1/4/18

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία


Τον  Βίο  της  Οσίας  Μαρίας  της  Αιγυπτίας  συνέγραψε  ο  Άγιος  Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων ( 11 Μαρτίου), ο οποίος  συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το   πνεύμα  της  Ορθοδόξου  θεολογίας  και   της  ασκητικής  παραδόσεως.
Η  Οσία  Μαρία  γεννήθηκε  στην  Αίγυπτο  και  έζησε  κατά  τους  χρόνους του  αυτοκράτορος  Ιουστινιανού  (527 – 565 μ.Χ.).  Από  τα  δώδεκα  χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μία ζωή  ασωτίας, αφού  από την μικρή  αυτή ηλικία  διέφθειρε την παρθενία  της  και  είχε  ασυγκράτητο  και  αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή  δεν εισέπραττε χρήματα,  αλλά  απλώς  ικανοποιούσε  το  πάθος  της. Η   ίδια  εξαγορεύθηκε  στον  Αββά  Ζωσιμά  ότι  διετέλεσε:  «δημόσιον προκείμενη της ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεώς τινος, μα την αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας  δηλαδή  το  έργο  της  δωρεάν, «εκτελούσα το εν εμοί καταθύμιον». Και  όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο  βόρβορο που  ήταν η ζωή της και σκεπτόταν  έτσι  ντροπιάζοντας  την  ανθρώπινη  φύση.
Λόγω  της  άσωτης  ζωής  και  της σαρκικής επιθυμίας  που  είχε, κάποια φορά  ακολούθησε  τους  προσκυνητές  που  πήγαιναν  στα  Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και  αυτό το  έκανε, όχι για  να προσκυνήσει  τον  Τίμιο  Σταυρό,  αλλά  για   να   έχει  πολλούς  εραστές που  θα  ήταν  έτοιμοι  να  ικανοποιήσουν  το  πάθος της. Περιγράφει  δε και  η  ίδια  ρεαλιστικά   και  τον  τρόπο που  επιβιβάστηκε  στο  πλοιάριο. Και, όπως η  ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε  είδος  ασέλγειας  από  όσα  λέγονται  και  δεν  λέγονται,  του  οποίου δεν  έγινε  διδάσκαλος  σε  εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και  η ίδια  εξέφρασε την απορία της για  το  πως  η   θάλασσα  υπέφερε τις ασωτίες  της  και  γιατί  η  γη  δεν  άνοιξε  το  στόμα  της  και  δεν  την κατέβασε  στον  άδη, επειδή  είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά  την διάρκεια του  ταξιδιού  αυτού  δεν  αρκέστηκε  στο  ότι  διέφθειρε  τους νέους,  αλλά  διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως  και  τους  ξένους  επισκέπτες. Και  στα  Ιεροσόλυμα  που  πήγε κατά  την εορτή  του  Τιμίου  Σταυρού,  περιφερόταν  στους  δρόμους  «ψυχάς  νέων  αγρεύουσα».
Αισθάνθηκε  όμως,  βαθιά   μετάνοια από  ένα  θαυματουργικό  γεγονός. Ενώ  εισερχόταν  στο  ναό  για  να  προσκυνήσει το  Ξύλο του  Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε  μπροστά  σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και  ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή  την φορά στον ιερό ναό  και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία,  άκουσε  φωνή που  την προέτρεπε να πορευθεί  στην έρημο, πέραν  του  Ιορδάνου.  Αμέσως  ζήτησε την  συνδρομή  και  την  προστασία της  Θεοτόκου  και πήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από  την ιερά μονή του  Βαπτιστού  στον Ιορδάνη ποταμό  και  κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην  έρημο έζησε σαράντα  επτά  χρόνια,  χωρίς  ποτέ  να  συναντήσει  άνθρωπο.
Κατά   τα πρώτα  δεκαεπτά  χρόνια  στην  έρημο,  πάλεψε  πολύ  σκληρά για  να  νικήσει  τους  λογισμούς  και  τις  επιθυμίες  της,  ουσιαστικά   για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης  ζωής.
Η   Οσία  ζούσε  δεκαεπτά  χρόνια στην  έρημο  «θηρσίν  ανημέροις  ταις αλόγοις  επιθυμίαις  πυκτεύουσα». Είχε  πολλές  επιθυμίες  φαγητών,  ποτών  και  «πορνικών  ασμάτων»  και  πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν  προς  την  πορνεία.  Όμως,  όταν  ερχόταν  κάποιος  λογισμός μέσα  της,  έπεφτε  στην  γη,  την  έβρεχε  με δάκρυα και  δεν  σηκωνόταν από  τη γη «έως  ότου το  φως εκείνο το γλυκύ περιέλαμψεν  και  τους λογισμούς τους ενοχλούντας μοι εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία,  την  οποία  είχε  εγγυήτρια  της  ζωής  της  μετανοίας  που   έκανε. Το  ιμάτιό της  σχίσθηκε  και  καταστράφηκε  και  έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν  από  τον  καύσωνα  και  έτρεμε  από  τον παγετό  και  «ως πολλάκις  με χαμαί  πεσούσαν  άπνουν  μείναι  σχεδόν  και  ακίνητον».
Ύστερα από  σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από  τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε  μεταμορφώθηκε το  λογιστικό  και παθητικό  μέρος της ψυχής της,  καθώς επίσης  εθεώθηκε  και  το  σώμα  της.
Λόγω της μεγάλης  πνευματικής της  καταστάσεως  στην  οποία  έφθασε  η Οσία  Μαρία,  έλαβε  από  τον  Θεό  το  διορατικό  χάρισμα.
Ήταν  γυμνή  αλλά  το  σώμα  της  υπερέβη  τις  ανάγκες  της  φύσεως. Λέγει  η  ίδια:  «Γυνή  γαρ  ειμί,  και  γυμνή,  καθάπερ  οράς,  και  την  αισχύνην του  σώματός  μου  απερικάλυπτον  έχουσα».  Το   σώμα  τρεφόταν με  τη Χάρη του  Θεού: «Τρέφομαι γαρ και  σκέπτομαι τω ρήματι του Θεού διακρατούντος τα σύμπαντα». Στη  περίπτωσή της, όπως και  σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι  ενέργειες του σώματος.  Αυτή  η  αναστολή  των  σωματικών  ενεργειών  οφειλόταν  στο ότι  η  ψυχή  της  δεχόταν  την  ενέργεια  του  Τριαδικού  Θεού  και  αυτή  η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και  στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα την χάριν  του  Πνεύματος,  ώστε  συντηρείν  την  ουσίαν  της  ψυχής  αμίαντον».
Εκείνη  την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς ( 4  Απριλίου), που   ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του  είχε δοθεί  το  χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του  ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και  ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε  μέσα  του  ένας  λογισμός  κάποιας  πνευματικής  υπεροψίας,  για το   άν  δηλαδή  υπήρχε  άλλος  μοναχός  που   θα  μπορούσε να  τον  ωφελήσει  ή  να  του  διδάξει  κάποιο  καινούργιο  είδος  ασκήσεως.  Ο   Θεός, για  να τον διδάξει και  να τον διορθώσει, του  αποκάλυψε ότι  κανένας άνθρωπος  δεν  μπορεί   να  φθάσει  στην  τελειότητα.  Και  στην  συνέχεια του  υπέδειξε να πορευθεί  σε ένα μοναστήρι που  βρισκόταν  κοντά  στον Ιορδάνη  ποταμό.
Ο   Αββάς  Ζωσιμάς  υπάκουσε στην φωνή  του Θεού  και πήγε στο μοναστήρι  του  Αγίου  Ιωάννου  του  Βαπτιστού,  που  του  υποδείχθηκε. Εκεί  συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική  ζωή  με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και  αδιάλειπτη προσευχή.
Στο  μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή  της  Τυρινής  προ  της  ενάρξεως  της  Μεγάλης  Σαρακοστής, αφού  οι  μοναχοί  κοινωνούσαν  των  Ὰχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν  και  ασπάζονταν μεταξύ τους, και  έπειτα  ελάμβαναν ο καθένας  τους μερικές τροφές και  έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα  της  ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο  μοναστήρι  την  Κυριακή  των Βαΐων, για  να  εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό  και  την  Ανάσταση  του Χριστού. Είχαν  ως  κανόνα  να  μην  συναντά  κανείς  τον άλλο  αδελφό στην έρημο και  να  μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως  που  έκανε  την  περίοδο  αυτή.
Αυτόν  τον  κανόνα  εφάρμοσε  και  ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από  το  μοναστήρι και  πορεύθηκε στην  έρημο, έχοντας  την επιθυμία να εισέλθει  όσο  μπορούσε  πιο  βαθειά  σε  αυτή,  με  την  ελπίδα  μήπως  συναντήσει  κάποιον  ασκητή  που  θα  τον  βοηθούσε  να   φθάσει  σε  αυτό  που  ποθούσε.  Πορευόταν  προσευχόμενος και  τρώγοντας  ελάχιστα.  Κοιμόταν  δε  όπου  ευρισκόταν.
Είχε  περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή  που κάθισε  να  ξεκουραστεί  και  έψελνε, είδε  στο  βάθος  μία  σκιά  που  έμοιαζε με  ανθρώπινο  σώμα.  Στην  αρχή  θεώρησε  ότι  ήταν  δαιμονικό  φάντασμα,  αλλά  έπειτα  διαπίστωσε  ότι  ήταν  άνθρωπος.  Αυτό  το  όν που  έβλεπε  ήταν  γυμνό, είχε  μαύρο  σώμα – το  σώμα  αυτό  προερχόταν από  τις  ηλιακές  ακτίνες – και  είχε  στο  κεφάλι  του  λίγες  άσπρες  τρίχες, που  δεν έφθαναν πιο  κάτω  από  τον  λαιμό.  Ο  Αββάς  Ζωσιμάς  έβλεπε την  Οσία  Μαρία,  την  ώρα  που  προσευχόταν.  Η  Οσία  Μαρία  η   Αιγυπτία ασκούσε  την  αδιάλειπτη   προσευχή  και   μάλιστα ο  Αββάς  Ζωσιμάς  την είδε  όταν  εκείνη  ύψωσε  τα  μάτια  της  στον  ουρανό  και  άπλωσε  τα χέρια της και  «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίζουσα· φωνή  δε αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και  σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
