2/12/16

Ο Όσιος Αββακούμ ο ασκητής

Ρώτησαν  κάποτε  ένα  γέροντα  ασκητή  να τους πει  από  την  πείρα  του,  πως  μπορεί ένας  άνθρωπος  να  σωθεί.
Κι  αυτός,  αφού  έσκυψε  και  σκέφτηκε  λίγο,  σήκωσε  το  κεφάλι  και  απήντησε:
— Ο  άνθρωπος  μπορεί  να  σωθεί  μόνο  σαν  βαδίσει  τον  σωστό  δρόμο.
— Και  ποιος  είναι, γέροντα, ο  σωστός  δρόμος;

Ο  ασκητής,  αφού  βυθίστηκε  και πάλι σε σκέψεις, τίναξε ξαφνικά  το  κατάλευκο κεφάλι  και  είπε  αποφασιστικά:

– Ο  ανήφορος.

Ναι! Ο  ανήφορος  είναι  ο  σωστός  αλλά  και  σωστικός  δρόμος.
Αυτόν  πρέπει να πάρει και  να βαδίσει με υπομονή και  σταθερότητα  καθένας, που ποθεί  και  θέλει  να  επιτύχει  την  σωτηρία  του.

Τον  ανήφορο διάλεξαν και με υπομονή και επιμονή βάδισαν όλοι οι Άγιοι  και Μάρτυρες  της  πίστεως  και  της  πατρίδος  μας.
Τον ανήφορο βάδισε και  ο  Όσιος Αββακούμ, που  την μνήμη του γιορτάζουμε στις  2 Δεκεμβρίου.
Γι’ αυτόν  χαράσσονται  και  οι  παρακάτω  λίγες  γραμμές.

Άγνωστη  η  πατρίδα  του,  άγνωστοι  και  οι  γονείς  του. Εκείνο που  υποτίθεται  δι’ αυτόν  είναι,  πως  ήταν ένας από τους  300 «Αλαμανούς» αγίους, που  ήρθαν στην Κύπρο από  την Παλαιστίνη και  ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη του νησιού μας. Οι άνθρωποι αυτοί  ήσαν Έλληνες εργάτες που  δούλευαν στη  Γερμανία  ή  «Αλαμανία» (Allemagne). Έλαβαν  μέρος  στη  Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149)  και  μετά  την  διάλυσή της, αφού πήγαν και προσκύνησαν στην Ιερουσαλήμ, αποφάσισαν να ζήσουν την μοναχική  ζωή στην έρημό του Ιορδάνη. Επειδή  όμως εκεί οι Λατίνοι διαρκώς τους ενοχλούσαν,  ήρθαν  στην  Κύπρο  και  διασκορπίστηκαν  στο  όμορφο  νησί  μας.  Ο Όσιος  Αββακούμ,  αφού  επισκέφθηκε  διάφορους τόπους, εγκαταστάθηκε στο  τέλος στην  περιοχή  της Σολέας και μάλιστα στο  όρος της Καλαμιθάσας, που  είναι  δυτικά από  το  χωριό της  Πιτσιλιάς  Φτερικούδι.  Εκεί, σε  μια  σπηλιά, έστησε  το  ασκητήριό του  και  άρχισε  έντονα  τον  αγώνα  του  για  την  ηθική  του  τελείωση.

