραποστολῆς καὶ ἐργάστηκε θερμότατα γιὰ τὴν διάδοση τοῦ
χριστιανισμοῦ μὲ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς συνεχεῖς διδακτικὲς περιοδεῖες
του.
Ὁ θάνατος τὸν βρῆκε ὄρθιο, νὰ κοπιάζει μέχρι τελευταίας του πνοῆς γιὰ τὸν εὐσεβὴ σκοπό του.
Ὁ θάνατος τὸν βρῆκε ὄρθιο, νὰ κοπιάζει μέχρι τελευταίας του πνοῆς γιὰ τὸν εὐσεβὴ σκοπό του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