Ο  Αββάς   Ζωσιμάς  προσπάθησε  να   πλησιάσει, για να  διαπιστώσει  τι ήταν  αυτό  που  έβλεπε, αλλά  το  ανθρώπινο  εκείνο  όν  απομακρυνόταν. Έτρεχε ο  Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και  εκείνο. Και  ο  Αββάς  κραύγαζε  με δάκρυα προς αυτό  ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο  και  απόκαμε, εκείνο  το  ανθρώπινο  όν  αφού  τον  αποκάλεσε με  το  μικρό του όνομα, πράγμα  που  προκάλεσε μεγάλη  εντύπωση  στον Αββά,  του  είπε  ότι  δεν  μπορεί  να  γυρίσει  και  να   τον  δει  κατά  πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και  έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, άν θέλει, να της δώσει την ευχή του  και  να της  ρίξει ένα κουρέλι από  τα ρούχα  του, για  νὰ  καλύψει  το  γυμνό  σώμα της. Ο  Αββάς  έκανε  ότι  του  είπε  και  τότε  εκείνη  στράφηκε  προς  αυτόν. Ο  Αββάς  αμέσως γονάτισε για  να  λάβει  την  ευχή  της,  ενώ  το  ίδιο  έκανε  και  εκείνη.  Και  παρέμειναν  και  οι  δυο  γονατιστοί  «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τον  έτερον».
Επειδή  ο  Αββάς  αναρωτιόταν μήπως  έβλεπε  μπροστά  του  κάποιο  άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή,  που  έχει περιτειχισθεί  από  το  άγιο  Βάπτισμα  και  είναι  χώμα και  στάχτη  και  όχι  άυλο  πνεύμα.
Η  Οσία  Μαρία  κατά  την  συνάντηση  αυτή,  αφού  αποκάλυψε  όλη  την ζωή  της, ζήτησε  από  τον  Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά  την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνου ποταμού, κοντά  σε μία κατοικημένη περιοχή, για  να την κοινωνήσει, ύστερα από  πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Και  νυν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τω έρωτι», του  είπε, δηλαδή  είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος  και  τοθ  Αίματος  του  Χριστού.
Ο  Αββάς  Ζωσιμάς  επέστρεψε στο  μοναστήρι  χωρίς  να  πει  σε  κανένα τί  ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα  άλλωστε  και  με  τον  κανόνα  που υπήρχε  σε   εκείνη την ιερά  μονή. Όμως,  συνεχώς  παρακαλούσε  τον  Θεό να τον αξιώσει να  δει  και  πάλι  «το  ποθούμενον πρόσωπον»  την  επόμενη χρονιά  και  μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί  δεν  περνούσε  ο  χρόνος, καθώς  ήθελε  όλος  αυτός  ο  χρόνος  να  ήταν  μία  ημέρα.
Το  επόμενο  έτος  ο  Αββάς  Ζωσιμάς  από  κάποια  αρρώστια  δεν  μπόρεσε να  βγει  από  το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν  οι  άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και  έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και  την Κυριακή  των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει  οι  άλλοι  πατέρες της  Μονής, εκείνος  ετοιμάσθηκε  να  πορευθεί  στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για  να  την  κοινωνήσει.
Την  Μεγάλη  Πέμπτη  πήρε μαζί του  σε  ένα  μικρό  ποτήρι  το  Σώμα  και  το Αίμα  του  Χριστού,  πήρε  μερικά  σύκα  και  χουρμάδες  και  λίγη  βρεγμένη φακή  και  βγήκε  από  το  μοναστήρι  για  να  συναντήσει  την  Οσία  Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς  προσευχόταν  στον  Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω  των αμαρτιών  του  την  ευκαιρία  να  τη  δει  εκ  νέου.
Μετά  την  θερμή  προσευχή  την  είδε  από  την  άλλη  πλευρά  του  Ιορδάνη ποταμού,  να  κάνει  το  σημείο  του  Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό  του ποταμού «περιπατούσαν επί των υδάτων επάνω και προς εκείνον βαδίζουσαν».  Στην  συνέχεια  η  Οσία  τον  παρακάλεσε να πει  το  Σύμβολο  της Πίστεως και το «Πάτερ  ημών».  Ακολούθως  ασπάσθηκε  τον  Αββά  Ζωσιμά και  κοινώνησε  των  ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα  ύψωσε τα χέρια  της  στον ουρανό,  αναστέναξε  με  δάκρυα  και  είπε:  «Νυν  απολύεις  την  δούλην  σου, ω Δέσποτα, κατά το ρήμά σου εν ειρήνη· ότι είδον  οι  οφθαλμοί  μου  το  σωτήριόν σου».
Στην  συνέχεια,  αφού  τον  παρακάλεσε  να  έλθει  και  το  επόμενο  έτος  στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει  την  πρώτη  φορά,  ζήτησε  την  προσευχή του. Ο  Αββάς άγγιξε τα πόδια  της  Οσίας,  ζήτησε  και  αυτός  την  προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων και οδυρόμενος», διότι τολμούσε  «κρατήσαι  την  ακράτητον».  Εκείνη  έφυγε  κατά  τον  ίδιο  τρόπο  με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω  στα   νερά  του  Ιορδάνου  ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «προς εκείνο το παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε  πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος»  να  δει  «το  γλυκύτατο  θήραμα»,  την  Οσία  του  Θεού.  Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά:  «Δείξόν  μοι, Δέσποτα,  τον  θησαυρόν  σου  τον  άσυλον,  όν  εν  τήδε τη  ερήμω κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τον εν σώματι άγγελον, ού  ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά  Ζωσιμά η  Οσία  Μαρία  ήταν  άθικτος θησαυρός,  άγγελος  μέσα  σε  σώμα,  που  ο  κόσμος  δεν  ήταν  άξιος  να  τον  έχει. Και προσευχόμενος με  τα  λόγια  αυτά  είδε  «κεκειμένην  την  Οσίαν  νεκράν, και  τας  χείρας  ούτως  ώσπερ  έδει  τυπώσασαν  και  προς  ανατολάς  ορώσαν κειμένην  τω  σχήματι».  Βρήκε  δε  και  δική της  γραφή  που  έλεγε: «Θάψον,  αββά Ζωσιμά, εν τούτω τω τόπω της ταπεινής Μαρίας το λείψανον, αποδός  τον χουν  τω χοί, υπέρ εμού δια παντός προς τον Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης,  μηνί  Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους,  όπως  εστί  κατά  Ρωμαίους Απρίλιος),  εν  αυτή  δε  τη  νυκτί του πάθους του  σωτηρίου,  μετά  την  του  θείου και  μυστικού  δείπνου  μετάληψιν».  Την  βρήκε  δηλαδή  νεκρή,  κείμενη  στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς  την  ανατολή.  Συγχρόνως βρήκε  και  γραφή  που  τον  παρακαλούσε  να  την  ενταφιάσει.
Η  Οσία  κοιμήθηκε  την  ίδια  ημέρα  που  κοινώνησε,  αφού  είχε  διασχίσει  σε μία  ώρα  απόσταση  την  οποία  διήνυσε  το  επόμενο  έτος  ο  Αββάς  Ζωσιμάς  σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «και ήνπερ ώδευσεν οδόν  Ζωσιμάς δια είκοσι  ημερών κοπιών, εις μίαν  ώραν  Μαρίαν  διέδραμεν,  και  ευθύς  προς τον  Θεόν  εξεδήμησεν».  Το  σώμα  της  είχε  αποκτήσει  άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην  συνέχεια  ο  Αββάς  Ζωσιμάς,  αφού  έκλαψε  πολύ  και  είπε  ψαλμούς κατάλληλους  για  την  περίσταση,  «εποίησεν  ευχήν  επιτάφιον».  Και   μετά  με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων το σώμα τοις δάκρυσι» επιμελήθηκε τα της ταφής.  Επειδή,  όμως,  η  γη  ήταν  σκληρή  και  ο  ίδιος  ήταν  προχωρημένης ηλικίας,  γι’  αυτό  δεν  μπορούσε  να  την  σκάψει  και  βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τω λειψάνω της Οσίας παρεστώτα και τα ίχνη  αυτής αναλείχοντα»,  δηλαδή  είδε  ένα  λιοντάρι  να  στέκεται  δίπλα  στο  λείψανο  της Οσίας  και να γλείφει τα  ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο  το λιοντάρι «ουχί τούτον τοις κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά και  προθέσει», δηλαδή  το  ίδιο  το  λιοντάρι  καλόπιανε  τον  Αββά  και  τον  παρακινούσε  και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δε  άμα  τω  σώματι  θαπτόμενο», δηλαδή  με  τα  μπροστινά  του πόδια  έσκαψε  το  λάκκο,  όσο  έπρεπε,  για  να ενταφιασθεί  το  σκήνωμα  της  Οσίας  Μαρίας.
Ο  ενταφιασμός  της  Οσίας  έγινε  προσευχομένου του  Αββά  Ζωσιμά  και  του λιονταριού  «παρεστώτος».  Μετά  τον  ενταφιασμό  έφυγαν  και  οι  δύο,  «ο  μεν λέων επί τα ένδον της ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δε υπέστρεψεν,  ευλογών  και  αινών  τον  Θεόν  ημών».
Και  ο  Άγιος  Σωφρόνιος,  Πατριάρχης  Ιεροσολύμων,  καταλήγει  ότι  έγραψε αυτό  το  βίο  «κατά  δύναμιν»  και  «της  αληθείας  μηδέν  προτιμήσαι  θέλων».
Ο  βίος  της  Οσίας  Μαρίας  της  Αιγυπτίας,  δείχνει  πως  μία  πόρνη  μπορεί  να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος  εν  σώματι και  πως  η  κατά  Χριστόν  ελπίδα  μπορεί  να  αντικαταστήσει  την  υπό  του διαβόλου  προερχόμενη  απόγνωση.  Στο  πρόσωπο  της  Οσίας  Μαρίας  της Αιγυπτίας  βλέπουμε  τον  άνθρωπο  που  αναζητά  την  ηδονή  και  κυνηγά  τους ανθρώπους  για  την  ικανοποίησή  τους,  αλλά  όμως  με  τη  Χάρη  του  Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν  οι  Άγιοι  για  να  λάβουν  την  ευλογία  της  και  να  ασπασθούν  το τετιμημένο  της  σώμα,  καθώς  επίσης  να  τη  σέβονται  και  τα  άγρια  ζώα.
Η  Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά  της,  την  βαθιά  της  ταπείνωση, την  υπέρβαση  εν  Χάριτι  του  θνητού  και  παθητού  σώματός της, αφ’ ενός  μεν προσφέρει μία παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα.  Δεν  ημέρωσε  μόνο  τα  άγρια  θηρία  που  υπήρχαν  μέσα  της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινης φύσεως  και  ημέρωσε  ακόμη  και  τα  άγρια  θηρία  της κτίσεως.
Αυτός  είναι   ο  σκοπός  και  ο  πλούτος  της  ενανθρωπίσεως  του  Χριστού,  που φυλάσσεται  μέσα  στην  Εκκλησία.  Με  την  αποκαλυπτική  θεολογία  και  την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί  ολοκληρωτικά.
Η  Εκκλησία  τιμά  την  μνήμη  της  Οσίας  Μαρίας  της  Αιγυπτίας  και  την  Ε’ Κυριακή  των  Νηστειών.