Τα  λόγια  του  Κυρίου  μας  «αγωνίζεσθε  εισελθείν  δια  της στενής πύλης»  (Λουκ. ιγ’ 24),  έγιναν  για  τον άγιό  μας  ένα  σύνθημα,  μα  και  ένας  τρόπος  ζωής.  «Στενή  η πύλη  και  τεθλιμμένη  η  οδός η απάγουσα  εις την ζωήν» (Ματθ. ζ’ 14), σκεφτόταν. Πόσο  στενή  είναι η  θύρα  και  γεμάτος  δυσκολίες  και  κινδύνους  ο  δρόμος  που  φέρει  στην αιώνια ζωή! Είναι δύσκολος ο δρόμος, γιατί εκείνος που θέλει να τον βαδίσει, πρέπει  να  έχει  υπ’ όψην  του  πως πρέπει πολύ  να παλέψει. Να  παλέψει  με τον  εαυτό του πρώτα και  ύστερα με τον κόσμο της αμαρτίας. Με τις κακές παρακινήσεις  των  ανθρώπων που  είναι γύρω του. Και  ακόμη  με  τον  πονηρό διάβολο.  Τα γνωρίζει αυτά ο φωτισμένος άνθρωπος του Θεού, γι’ αυτό και αναλαμβάνει τον αγώνα του με ζήλο φλογερό. Μια  σκέψη  και  ένας  πόθος  κυριαρχεί μέσα  στην  ψυχή  του.  Πως να αρέσει στον Θεό. Τα προστάγματα του αγίου Ευαγγελίου  είναι  πάντα  μπροστά του. Και  είναι  μπροστά του, γιατί  η  μελέτη  του αγίου αυτού βιβλίου, όσο και  ολόκληρης της Αγίας Γραφής, έγιναν καθημερινή φροντίδα  του. Την σύσταση του Πνεύματος του  Θεού  προς  τον  Ιησού  του  Ναυή,  «ουκ  αποστήσεται  η  Βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματός σου και  μελετήσεις  εν αυτώ  ημέρας  και  νυκτός» (Ιησ. του  Ναυή α’ 8), την  θεωρεί  σαν  σύσταση, που  γίνεται σε  κάθε πιστό. Κάθε πιστός που  θέλει να προχωρεί  στην  πνευματική  ζωή  πρέπει  να μην αφήνει από  τα  χέρια του ποτέ  ούτε  και  από  την  καρδιά  και  από  το  στόμα  του το  βιβλίο του  Θεού, που  δεν είναι άλλο από την Αγία Γραφή, την Παλαιά  δηλαδή  και την Καινή  Διαθήκη. Το βιβλίο αυτό  κάθε συνειδητός πιστός πρέπει να το μελετάει τακτικά. Αυτό κάνει και  ο ασκητής μας.  Από  την Αγία  Γραφή  αντλεί  τα επιχειρήματά του για να αντιμετωπίσει τους ποικίλους πειρασμούς που ο διάβολος παρεμβάλλει  στον αγώνα του μέρα και νύκτα. Από  την Αγία Γραφή  διδάσκεται  και πάλι  πόση  ευτυχία  γεμίζει  την  ψυχή  εκείνων που με την θέλησή τους αναλαμβάνουν την  υποταγή  του  εαυτού  τους  στον  «χρηστόν  ζυγόν  του  Κυρίου».

Ο  άνθρωπος πλάστηκε  από  τον  Θεό  για  τον Θεό.  Κοντά  στον  Θεό  και  μόνο  μπορεί να βρει αυτός της ψυχής του την ειρήνη, την αληθινή χαρά, μα και την μακαριστή  ευτυχία. Ελεύθερος  πλάστηκε  ο  άνθρωπος. Την ελευθερία του όμως μπορεί  να  την διαφυλάξει μόνο σαν υποτάξει την θέλησή του στην θέληση  του  Θεού. Σ’ αυτή  την κατάσταση  βρισκόταν ο  άνθρωπος μέχρι την ημέρα που  αμάρτησε. Γι’ αυτό  και  η  ζωή του  ήταν  χωρίς  πόνους και λύπες. Ζωή  ευλογημένη σε  όλα. Δυστυχώς  η  αμαρτία που  αντιστρατεύεται πάντα  το  θέλημα  του  Θεού,  μίλησε  κακά  στην  ψυχή  του  ανθρώπου.  Και  αυτός  παρασύρθηκε και  νικήθηκε  και  έπεσε, και  ξέκοψε το   θέλημά του  από  το θέλημα του Θεού. Το αποτέλεσμά μας είναι γνωστό. Ο άνθρωπος τότε, όπως λέγει η Αγία Γραφή και  βεβαιώνει και  η ιστορία, κατήντησε  σε μία άθλια  κατάσταση. Πόσο  παραστατικά περιγράφει το  κατάντημα του  ανθρώπου της αμαρτίας ο λόγος του Θεού.  «Άνθρωπος εν τιμή  ών ου συνήκε, παρασυνεβλήθη  τοις  κτήνεσι  τοις  ανοήτοις  και  ωμοιώθη  αυτοίς».
Η   αμαρτία  αποκτήνωσε  και  αποκτηνώνει  τον  άνθρωπο.