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.       
Φωτισθείσα  ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε· όθεν  ως  άγγελος  Θεού,  Ζωσιμά  τω  ιερώ,  ωράθης  εν  τη  ερήμω,  Μαρία  Οσία  Μήτερ· μεθ’ ού  δυσώπει  υπέρ  πάντων  ημών.


Κοντάκιον. Ήχος  β’.  Τοις  των  αιμάτων σου.
Τοις των αγώνων σου πόνοις θεόληπτε,  το  της  ερήμου  τραχύ  καθηγίασας· διό σου την μνήμην δοξάζομεν, εν υμνῳδίαις Μαρία τιμώντές σε, Οσία Οσίων  αγλάϊσμα.

Έτερον  Κοντάκιον. Ήχος  πλ. δ’.  Τη  υπερμάχω.
Της  μετανοίας  την  λαμπάδα  την  πολύφωτον
Και  εγκρατείας  την  εικόνα  την  θεόγραφον,
Την  Μαρίαν  ανυμνήσωμεν  την  Οσίαν.
Εν  ερήμω  γαρ  ως  άγγελος  εβίωσε
Και τον τρώσαντα αυτήν πρῴην κατῄσχυνε· 
Ταύτη  λέγοντες·  χαίροις  Μήτερ  ισάγγελε.


Μεγαλυνάριον.
Αίγυπτον φυγούσα την των παθών, δάκρυσιν  εκπλύνεις, αμαρτίας τον μολυσμόν, και εν τη  ερήμω, του  Ιορδάνου  Μήτερ,  ως  άγγελος Μαρία,  όντως ηγώνισαι


Κυριακή των Βαΐων


Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Πέντε μέρες προ του Νομικού Πάσχα, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα ονάριο και αφού κάθισε πάνω του εισερχόταν στη πόλη. Ο λαός μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς (είχαν μάθει και τα περί αναστάσεως του Λαζάρου) έλαβαν στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και πήγαν να τον προϋπαντήσουν. Άλλοι με τα ρούχα τους, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και τα έστρωναν στο δρόμο όπου διερχόταν ο Κύριος και τον ακολουθούσαν. Ακόμα και τα νήπια τον προϋπάντησαν και όλοι μαζί φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωαν. ιε΄).
Αυτή τη λαμπρή και ένδοξο πανήγυρη της εισόδου στα Ιεροσόλυμα του Κυρίου εορτάζομε αυτή τη Κυριακή. 
Σήμαιναν δε τα βάγια, οι κλάδοι των φοινίκων, τη κατά του διαβόλου και του θανάτου νίκη του Χριστού. Το δε Ωσαννά ερμηνεύεται σώσον παρακαλώ. Το δε πωλάριο της όνου και το κάθισμα του Ιησού πάνω του, ζώου ακάθαρτου κατά τον νόμο τους, σήμαινε τη πρώην ακαθαρσία και αγριότητα των εθνών και την μετά από λίγο υποταγή αυτών στο άγιο Ευαγγέλιο.
Η Εκκλησία μας ψάλλει: 
Αφού ταφήκαμε μαζί με Σε, Χριστέ και Θεέ μας, δια του βαπτίσματός μας (το οποίο είναι τύπος του θανάτου Σου και της ταφής Σου), αξιωθήκαμε δια της αναστάσεώς Σου να εισέλθουμε στην αθάνατο ζωή της Βασιλείας Σου. Γι' αυτό υμνούντες Σε, κράζομε: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ, που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του Ουρανού. Ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον  Κύριο!


Απολυτίκιον.  Ήχος  α’.
Την κοινήν Ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας  τον  Λάζαρον  Χριστέ  ὁο  Θεός·  όθεν  και  ημείς  ως  οι  παίδες, τα  της νίκης  σύμβολα  φέροντες,  σοι  τω  νικητή  του  θανάτου  βοώμεν·  Ωσαννά  εν τοις  υψίστοις,  ευλογημένος  ο  ερχόμενος,  εν  ονόματι  Κυρίου.

Έτερον  Απολυτίκιον.  Ήχος  δ’.
Συνταφέντες σοι δια του Βαπτίσματος, Χριστέ ο  Θεός  ημών,  της  αθανάτου ζωής  ηξιώθημεν  τη  Αναστάσει  σου,  και  ανυμνούντες  κράζομεν·  Ωσαννά  εν τοις  υψίστοις,  ευλογημένος  ο  ερχόμενος,  εν  ονόματι  Κυρίου.

Η Υπακοή. Ήχος πλ. β’. 
Μετά  κλάδων  υμνήσαντες  πρότερον,  μετά  ξύλων  συνέλαβον  ύστερον,  οι αγνώμονες Χριστόν, Ιουδαίοι τον Θεόν· ημείς δε πίστει  αμεταθέτω, αεί τιμώντες  ως  ευεργέτην,  δια  παντός  βοώμεν  αυτώ·  Ευλογημένος  εί  ο ερχόμενος,  τον  Αδάμ  ανακαλέσασθαι.


Κοντάκιον. Ήχος πλ. β’. 
Τω  θρόνω  εν  ουρανώ,  τω  πώλω  επί  της  γης,  εποχούμενος,  Χριστέ  ο  Θεός, των Αγγέλων την αίνεσιν, και των παίδων ανύμνησιν, προσεδέξω  βοώντων σοι·  Ευλογημένος  εί  ο  ερχόμενος,  τον  Αδάμ  ανακαλέσασθαι.


Μεγαλυνάριον.
Επί  πώλου  όνου  εις  την  Σιών,  εισῆλθες  Σωτήρ  μου,  υπό  παίδων  και  των βρεφών,  αινούμενος  Λόγε,  το  Ωσαννά  βοώντων,  ευλογητός  ο  ήκων,  σώσαι τον  άνθρωπον.


Οι Άγιοι Βασιλείδης και Γερόντιος οι Μάρτυρες


Οι  Άγιοι  Μάρτυρες  Βασιλείδης  και  Γερόντιος  τελειώθηκαν  δια  ξίφους. Ναός  του Αγίου  Μάρτυρα  Γεροντίου  σωζόταν  στην  Κωνσταντινούπολη  μέχρι  τα  τέλη  του 14ου  αιώνος  μ.Χ.

Ο Άγιος Αβραάμιος ο Νεομάρτυρας εκ Βουλγαρίας



Ο  Άγιος  Νεομάρτυς  Αβραάμιος  καταγόταν  από  την  Βουλγαρία  και  ζούσε  στην Ρωσία.  Αρχικά  ήταν  Μουσουλμάνος,  αλλά  όταν  άκουσε  το  κήρυγμα  του Ευαγγελίου  ασπάσθηκε  την  Ορθόδοξη  πίστη.  Ήταν  φιλάνθρωπος  και  ελεήμων προς  τους  φτωχούς.  Στην  πόλη  Βολγάρα,  στις  κατώτερες  εκβολές  του  ποταμού  Βόλγα,  ο  Άγιος  Αβραάμιος  άρχισε  να  διδάσκει  τους  συμπατριώτες  του  για  τον αληθινό  Θεό.  Τότε  τον  συνέλαβαν και  προσπάθησαν  να  τον  εξαναγκάσουν  να αρνηθεί  τον  Χριστό.  Ο  Άγιος, όμως,  έμεινε  σταθερός  στην  ομολογία  της πατρώας ευσέβειας.  Έτσι,  το  έτος  1229,  τεμάχισαν  τον  Άγιο  και  έπειτα  απέκοψαν την  τίμια  κεφαλή  του. Οι  Ρώσοι Χριστιανοί, που  ζούσαν  στην  πόλη,  ενταφίασαν το  ιερό  λείψανο  του  Αγίου  στο  χριστιανικό  κοιμητήριο.     
Η  ανακομιδή  των  ιερών  λειψάνων  του  έγινε  στις  6  Μαρτίου  του  έτους  1230  από τον  μεγάλο  πρίγκιπα  του  Βλαντιμίρ  Γεώργιο  (
 4 Φεβρουαρίου),  ο  οποίος  τα εναπέθεσε  στον  ιερό  ναό  της  Κοιμήσεως  της  Θεοτόκου  της  μονής  Κνυατζινίν.