Από  την τρομερή  αυτή κατάσταση έβγαλε τον δυστυχισμένο άνθρωπο με την ενανθρώπησή  του ο  μονογενής  Υιός  του  Θεού,  ο  Κύριος  μας.  «Όστις  θέλει  οπίσω μου  ακολουθείν  απαρνησάσθω  εαυτόν και  αράτω  τον σταυρόν  αυτού  και  ακολουθείτω μοι»  είναι το σάλπισμά Του για μετάνοια. Απόλυτη εμπιστοσύνη στο Πανάγιο πρόσωπό  Του  ζήτησε  και  ζητά  ο  Κύριος  από  τον  καθένα  με  τούτο το προσκλητήριό του. Εκατομμύρια  σαγηνεύτηκαν από  αυτό  και  από τα λόγια της αγάπης του. Ανάμεσά τους και  ο άγιός μας. Μελετά  με ζήλο τα λόγια Του και αγωνίζεται με πάθος ενάντια  στην  αμαρτία.  Ολόκληρο  τον  εαυτόν του τον προσφέρει  στον  Κύριο.  Συχνά –πυκνά  επαναλαμβάνει  του  ψαλμωδού  τα  λόγια:
«Αποκάλυψαν  τους  οφθαλμούς  μου,  και  κατανοήσω  τα  θαυμάσια  εκ  του  νόμου  σου».
Δηλαδή,  Κύριε, απομάκρυνε  από  τα  μάτια  της  ψυχής  μου  κάθε  εμπόδιο  και  φώτισε  το  μυαλό  μου, ώστε να μπορέσω να κατανοήσω το  θαυμαστό  βάθος της σοφίας  και  την  χρησιμότητα  του  νόμου  σου.
Θέλει  να  εμβαθύνει η  αγνή  εκείνη ψυχή  στο  θέλημα  του  Κυρίου,  για  να  μπορεί  να βοηθά  και  άλλους. Πόσο ευσεβής ο πόθος του! Μα και πόσο διδακτικός για τους χριστιανούς της εποχής μας, οι οποίοι για μύρια πράγματα ενδιαφέρονται και φροντίζουν  και  για  ένα μονάχα  αδιαφορούν.  Για  την  γνωριμία  τους  με τον λόγο του  Θεού  και  την  κατανόησή  του,  αλλά  και  την  προσφορά  του  στους  γύρω  τους.

Ένας  που  γεύθηκε  το  μέλι  είναι  φυσικό  να  θέλει  τη γλυκύτητά του να τη γνωρίσουν και  άλλοι. Γεύθηκε το μέλι του λόγου του Θεού ο Άγιός μας. Την ευχαρίστηση  και  χαρά, που δοκιμάζει ο ίδιος με την  καθημερινή  περιπλάνησή  του στους  χλοερούς  λειμώνες  της Αγίας Γραφής,  δεν  του  είναι  εύκολο  να την  κρατήσει μόνο  για  τον  εαυτό  του.  Ένα  έργο ιεραποστολής αρχίζει με ζήλο  στα γειτονικά χωριά, μα και σ’ εκείνους οι οποίοι τον επισκέπτονται στο ασκητήριό του και μία παρότρυνση  για  έργα  αγάπης.

Με τις προτροπές του οι κάτοικοι του χωρίου Καλαμιθάσα, που βρισκόταν στους πρόποδες  του  ομώνυμου  όρους, ανέλαβαν  να  κτίσουν  μία  εκκλησία  προς  τιμή  του προφήτου  Αββακούμ.  Στο  κτίσιμο  βοηθά  και  ο  Όσιος. Κάθε  μέρα  κατεβαίνει  από την  κορυφή  του  όρους  όπου  είχε το ασκητήριό του, για  να  προσφέρει  τις  υπηρεσίες του  ως  εργάτης. Μαζί  με  την υλική  αυτή  προσφορά του,  δεν  αμελεί  να  προσφέρει από το πολύτιμο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς του και  τα πνευματικά. Σαν  φωτεινή λαμπάδα ξεχύνει το ιλαρό φως του Ευαγγελίου στις σκοτισμένες καρδιές που εργάζονται  μαζί του. Με τα λόγια του, λόγια καλοσύνης και  αγάπης, λόγια  φόβου Θεού, οι πονεμένοι και πολυβασανισμένοι εκείνοι άνθρωποι των βουνών βρίσκουν ανακούφιση  και  παρηγοριά, αλλά και  τον φωτισμό και τη χειραγώγησή τους στον δρόμο  της  αρετής  και  της  ανθρωπιάς.

Όταν με τη βοήθεια του Θεού  η  μικρή  εκκλησία τελείωσε, ο  Όσιος  έφτιαξε  δίπλα  σ’ αυτήν και  ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο και εγκαταστάθηκε. Στο δωμάτιο αυτό συνεχίζει την ασκητική ζωή του. Μια ζωή εγκρατείας, νηστείας, αγρυπνίας και ζωντανής  προσευχής.

Το  αποτέλεσμα  μιας  τέτοιας  ζωής  υπήρξε  άμεσο. Πλούσια  «η θεία χάρις, η τα ασθενή  θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» επεσκίασε τον Όσιό μας. Καθηγίασε  τις ιερές του προσπάθειες. Φώτισε  το  νου  και την  καρδιά  του. Αλλά  και τον  ανέδειξε  εκλεκτό  και  τιμημένο,  όπως  τον  θέλει  ο  Κύριος.  (Α’ Πέτρ. η’ 4).