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός


Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργὸς γεννήθηκε τὸ ἔτος 1316 στὴν πόλη Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας, μία μικρὴ πόλη τοποθετημένη στὴν συμβολὴ τῶν ποταμῶν Βόλγα καὶ Ὄκα, στὸ πριγκιπάτο τῆς Σουζδαλίας. Ἦταν τὰ χρόνια τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ καὶ τῶν ἐσωτερικῶν πολέμων ἀνάμεσα στοὺς Ρώσους πρίγκιπες. Ἡ Ρωσία ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ πολέμους, πυρκαγιὲς καὶ ὀλέθρους. Ἐνῷ οἱ εἰδωλολάτρες λεηλατοῦσαν πόλεις καὶ μονὲς καὶ σκότωναν τοὺς φιλήσυχους κατοίκους ἢ τοὺς σκλάβωναν, οἱ Χριστιανοὶ πρίγκιπες, ἀντὶ νὰ ὑπερασπιστοῦν τοὺς ὑπηκόους τους ἀπὸ τοὺς καταπιεστές, σήκωναν ὁ ἕνας ἐναντίων τοῦ ἄλλου τὸ ἀδελφοκτόνο χέρι, καλώντας συχνὰ σὲ συνδρομὴ τοὺς εἰδωλολάτρες, ὥστε νὰ μπορέσουν μὲ τὴν βοήθεια τῶν Ταταρομογγολικῶν δυνάμεων νὰ προσθέσουν στὴν κυριαρχία τους νέα ἐδάφη ποὺ τὰ ἅρπαζαν ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς πρίγκιπες. Οἱ νέοι ἀσκητὲς στὴν δύσκολη ἐκείνη περίοδο συνεισέφεραν μὲ τὴν σοφία καὶ τὴν ψυχική τους δύναμη καὶ συμπαραστέκονταν στὴν πνευματικὴ στέρηση τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ.
Ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἐξεδήλωσε τὴν δίψα του γιὰ τὰ γράμματα καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Στὴν παιδική του ἡλικία, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἐφημέριου τοῦ χωριοῦ του, ἄρχισε νὰ μαθαίνει νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ διαβάζει τὶς θεῖες Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὰ παιχνίδια δὲν τὸν ἐνδιέφεραν.
Τὸ δεύτερο σχολεῖο τοῦ μικροῦ Εὐθυμίου ἦταν ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου, ὅπου συχνὰ πήγαινε. Ἀποσυρόταν σὲ μία σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μὴν ἀπασχολεῖται μὲ ἀνούσιες συζητήσεις καὶ συγκεντρωνόταν στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου, τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Καταλάβαινε βαθύτατα τὴ σκέψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι παιδὶ ὡς πρὸς τὴν ἁγνότητα καὶ ἄνδρας ὡς πρὸς τὴν λογική. Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν περιέβαλαν ἄκουγε διηγήσεις γιὰ ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ μιμούμενοι τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ ἀποσύρονταν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὶς πολυτέλειες, γίνονταν ἐρημῖτες καὶ ζοῦσαν σὲ ἡσυχία καὶ μετάνοια. Στὴν ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ὡρίμασε ἡ ἀπόφαση νὰ ἀφιερώσει τελείως τὴν ζωή του στὸν Θεό. Ἀναζήτησε, λοιπόν, ἕναν πνευματικὸ καθοδηγητὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς τελειώσεως.
Τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του ἀνέλαβε ὁ Ἅγιος Διονύσιος, μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Νιζνέγκοροντ καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας ( 26 Ἰουνίου καὶ 15 Ὀκτωβρίου). Πῶς ὅμως ὁ Εὐθύμιος συνδέθηκε μὲ τὸν ἅγιο γέροντά του;
Περὶ τὸ ἔτος 1330 ἔφθασε στὸ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ ἕνας εὐσεβὴς μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος. Αὐτὸς ἔσκαψε μία σπηλιὰ σὲ μία ἀπόκρημνη ὄχθη τοῦ Βόλγα καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στὸν ἀσκητικὸ βίο. Οἱ φῆμες σχετικὰ μὲ τὴν ἀσκητική του ζωὴ σύντομα διαδόθηκαν στὰ περίχωρα καὶ ὁ κόσμος ἄρχισε νὰ ἀπευθύνεται σὲ αὐτόν, ζητώντας του νά τοὺς συμβουλέψει καὶ νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς. Ἔτσι δημιουργήθηκε μία ὁμάδα μαθητῶν καὶ δίπλα στὴν ἀρχικὴ σπηλιὰ κτίσθηκε ἕνα μοναστήρι καὶ μία Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐθύμιος εἶχε ἀκούσει πολλὲς φορὲς νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτὸν τὸν ἀσκητή. Μία ἡμέρα, λοιπόν, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ μοναστήρι γιὰ νά τὸν συναντήσει. Ἀφοῦ τελικὰ ἔφθασε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ γέροντα ἀσκητῆ, βρέχοντάς τα μὲ δάκρυα, ἀλλὰ δὲν κατόρθωνε νὰ ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ ἡ καρδιά του ἐπιθυμοῦσε. Ὁ Στάρετς τοῦ εἶπε νὰ σηκωθεῖ καὶ τὸν ρώτησε: «Γιατί, παιδί μου, ἦλθες σὲ ἐμένα τὸν ἄθλιο καὶ εὐτελή;». Ὁ νέος τότε ἀπάντησε: «Πάτερ, πάρε μὲ στὸ ἅγιο καὶ ἐκλεκτό σου ποίμνιο. Ἐπιθυμῶ, ὦ μακάριε καὶ ἅγιε ἄνθρωπε, ὁ Θεός, μὲ τὴν μεσολάβησή σου, νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ ζήσω τὴ μοναστικὴ ζωὴ καὶ νὰ εἶμαι προσανατολισμένος ἀπὸ σένα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας».
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ νέου καὶ τοῦ ἔδωσε κουράγιο, δοξάζοντας τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀπόφασή του νὰ ἀρνηθεῖ τὶς πολυτέλειες τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀναλάβει στοὺς ὤμους του τὸ θεῖο ζυγό.
Ἀφοῦ ἄφησε τὸν νέο νὰ μπεῖ στὸ κελί του, εἶχε μαζί του μία πνευματικὴ συζήτηση μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετάσει τὶς πραγματικὲς προθέσεις του καὶ ἀφοῦ πείσθηκε γιὰ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ χαρακτῆρος τοῦ νεαροῦ Εὐθυμίου, τὸν ἔκειρε λίγο ἀργότερα μοναχό, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Εὐθύμιος.
Ἡ καρδιὰ τοῦ μοναχοῦ Εὐθυμίου πλημμύρισε ἀπὸ μεγάλη χαρὰ καὶ ἀπηύθυνε στὸν Κύριο δοξαστικὴ ἱκεσία: «Σὲ εὐλογῶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ, γιὰ τὴ σωτηρία μου, ἐπειδὴ ἔκρινες ἐμένα, τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ εὐτελή, ἄξιο νὰ λάβει τὴν πολυπόθητη σωτηρία».
Ὁ Εὐθύμιος ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ στὴ νηστεία, θέλοντας νὰ δαμάσει τὶς ἐπιθυμίες του. Τὴν ἡμέρα ἐκτελοῦσε μὲ ὑπακοὴ καὶ ζῆλο τὰ καθήκοντα ποὺ τοῦ ἀνέθεταν οἱ πατέρες τῆς μονῆς. Τὴ νύχτα ἀποσυρόταν σὲ μία σπηλιὰ μόνος καὶ προσευχόταν φλογερὰ πρὸς τὸν Κύριο, δίχως σχεδὸν νὰ κοιμᾶται ποτέ. Ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴν τήρηση τῆς νηστείας καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὴν εὐλογία νὰ τρώει κάθε δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες. Ὁ Στάρετς, περιορίζοντας τὸν ὑπερβολικὸ ζῆλο τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ, δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία καὶ τὸν ἐπιτίμησε νὰ τρώγει κάθε ἡμέρα μαζὶ μὲ τὴν μοναχικὴ κοινότητα.
Ὁ Εὐθύμιος ὑπάκουσε, ἀλλὰ ἔτρωγε μόνο γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ἀπὸ τὴν πεῖνα. Καμιὰ φορὰ ἔκανε ὅτι ἔτρωγε, γιὰ νὰ μὴν προκαλεῖ τὴν προσοχὴ τῶν ἀδελφῶν του μὲ τὴν ὑπερβολική του ἀσιτία. Ἔπινε μόνο νερὸ καὶ μονάχα ὅταν ἡ δίψα γινόταν ἀνυπόφορη. Κοιμόταν στὴν γῆ καὶ ὁ ὕπνος του διακοπτόταν ἀπὸ ὁλονύκτιες προσευχές. Θεωρώντας τα ὅλα αὐτὰ ἀκόμα ἀνεπαρκή, κουβαλοῦσε πάνω του σιδερένιες ἁλυσίδες. Οἱ ἀδελφοί του τὸν ἀγαποῦσαν γιὰ τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του καὶ ὁ ἀσκητικός του βίος προκαλοῦσε τὸν γενικὸ θαυμασμό. Μὲ τὴν συναίνεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐργαζόταν στὴν κουζίνα, στὴν προετοιμασία τοῦ ἄρτου, κουβαλοῦσε τὸ νερὸ καὶ ἔκοβε ξύλα. Ἀντέχοντας τὴν θερμότητα τοῦ πύρινου φούρνου ὁ Ὅσιος ἔλεγε: «Ἄντεξε αὐτὴ τὴ φωτιά, Εὐθύμιε, γιὰ νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ ἀντέξεις τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως».
Ὁ μεγάλος του ἀσκητικὸς ἀγῶνας τοῦ χάρισε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ μεγάλο δῶρο τῶν δακρύων. Ἔτσι πέρασε πολλὰ ἔτη στὴν ἐργασία καὶ τὴν ἄσκηση, μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἀλλάξει τόπο ἀσκήσεως.
Οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν μεγάλη ἐπιρροὴ καὶ δύναμη καὶ ἡ πόλη τοῦ Βλαντιμὶρ – ἕδρα τοῦ μεγάλου πρίγκιπα γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα – ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροή τους. Σιγὰ σιγὰ ὅμως, οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Βλαντιμὶρ ἔπρεπε νὰ ὑποταχθοῦν στὴ Μόσχα καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ νὰ θέτουν τὶς στρατιωτικές τους δυνάμεις στὴν διάθεση τῶν Μοσχοβιτῶν πριγκίπων. Παρόλα αὐτὰ οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας δὲν παρέδωσαν τὴν αὐτονομία τους δίχως νὰ ἀγωνισθοῦν. Ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος Βασίλεβιτς κυριολεκτικὰ μετέφερε τὴν πρωτεύουσά του ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Μόσχα, στὸ Νίζνϊυ, ἀλλὰ στὰ τέλη τοῦ 14ου αἰῶνα μ.Χ. ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Βασίλειος Ντιμιτρίεβιτς, μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ χάνη Τοχτάμυ, κατέλαβε τὴν πόλη, βάζοντας ἔτσι τέλος στὴν ἀνεξαρτησία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Νίζνϊυ, ποὺ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὑπήχθησαν στὴ Μόσχα.
Ὁ τελευταῖος πρίγκιπας τῆς Σουζδαλίας, Μπόρις, τὸ ἔτος 1351 ἀποφάσισε νὰ ἱδρύσει στὴν γενέτειρά του ἕνα μοναστήρι καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσε νὰ λάβει τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως, Ἁγίου Διονυσίου. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εὐλογία, ὁ πρίγκιπας ζήτησε νὰ τοῦ ἀποστείλουν ἕνα μοναχὸ γιὰ νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν κατασκευὴ καὶ τὴν ὀργάνωση τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ πρίγκιπας ἐπέστρεψε στὴ Σουζδαλία, μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ὅτι θὰ τὸν βοηθήσει.
Στὸ μεταξύ, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπέλεξε ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὄχι μόνο αὐτὸν ποὺ θὰ ἔστελνε στὴ Σουζδαλία, ἀλλὰ καὶ ἄλλους μοναχοὺς γιὰ νὰ τοὺς στείλει σὲ ἄλλα μέρη, ὥστε νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν λαὸ καὶ νὰ διαδοθεῖ ὁ μοναχισμός. Ἀφοῦ κλήθηκε ἡ ἀδελφότητα, ὁ Ἅγιος Διονύσιος διάλεξε δώδεκα μοναχοὺς ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς στὴν πίστη καὶ ζηλωτὲς καὶ τοὺς ἀπέστειλε σὲ ὅλες τὶς βορειοανατολικὲς περιοχὲς τῆς Ρωσίας. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ποὺ ἦταν τὴν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τριάντα ἕξι ἐτῶν, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωση νά πάει στὴ Σουζδαλία, στὸν πρίγκιπα Μπόρις, ἀλλὰ ἐξέφρασε καὶ τὴν ἀμφιβολία του γιὰ τὸ ἂν εἶχε τὴν δύναμη νὰ φέρει εἰς πέρας ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶπε: «Μὴν πέφτεις στὴν ἀνυπακοή, ἀλλὰ νὰ εἶσαι ὑπάκουος στὸν Χριστό. Πήγαινε ἔχοντας τὸν Θεὸ στὴν ὁδό σου, ζῆσε ἤρεμος καὶ μὴ στενοχωρεῖσαι. Ἂν καὶ θὰ εἴμαστε χωρισμένοι σωματικά, θὰ εἴμαστε ἑνωμένοι πνευματικὰ μὲ τὴν προσευχή».
Ἔτσι ὁ Στάρετς Διονύσιος ἔδωσε κουράγιο στὸν μαθητή του καὶ γιὰ νὰ τὸν παρηγορήσει τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοῦ χάριζε τὸ προνόμιο τῆς διορατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶχε αὐτὸ τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τώρα βλέποντας τὸ τί θὰ συνέβαινε στὴν ἱστορία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καὶ τοῦ Νίζνϊυ – Νοβγκοροντ, δακρύζοντας εἶπε στὸν Εὐθύμιο: «Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τῆς αὐξανόμενης ἀνυπακοῆς στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ἡ πόλη μας θὰ ἀφανισθεῖ, οἱ ἅγιες Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ μοναστήρια θὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς ἄπιστους».
Ἡ φοβερὴ πρόβλεψη ἔγινε πραγματικότητα καὶ τὸ πριγκιπάτο τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους τὸ ἔτος 1375, πυρπολήθηκε δύο φορές, τὸ 1377 καὶ τὸ 1378, ἐνῷ τὸ 1445 ἡ Σουζδαλία ἔγινε πεδίο μάχης ἀνάμεσα στὸν μεγάλο πρίγκιπα Βασίλειο Βασίλεβιτς καὶ τὶς Ταταρικὲς δυνάμεις. Οἱ Ρώσοι ἡττήθηκαν καὶ ὁ πρίγκιπας φυλακίσθηκε. Οἱ δὲ Τάταροι λαφυραγώγησαν τὴν μονὴ τῆς Ἀναλήψεως.
Τὴν στιγμὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ ὁ Ἅγιος Διονύσιος προειδοποίησε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο γιὰ μία συνάντηση ποὺ θὰ εἶχε στὴ Σουζδαλία: «Ὅταν θὰ ἔχεις φθάσει στὴν Σουζδαλία καὶ στὴ λαμπρὴ Ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου, ἐκεῖ θὰ συναντήσεις τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως». Ἔτσι ἀνάπαυσε τὸν μαθητή του, λέγοντάς του ὅτι θὰ τύγχανε ἀπὸ τὸν πρίγκιπα καὶ τὸν Ἐπίσκοπο εὐνοϊκῆς ὑποδοχῆς, προστασίας καὶ ὑποστηρίξεως.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδῖου του πρὸς τὴ Σουζδαλία ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος βρῆκε ἕνα μέρος, σὲ ἀπόσταση 5 χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν πόλη Γκοροχόμπεβο, μὲ μία λίμνη περιβαλλόμενη ἀπὸ ἕνα πυκνὸ δάσος, ποὺ τοῦ ἄρεσε πολύ. Ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε ὅτι ἔπρεπε νὰ χτίσει ἐκεῖ ἕνα ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Μέγα Βασίλειο καὶ ὅτι ἔπρεπε, στὸ ἴδιο σημεῖο, νὰ ἱδρύσει ἕνα μοναστήρι.
Φθάνοντας στὴ Σουζδαλία εἰσῆλθε, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου καὶ ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, Δανιήλ. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν δέχθηκε ἐγκάρδια, τὸν ὁδήγησε στὴν κατοικία του καὶ συζήτησε πολὺ μαζί του. Σύντομα καὶ ὁ πρίγκιπας Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς θέλησε νὰ τὸν συναντήσει. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπισκέφθηκε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο καὶ τοῦ ἐξέθεσε τὰ σχέδιά του, προτείνοντάς τον στὸν Ἐπίσκοπο ὡς μελλοντικὸ ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐνέκρινε τὸ σχέδιο τοῦ πρίγκιπα καὶ ἔδωσε τὴν εὐλογία του.
Ὁ πρίγκιπας σηκώθηκε, εὐχαρίστησε τὸν Ἐπίσκοπο καὶ πρότεινε νὰ πᾶνε ἀμέσως καὶ οἱ τρεῖς νὰ ἐπιλέξουν τὸ σημεῖο γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ μοναστηριοῦ. Ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Καμένκα, ἐντόπισαν ἕνα ὑψίπεδο καὶ ἐκεῖ ἀποφάσισαν νὰ θεμελιώσουν τὸ ναὸ καὶ τὴ μονή. Λίγο καιρὸ ἀργότερα τοποθέτησαν μὲ κάθε ἐπισημότητα τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ ναοῦ, ποὺ ἀφιερώθηκε στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀμέσως ἄρχισε τὴν ἐργασία γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸ μέρος τῆς ἀναπαύσεώς του. Ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τρεῖς πέτρες καὶ κατασκεύασε ἀπὸ αὐτὲς ἐπάνω στὴ βορεινὴ θύρα τῶν τειχῶν, ἕνα τάφο, ὅπου ἀργότερα τοποθετήθηκε τὸ ἱερὸ λείψανό του.