Στο  ταπεινό  και  απέριττο εκείνο  δωμάτιο  η  σεβάσμια  και  επιβλητική  μορφή  του και  γενικά  η  αγιότητά του  τραβά σαν δυνατός  μαγνήτης  κοντά  του  πλήθη  πιστών. Όλοι  έρχονται  για να ακούσουν από αυτόν τα λόγια του, λόγια ζωής, μα και  να πάρουν  την θαυματουργική του χάρη και ευλογία, γιατί πολύ  τον  χαρίτωσε  ο  Κύριος και  με τούτο το  δώρημα. Ο  Άγιος θεραπεύει διάφορες αρρώστιες  και  ιδιαίτερα  την κωφότητα.  Η προθυμία του να  εξυπηρετήσει τον καθένα  και  η  στοργή του προς όλους  ήταν  κάτι το  πολύ συγκινητικό. Οι  επισκέπτες του φεύγουν από  κοντά του πάντα  γοητευμένοι,  ανανεωμένοι  και  με  καινούργιες  αποφάσεις.

Έτσι πέρασε την ζωή του ο ζηλωτής αυτός λάτρης της αγγελικής ζωής. Μέχρι την τελευταία του πνοή  βάστασε σταθερά  με έργα και λόγια τον ζυγό  του  Κυρίου  και παρέδωκε την αγία του ψυχή στα χέρια  του  αγωνοθέτου  Χριστού,  από  τον  οποίο  και έλαβε  «το  βραβείον  της  άνω  κλήσεως  του  Θεού  εν  Χριστώ  Ιησού». (Φιλιπ. γ’ 14).

Οι  χριστιανοί  των γύρω  χωριών  στο  άκουσμα του  θανάτου του  έτρεξαν και  με δάκρυα  στοργής και  ευγνωμοσύνης κήδεψαν το άγιο σκήνωμά του μέσα στην εκκλησία.  Αργότερα  έκτισαν  και  ναό  προς  τιμή  του  και  μέσα  σ’ αυτόν  εναπέθεσαν και  το  άγιο  λείψανό  του.

Όταν  οι  Τούρκοι  κατέλαβαν  το  μαρτυρικό  νησί  μας,  το χωριό  Καλαμιθάσα  στο οποίο  βρισκόταν  ο ναός και  το  άγιο λείψανο καταστράφηκε από αυτούς.  Όσοι  από τους  χριστιανούς  επέζησαν,  κατέφυγαν στα γύρω βουνά. Αργότερα κατά  τον 19ο  αιώνα  πολλοί  Έλληνες  ήρθαν  και  εγκαταστάθηκαν  στο  Φτερικούδι.  Στην εκκλησία, που  έκτισαν στο  χωριό αυτό, προς τιμή  του  Αγίου  Νικολάου,  έφεραν  και τοποθέτησαν  από  τον κατεστραμμένο  ναό της Καλαμιθάσας διάφορες εικόνες, μεταξύ  των  οποίων μια μεγάλη του προφήτου Αββακούμ.  Στον  ίδιο  ναό,  ο  κτήτοράς του  αφιέρωσε  και  μία  μικρή  εικόνα  του  Οσίου  Αββακούμ  με  διαστάσεις 0,95 Χ 0,167.
Στην  εικόνα  αυτή  ο  Όσιος παρίσταται ως μοναχός. Στο  δεξί  χέρι  κρατά  σταυρό  και στο  αριστερό  ειλητάριο  με  την  επιγραφή:
«Ιησού  μνήμη  φωτίζει  τον  νουν».

Οι  κάτοικοι των γύρω χωριών την ημέρα της μνήμης των Αγίων  (2 Δεκεμβρίου), του Οσίου δηλαδή  και του  Προφήτη Αββακούμ, συνέρχονται και  πανηγυρίζουν, μα  και αναλογίζονται  με συγκίνηση  την  ιδιαίτερη  τιμή που τους έχει γίνει από τον Πανάγαθο  Θεό με τον καθαγιασμό  των χωριών τους από την Αγία μορφή  του φλογερού  εργάτη  της  αρετής,  του  Οσίου  και  Θαυματουργού  Αββακούμ.

«Τιμή  αγίου,  μίμησις  αγίου».  Όσιοι  χριστιανοί  θεωρούν  καθήκον  τους να συνεχίσουν να προσφέρουν κάποια τιμή στον Άγιο Αββακούμ, άς  προσπαθήσουν να μιμηθούν  την  ζωή  του.  Να  μιμηθούμε  όλοι  την  αγάπη  του  στα  λόγια  του  Θεού και  την μελέτη της  Αγίας  Γραφής.  Να  μιμηθούμε  την προσήλωσή  του  στο  θέλημα του  Θεού  και  τον  αγώνα της  αρετής.  Σ’ αυτό  πολύ θα βοηθήσει και  εμάς η εγκράτεια, ο σεβασμός μας στον θεσμό της νηστείας, που είναι η μητέρα της σωφροσύνης, η  ειλικρινής  μετάνοια  και  η  αδιάλειπτος  προσευχή.  Στη στοργική φωνή  του  Σωτήρος  μας  Χριστού  «δεύτε προς μὲ πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι  καγώ  αναπαύσω υμάς», άς σπεύσουμε να απαντήσουμε. Μάλιστα, Κύριε, ερχόμαστε.  «Βοήθησον ημίν και  λύτρωσαι  ημάς  ένεκεν  της  δόξης  του  ονόματός σου»  (Ψαλμ. μγ’ 27).  Με  τούτο  τον τρόπο  θα  απαλλαγεί  η  ζωή  μας  από  κάθε σύγχυση  και  ταραχή.  Και  ακόμη  η  γαλήνη  και  η πνευματική  χαρά, που  όλοι ποθούμε και  νοσταλγούμε, δεν θα μένει σε μας μονάχα  ένας  νοσταλγικός  πόθος  και μία  διακαής επιθυμία, αλλά  θα  γίνει  μία  ζωντανή πραγματικότητα. Όταν  δε και πάλι  θα  φύγουμε  από  τούτο τον κόσμο  τον  προσωρινό  και  μάταιο, η ψυχική σωτηρία  «η  ασφαλής τε και βεβαία» (Εβρ. στ’ 19) θα προσφερθεί  και  σε  μας  σύμφωνα  με  τα  λόγια του  Κυρίου  μας,  που  βεβαιώνουν  το  «ευρήσετε  ανάπαυσιν  ταις  ψυχαίς  υμών».

Δια των  πρεσβειών  του  Οσίου  πατρός  ημών  Αββακούμ, Κύριε  Ιησού  Χριστέ, ο  Θεός ελέησον  και  σώσον  ημάς.  Αμήν.


Απολυτίκιον. Ήχος α’.    
Των  Κυπρίων  το  κλέος,  Καλαμιθάσης  το  καύχημα,  και  θαυματουργός  ανεδείχθης, Αββακούμ πατήρ ημών, όσιε. Της Σολέας ανεδείχθης φαεινός, ως  λύχνος  διαυγέστατος, σοφέ. Θεραπεύεις τους νοσούντας και τους κωφεύοντας άμα, μακάριε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι  δια σου πάσιν ιάματα.


Ο Όσιος Πορφύριος ο Θαυματουργός ο Καυσοκαλυβίτης

Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ  ἕνα κατάστημα.  Μετά  πήγε  στον  Πειραιά,  όπου δούλεψε  δύο  χρόνια  στο  παντοπωλείο  ενός  συγγενούς.

Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.        

Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.

Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.       

Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.        

Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων. 

Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.  

Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».

Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.        

Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσινἓν».

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.           

Τα κύρια χαρακτηριστικά του

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.
     

Τα ουσιώδη
           
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.
   

α) Η ένταξη στην Εκκλησία
     
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.


β) Η αγάπη
 
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
 

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:

- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
  
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
    
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν  εστι  μάλλον  διδόναι  ἢ λαμβάνειν»,  Πράξ. 20,35).  Έτσι  ζούσε  ο  Γέροντας  στη  χαρά  που  κανείς, ούτε  οι  πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η  τελεία  αγάπη  έξω  βάλλει  τον  φόβον»  (Α’ Ιω. 4,18)  και  γι΄  αυτό  λέει  σε  μια  ηχογραφημένη  συνομιλία  του  με  έμφαση  και  με  γεμάτη πραότητα  βεβαιότητα  «Ο  φίλος,  ο  αδελφός  (ο  Χριστός)…!  Πως  το  φωνάζει  αυτό  όμως…!  και πόσο…! Τι  βάθος  κρύβεται  μέσα  σ’ αυτό…!  Πολύ  βάθος!  Δηλαδή  είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία      
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…» 

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.            

Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.      

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.      

Ιερομόναχος Πορφύριος  
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7  Ιουνίου 1991»





Απολυτίκιον.  Ήχος πλ. α´. Τον  συνάναρχον  Λόγον     


Ιχνηλάτης  των  πάλαι  πατέρων  γέγονας,  Αγιωνύμου  του  Όρους  ασκήσας  Σκήτῃ  σεπτή, Τριάδος  της  Ζωαρχικής,  των  Καυσοκαλυβίων,  άβυσσος  θείων  δωρεών,  λυτήρ  δεινών ασθενειών,  εδείχθης  ω  θεοφόρε.  Πορφύριε  οικουμένης,  πάσης,  ποιμήν  ημών  και  στήριγμα.

Έτερον  Απολυτίκιον. 
Ήχος  α´. Της  ερήμου  πολίτης. (Υπό  Ευαγγέλου  Καραδήμου)

Της  Ευβοίας  τον  γόνον,  Οικουμένης  αγλάϊσμα  (πρώτη  γραφή:  πανελλήνων  τον  Γέροντα), της  Θεολογίας  τον  μύστην  και  Χριστού  φίλον  γνήσιον,  Πορφύριον  τιμήσωμεν,  πιστοί,  τον πλήρη  χαρισμάτων εκ  παιδός.  Δαιμονώντας  γαρ  λυτρούται,  και  ασθενείς  ιάται  πίστει κράζοντας·  δόξα τω  δεδωκότι  σοι  ισχύν,  δόξα τω σε αγιάσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν  ιάματα.        