Ἡ κατασκευὴ τοῦ ναοῦ ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔτος 1352 καὶ ἦταν τόσο περίλαμπρος ποὺ προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ ὅλων. Ὁ πρίγκιπας Μπόρις διακόσμησε εἰκονογραφικὰ τὸ ναὸ μὲ δικά του ἔξοδα. Ὁ ναὸς ἐγκαινιάσθηκε ἐπίσημα, ἀλλὰ ἡ κατασκευή του ἦταν μονάχα ἡ ἀρχὴ τοῦ καθήκοντος ποὺ εἶχε ἀνατεθεῖ στὸν Ὅσιο Εὐθύμιο. Πράγματι, ἀπέμενε νὰ κατασκευασθοῦν τὰ κελιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς, ἡ τραπεζαρία, διάφορα ἄλλα προσκτίσματα, καθὼς καὶ τὰ τείχη ποὺ θὰ ξεχώριζαν τὴ μονὴ ἀπὸ τὸν λοιπὸ κόσμο. Μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ Εὐθύμιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς μοναχός, ἀλλὰ τώρα ποὺ θὰ γινόταν ὁ πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς μονῆς, χειροτονήθηκε  ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο πρῶτα διάκονος καὶ ἔπειτα πρεσβύτερος, γιὰ νὰ τοποθετηθεῖ ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης τῆς μονῆς.
Ὁ πρίγκιπας Μπόρις συνεισέφερε μὲ γενναιοδωρία στὴν κατασκευὴ τῆς μονῆς, δωρίζοντας χρυσὸ καὶ ἀσῆμι γιὰ τὸ ἐπιχρύσωμα τῶν τρούλων τοῦ ναοῦ καὶ ἄλλα ὑλικά. Ὁ Ὅσιος φρόντιζε γιὰ τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἔργο μὲ τὴν ἐργασία, τὴν ἄσκηση, τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Θεία Λειτουργία, ἐνῷ ὁ εὐσεβὴς πρίγκιπας Μπόρις προσευχόταν μὲ θέρμη, εἶδε ἕνα ὅραμα. Ἀνάμεσα στοὺς παριστάμενους εἶδε ξαφνικὰ ἕναν ἄγνωστο, ποὺ ἐξέπεμπε ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἄμφια ἔλαμπαν ἐκτυφλωτικά. Ὁ πρίγκιπας ἔκπληκτος , στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, διηγήθηκε στὸν Ὅσιο Εὐθύμιο αὐτὸ τὸ παράξενο ὅραμα καὶ τοῦ ζήτησε κάποια ἐξήγηση. Ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: «Ἂν ὁ Κύριος θέλησε νὰ σοῦ τὰ ἀποκαλύψει, σίγουρα δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ κρατήσω κρυφό. Αὐτὸς ποὺ εἶδες ἦταν Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο, δίχως νὰ εἶμαι ἄξιος καὶ μὲ τὴν θεία φιλευσπλαχνία, λειτουργοῦσα, ὄχι μόνο σήμερα, ἀλλὰ πάντοτε. Ἀλλὰ νὰ μὴν διηγηθεῖς ὅσο ζεῖς σὲ κανέναν τίποτα γιὰ τὸ ὅραμά σου».
Ἀπὸ ταπείνωση ὁ Ὅσιος δὲν ἤθελε νὰ μάθει ὁ κόσμος γιὰ τὶς ἀρετές του. Μία φορά, ὅταν ρωτήθηκε ποιὰ εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀρετές, ἀπάντησε: «Αὐτὴ ποὺ ἀσκεῖται κρυφά».
Τὸ ἔργο στὸ μοναστήρι προχωροῦσε ἀκατάπαυστα. Κτίσθηκε ἕνας πέτρινος ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, στὸν ὁποῖο προστέθηκε μία τραπεζαρία καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὸ ἀρτοποιεῖο. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς μοναστικῆς κοινότητας πλήθαιναν συνεχῶς καὶ στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ ἀδελφότητα ἀριθμοῦσε  περὶ τοὺς τριακόσιους μοναχούς. Ὑπῆρχε ἄμεση ἀνάγκη νὰ χτισθοῦν νέα κελιά. Ὅλα τακτοποιήθηκαν μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἕνας τρίτος ναὸς ἀφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο, Ἐπίσκοπων Μύρων τῆς Λυκίας καὶ κατασκευάσθηκε ἀναρρωτήριο γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς προσκυνητές. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἔσκαψε τὸ πηγάδι τῆς μονῆς, ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ὁποίου ἀντλοῦσε νερὸ ὁλόκληρη ἡ ἀδελφότητα. Ὡς καλὸς ποιμένας, ὁ Ὅσιος ἐπέβλεπε μὲ διάκριση, καθοδηγοῦσε μὲ σοφία καὶ μὲ τὸ δικό του παράδειγμα, καλλιεργοῦσε στὴ μονὴ τὸ φρόνημα τῆς ὑπακοῆς καὶ ἐνίσχυε τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη.
Τὸ ἔτος 1364 ἔπρεπε νὰ ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, πάντα στὴν πόλη τῆς Σουζδαλίας. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς τοῦ πρίγκιπα Μπόρις, Ἀνδρέας, μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καὶ τῆς Σουζδαλίας, λίγο προτοῦ πεθάνει ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ οἰκοδομήσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, γιὰ νὰ πραγματοποιήσει ἕνα τάμα ποὺ εἶχε κάνει στὸν Θεό. Ὁ πρίγκιπας φθάνοντας στὴ Σουζδαλία ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου γιὰ τὴν ἀνέγερση τῆς μονῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπικαλέσθηκε τὸν Ὅσιο Εὐθύμιο. Ὁ πρίγκιπας διηγήθηκε μὲ κάθε λεπτομέρεια στὸν Ἅγιο πῶς μὲ θαυματουργὸ τρόπο εἶχε διασωθεῖ ἀπὸ μία καταιγίδα, ποὺ τὸν εἶχε σταματήσει στὸ ποτάμι καὶ γιὰ τὸ τάμα ποὺ εἶχε κάνει γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τον Θεό. «Δώσε μου ένα  μέρος  από  την  άλλη  πλευρά του  ποταμού, μπροστά από  το  μοναστήρι σου», είπε  ο πρίγκιπας.  Ο  Όσιος  αμέσως  συμφώνησε  και ευθύς διάλεξε μία  τοποθεσία  στην  όχθη  του  ποταμού  Καμέλκα,  μπροστά από τη μονή του Σωτήρος, όπου  με  επισημότητα  τοποθετήθηκε  ο  θεμέλιος λίθος της μονής της Προστάτιδος Θεοτόκου. Όταν ολοκληρώθηκε το μοναστήρι,  ο  Επίσκοπος  όρισε  ως  ηγουμένη  μία  ανεψιά  του  Αλεξάνδρου της  Σουζδαλίας.
Όταν  ο  Όσιος  επισκέφθηκε  το  μοναστήρι, που  μόλις είχε  εγκαινιασθεί,  για να  συζητήσει  με  την  αδελφότητα, μίλησε  προφητικά  για  τη  μελλοντική δόξα της μονής της Προστάτιδος. Πράγματι, σε αυτό θα  κατέληγαν  πολλές χήρες  μεγάλων  πριγκίπων  και  Μοσχοβιτών  τσάρων,  που  επιθυμούσαν  να ενδυθούν  το  μοναχικό  ένδυμα.
Όσο  αυστηρός  ήταν  με τον  εαυτό  του, ο  Όσιος,  τόσο  φιλεύσπλαχνος  ήταν προς τους άλλους. Το μοναστήρι του, τοποθετημένο στα περίχωρα μία μεγάλης  πόλεως,  που  ήταν  σταυροδρόμι  πολλών  οδών,  ήταν  ανοικτό  για όλους. Ο ηγούμενος δεν αρνιόταν ποτέ να βοηθήσει όποιον του  το  ζητούσε. Ο ξένος εύρισκε κοντά του καταφύγιο, ο φτωχός ελεημοσύνη, ο πεινασμένος  τροφή.  Η  ελεημοσύνη  και  γενναιοδωρία  του  σε  ορισμένους φαινόταν  υπερβολική  και  έτσι  αναγκαζόταν  να  ελεεί  στα  κρυφά, για  να μην  διεγείρει παράπονα  εκ  μέρους  της  αδελφότητας  και  την  οδηγήσει  σε πειρασμούς. Εξαγόρασε τα χρέη αυτών που δεν είχαν τα μέσα να αποπληρώσουν  τους  οφειλέτες  τους  και  συχνά  χάριζε  τα  χρέη   που  άλλοι όφειλαν στη μονή. Εξέθετε τους άδικους και διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας  από  καταχρήσεις  όλους  όσοι  είχαν  άδικα  καταδικασθεί και  παρακαλούσε  να  συμπεριφέρονται  στους  αληθινούς  εγκληματίες  με επιείκεια και φιλευσπλαχνία. Κάθε αμαρτωλός που αναζητούσε την σωτηρία,  εύρισκε  σε  αυτόν  τον  οδηγό  της  μετάνοιας.  Με  την  προσευχή  του θεράπευε  ασθενείς  και  δίωκε  τα  δαιμόνια.
Όταν  ο  Όσιος  ένιωσε  ότι  το  τέλος  του  είναι πλέον  κοντά,  κάλεσε  όλους τους  μοναχούς  και  ευλόγησε  τον  καθένα  ξεχωριστά. Τους  εμπιστεύθηκε όλους στα χέρια του Θεού. Τους ασπάσθηκε πατρικά και  ζήτησε  συγγνώμη από όλους. Στην συνέχεια κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και παράδωσε  την  ψυχή  του  στον  Άγιο  Θεό.
Ο  Όσιος  Ευθύμιος  κοιμήθηκε  με  ειρήνη  το  έτος  1404,  σε  ηλικία  ογδόντα οκτώ  ετών. Οι  μοναχοί  ενταφίασαν το  ιερό λείψανό  του  κάτω  από  τα  τείχη του  ναού  της  Μεταμορφώσεως,  στο  μνήμα  που  κατά  την  κατασκευή  του ναού, ο Όσιος είχε κτίσει με τα ίδια του τα χέρια.
Μετά την κοίμησή του, ο Όσιος Ευθύμιος συνέχισε να προστατεύει το μοναστήρι, όπως μαρτυρούν τα πολλά θαύματα που έλαβαν χώρα  πλησίον του  τάφου  του.  Στις  4  Ιουλίου  1507, με την ευκαιρία της  ανακατασκευής  του ναού  τα  ιερά  λείψανά  του  βρέθηκαν  άφθαρτα.