Έτερον  Απολυτίκιον. 
Ήχος  πλ. α´. Τον  συνάναρχον  Λόγον.  (Υπό  Χαραλάμπους Μπούσια)

Προγιγνώσκειν το  μέλλον  σοφώς,  Πορφύριε,  ως  αντιμίσθιον  πόνων  και  βιοτής ευσεβούς χάριν  δέδωκέ  σοι  άνωθεν  ο  Κύριος·  άνθος  Ευβοίας  ιερόν,  εκ  του  Άθω  μυστικώς  προς κήπους  μετεφυτεύθης  αλήκτου  δόξης  πρεσβεύειν  Χριστώ  υπέρ  των  ευφημούντων  σε.           

Έτερον  Απολυτίκιον. 
Ήχος  πλ. δ´. Ορθοδοξίας  οδηγέ.  (Υπό  Αδαμαντίας  Πιπεράκη)

Φωτός  χωρίον  του  Θεού  και  χαρισμάτων  του  Πνεύματος  έμπλεως, των  ιερέων  καλλονή, των  μοναστών  κανών  ακριβέστατος,  Πορφύριε  σοφέ,  τη  διακρίσει  λάμψας  και  θαύμασι, Πατήρ  ημών  όσιε,  πρέσβευε  Χριστώ  τω  Θεώ,  σωθήναι  τας  ψυχάς  ημών.

Έτερον  Απολυτίκιον. 
Ήχος  δ´. Ταχύ  προκατάλαβε.     
(Αγνώστου  ποιητού -  ευρέθησαν  στο  κελλίον        του  Γέροντος  ως  χειρόγραφα,  ως  προσευχή αγνώστων  προσκυνητών  και  απλώς  παρατίθενται  εδώ,  δεν  προτείνονται  προς ψαλμῴδησιν)

Οσίως  διέπρεψας  εν  μέσω  άστει  σοφέ,  την  κλήσιν  δεξάμενος  από  κοιλίας  μητρός·  όθεν προσκαρτερούντες  το  πλήρωμα  του  χρόνου,  προσέτι  μαρτυρίᾳ  πλείω  τούτων  δοθήναι,  ίνα ακαταπαύστως  την  δόξαν  σου  υμνούμεν,  αιτούμενοι  ελέους  τω  σε  αγιάσαντι.

Έτερον  Απολυτίκιον. 
Ήχος  πλ. α´. Τον  συνάναρχον  Λόγον.           
(Αγνώστου  ποιητού - ευρέθησαν  στο  κελλίον  του  Γέροντος  ως  χειρόγραφα,  ως  προσευχή αγνώστων  προσκυνητών  και  απλώς  παρατίθενται  εδώ,  δεν  προτείνονται  προς  ψαλμῴδησιν)

Πνευματέμφορος  όλος  και  απαθέστατος, διακρίσεως  φάρος  φωτοειδέστατος,  ιερατεύων τω Χριστώ,  ως  ισάγγελος  ώφθης. Προφήτης θαυμαστός, τα  εγγύς και  τα  μακράν,  προβλέπεις όσιε Πάτερ, Πορφύριε θεοφόρε,  Αγίου  Όρους  το  αγαλλίαμα.






Κοντάκιον.  Ήχος  πλ. δ´. Τη  υπερμάχω. (Υπό  Αδαμαντίας  Πιπεράκη)
Ως  παιδιόθεν  τον Χριστόν χαίρων ηγάπησας, και  τα  του  βίου  αγαθά  απαρνησάμενος,  την του  Άθωνος  κατέλαβες πολιτείαν,  τον  της  πτώσεως  χιτώνα  εκδυσάμενος,  ανεδείχθης της Τριάδος  ενδιαίτημα  και  πρεσβεύεις  αεί, Πάτερ  όσιε, σωθήναι  ημάς.

Έτερον  Κοντάκιον. 
Ήχος  πλ. δ´. Τη  υπερμάχω. (Υπό  Χαραλάμπους  Μπούσια)

Τον  υακίνθω  και  πορφύρα  ταπεινώσεως,  υπακοής  τε  και  αγάπης  στολισάμενον  της  ψυχής αυτού  το  ένδυμα  και  οφθέντα  χαρισμάτων θείου  πνεύματος  εκσφράγισμα  ευφημήσωμεν σοφίας  ως  διδάσκαλον ανακράζοντες· Χαίροις, μάκαρ  Πορφύριε.

Έτερον  Κοντάκιον. 
Ήχος  πλ. δ´. Τη  υπερμάχω. (Υπό  Ευαγγέλου  Καραδήμου)

Του  Παρακλήτου  τον  ναόν  τον  αγιώτατον  και  της  πανάγνου  Θεοτόκου  προσφιλέστατην, ανυμνήσωμεν  Πορφύριον  εκ  καρδίας.  Αγαπά  γαρ  και  ιάται  πάντας  και  φρουρεί  και πρεσβεύει  όπως τύχωμεν θεώσεως. Όθεν κράζομεν· χαίροις, πάτερ  Πορφύριε.

Έτερον  Κοντάκιον. 
Ήχος  πλ. δ´. Τη  υπερμάχω.

Αγίων  Πάντων  ο χορός  νυν  ευφραινέσθωσαν  και  ορθοδόξων  τα  πληρώματα  χαιρέτωσαν, ότι  άρτι  τη  Εκκλησία,  λαμπρός  αστήρ εφάνη.  Τριάδος  της  Αγίας  Σκήτης  σεπτής,  των Καυσοκαλυβίων  κόσμος  φανείς. Διο  κράζομεν, χαίροις  πάτερ  Πορφύριε.   


 Μεγαλυνάριον

Χαίρε και  ευφραίνου  Σκήτη  λαμπρά,  Καυσοκαλυβίων,  εν  σοί  ηύγασεν  αληθώς,  άστρον καταυγάσαν, την  οικουμένην  πάσαν, και  πάντας  αφυπνίζων,  προς  βίον  κρείττονα.

Έτερον  Μεγαλυνάριον. (Υπό  Ευαγγέλου  Καραδήμου)

Χαίροις χαρισμάτων  ο  θησαυρός  και  των  ιαμάτων  η  πηγή  η  θαυματουργός. Χαίροις  ο προφήτης ο  νέος  Εκκλησίας,  Πορφύριε,  τρισμάκαρ,  Άθωνος  καύχημα.

Έτερον  Μεγαλυνάριον. (Υπό  Χαραλάμπους  Μπούσια)

Χαίροις,  ο  χαρίτων  πλησθείς  πολλών  εν  εσχάτοις  χρόνοις  και  ιθύνας  πιστούς  καλώς  προς λειμώνας  θείους,  αστήρ  θεοσοφίας  και  ακραιφνούς  αγάπης,  πάτερ  Πορφύριε.

Έτερον  Μεγαλυνάριον. (Υπό  Αδαμαντίας  Πιπεράκη)


Χαίροις της
  Ευβοίας  γόνος  εσθλός,  και  υπερουσίου  της  Τριάδος  μυσταγωγός·  χαίροις  του ακτίστου,  φωτός  του  Θαβωρίου,  αιρέτης  και  δοχείον,  Πάτερ  Πορφύριε.

Η Αγία Μυρώπη ή Μερόπη η Μάρτυς

Από  τις πιο γενναίες γυναίκες, που  μαρτύρησαν  στα πρώτα  χρόνια  της  χριστιανικής Εκκλησίας.
Έζησε  στα  μέσα  του  3ου  αιώνα  μ.Χ.  και  γεννήθηκε  στην πόλη  Έφεσο.
Έχασε  νωρίς  τον  πατέρα  της  και  ανατράφηκε  στην πίστη του  Χριστού  από  την μητέρα  της, που  καταγόταν από τη Χίο. Λέγεται ότι στην Έφεσο,  η  Αγία πήγαινε καθημερινά  στον  τάφο  της  Αγίας  Ερμιόνης,  θυγατέρας  του  Αποστόλου  Φιλίππου και  έπαιρνε  το  αναβλύζον  απ’ αυτόν  μύρο  και  τον  έδινε  με  αφθονία  στους πιστούς,  γι’ αυτό  και  ονομάστηκε  Μυρώπη.
Όταν  ο Δέκιος εξαπέλυσε άγριο διωγμό  κατά  των χριστιανών, η Μυρώπη με την μητέρα της άφησε την Έφεσο  και  πήγαν στη Χίο, όπου ευεργετούσαν απόρους ασθενείς.  Αλλά  ο  διωγμός εξαπλώθηκε και  στην ειρηνική  Χίο και  μεταξύ  των θυμάτων  ήταν  και  ο  Άγιος  Ισίδωρος  († 14  Μαΐου).
Ο  ειδωλολάτρης  άρχοντας  Νουμέριος,  διέταξε  να  μείνει  άταφο το  σεπτό  λείψανο του  μάρτυρα.  Αλλά  η  Μυρώπη,  αφού  διέφυγε  της  προσοχής  του  φύλακα,  μαζί  με τις  υπηρέτριές της, πήρε το λείψανο και  το έθαψε με μεγάλη ευλάβεια. Τότε ο Νουμέριος  διέταξε  να  τιμωρηθεί  αυστηρά  ο  φρουρός.
Η  είδηση συντάραξε την φιλοδίκαια καο ειλικρινή  κόρη.  Γι’ αυτό  και  παρουσιάστηκε χωρίς  δισταγμό  και  είπε  όλη  την  αλήθεια  στον  άρχοντα.
Ο  Νουμέριος,  χωρίς  να  συγκινηθεί  από  την ευψυχία  της Μυρώπης, γεμάτος  θυμό και  εκδίκηση, διέταξε  να  τιμωρηθεί  η  Μυρώπη  μέχρι  θανάτου. Τότε οι στρατιώτες την  ξάπλωσαν  στη  γη και  την έδειραν  σκληρά  με  χοντρά  ραβδιά.
Η  ανδρεία της Μυρώπης υπέμεινε τις θανατηφόρες πληγές, χωρίς κραυγή και λιποψυχία.
Ευψυχή  με  την  θεία χάρη, έμεινε  ακλόνητη  στην  πίστη,  και  παρέδωσε μετά  από λίγο  το  πνεύμα της στην φυλακή, ανεβαίνοντας στα αθάνατα σκηνώματα των δικαίων.
Στον  Συναξαριστή  του  Delehaye  η  μνήμη  της  γιορτάζεται  στις  23  Νοεμβρίου.