Ο Όσιος Γερόντιος ο Κανονάρχης


Ο  Όσιος  Γερόντιος  έζησε  κατά  τον  14ο  αιώνα  μ.Χ.  και  ασκήτεψε  στη  Λαύρα των  Σπηλαίων  του  Κιέβου,  όπου  του   είχε  ανατεθεί  το  διακόνημα  του Κανονάρχου.  Διακρίθηκε  για  τον  ασκητικό  του  βίο  και  την  υπακοή  του.
Ο  Όσιος  Γερόντιος  κοιμήθηκε  με  ειρήνη  και  ενταφιάσθηκε  στη  Λαύρα  του Κιέβου.

Ο Όσιος Ιωάννης ο Φιλόσοφος εκ Γεωργίας


Ο  Όσιος  Ιωάννης (Σκιαβτέλι)  έζησε  μεταξύ  του  12ου και  13ου αἰῶνα μ.Χ.  στη Γεωργία. Σπούδασε Θεολογία, φιλοσοφία και ιστορία στην ακαδημία του Γελατά (βόρεια Γεωργία). Έπειτα έγινε μοναχός και για πολλά  χρόνια ασκήτεψε στο περίφημο μοναστήρι του  Μπάρτζια  (νότια  Γεωργία),  σε  ένα απομονωμένο  κελί.  Εκεί  ο  Όσιος  Ιωάννης έζησε μία  αυστηρή  ασκητική ζωή, συνεχώς αφιερωμένος σε θεολογικές  αναζητήσεις  δια  της  προσευχής και εντρύφησε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Μετά από συνεχείς πνευματικές προσπάθειές του κατόρθωσε να  φθάσει  σε  ένα  υψηλό  βαθμό πνευματικής τελειώσεως και  δέχθηκε το χάρισμα του  λόγου,  το  οποίο φανερώθηκε  στην  ποιητική  του  δημιουργικότητα.
Στο  μοναστήρι  του  Μπάρτζια,  κατά  τα  έτη  1210 – 1214,  ο  Όσιος  Ιωάννης έγραψε μία αξιοσημείωτη ωδή, υπό τον τίτλο «Δούλος Χριστού», στην  οποία σκιαγραφείται  η  εικόνα  του  Χριστιανού,  που  είναι  πιστός  στους  Κανόνες της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο έργο αυτό ο μοναχός αυτοαποκαλείται συχνά περιπλανώμενος και δούλος Χριστού. Μεγάλο μέρος  της  ωδής  αφιερώνεται  στον  Γεωργιανό  αυτοκράτορα  Άγιο  Δαβίδ  Γ’, τον  Αποκαταστάτη ( 26  Ιανουαρίου) και  στην  Γεωργιανή  αυτοκράτειρα Ταμάρα  τη  Μεγάλη  ( 1  Μαΐου  και  Κυριακή  των  Μυροφόρων).
Η  θεολογική  σημασία  της  ωδής  «Δούλος  Χριστού»,  είναι  ειδικά  εμφανής  σε εκείνους  τους  στίχους,  όπου  ο  ποιητής  αφιερώνει  προσευχές  στο  Όνομα  της Υπεραγίας Τριάδος για  να  ευχαριστήσει τη  Θεία Παντοδυναμία και  τη Θεία Πρόνοια, που χάρισε στους ανθρώπους το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Μιλώντας  για  την  σειρά  της  δημιουργίας  του  κόσμου  από  τον Θεό, ο Όσιος Ιωάννης γράφει, σε αντιστοιχία με τα έργα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, σχετικά με τις Θείες και Εκκλησιαστικές Ιεραρχίες.        
Ο  Όσιος  Ιωάννης  κοιμήθηκε  σε  βαθύ  γήρας  με  ειρήνη.