O Προφήτης Aββακούμ

O  Aββακούμ, ποy  τo  όνομά του  σημαίνει  «θερμός  εναγκαλισμός»,  ήταν  από τη φυλή  του  Συμεών  και  γιος του  Σαφάτ.  Ο  χρόνος  που  έδρασε  τίθεται  μεταξύ  650 και  672  π.Χ.
Στο  προφητικό του βιβλίο, που  διακρίνεται  για  την  αξιόλογη  λογοτεχνική  του  χάρη, ελέγχει τον ιουδαϊκό λαό, επειδή παρεξέκλινε από  την αληθινή  θρησκεία στην ειδωλολατρία.
Να  τι  συγκεκριμένα  αναφέρει,  σχετικά  με το  πως  πρέπει  κανείς  να πιστεύει  στο Θεό:
«Εάν  υποστείληται,  ουκ  ευδοκεί  η ψυχή μου εν αυτώ· ο  δε δίκαιος  εκ πίστεώς  μου ζήσεται.  Εγώ  δε  εν τω  Κυρίω  αγαλλιάσομαι,  χαρίσομαι  επί  τω  Θεώ  τω  σωτήρι  μου».
Που  σημαίνει, άν  κανείς  λιποψυχήσει  και  αδημονήσει  στις  διάφορες  δοκιμασίες,  άς μάθει,  λέει  ο Κύριος, ότι δεν επαναπαύεται  η  ψυχή μου σ’ αυτόν. Ο  δίκαιος  που πιστεύει σ’ εμένα και  τηρεί το  Νόμο μου, θα  σωθεί  και  θα  ζήσει.  Εγώ  όμως,  λέει  ο Προφήτης,  θα  αγάλλομαι  ελπίζοντας  στον  Κύριο.  Θα  γεμίσει   χαρά  η  καρδιά  μου για τον σωτήρα μου Θεό.        
Ο  προφήτης  Αββακούμ  πέθανε  ειρηνικά  και  τάφηκε  στον  τόπο  των  πατέρων  του.


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως  όρος  προέγραψας,  την  Θεοτόκον  Αγνήν,  εξ ής ημίν έλαμψεν,  ο  των απάντων Θεός,  σαρκός  ομοιώματι.  Όθεν σε ως Προφήτην, θεηγόρον τιμώντες, χάριτος ουρανίου,  μετασχείν  δυσωπούμεν,  πρεσβείαις  σου  θεοδέκτοις,  Αββακούμ  ένδοξε.


Κοντάκιον.  Ήχος  πλ. δ’.  Τη  υπερμάχω.
Της  προφητείας  την  κιθάραν  την  θεόφθογγον
Την  προηχήσασαν Χριστού  την  συγκατάβασιν
Αββακούμ  ανευφημήσωμεν τον Θεόπτην.
Εμπνευσθείς  γαρ  τη  ελλάμψει  του  Θεού  ημών
Εμφανώς προδιετύπωσε τα μέλλοντα,
Τούτω  λέγοντες,  χαίρε  σκεύος  του  Πνεύματος.


Μεγαλυνάριον.
Το  φως ως προείπας το  Πατρικόν, εν ναώ  οικείω, καθωράθη σωματικώς· όθεν  οι  την αίγλην,  αυτού  εισδεδεγμένοι, εν  ύμνοις  Αββακούμ  σε,  φαιδροίς  δοξάζομεν.


1/12/16

Ο Προφήτης Ναούμ

Είναι  ένας  από  τους  δώδεκα  μικρούς  λεγομένους  προφήτες.
Έζησε  τον  7ο αιώνα  προ  Χριστού  και  ήταν  από  τη  φυλή  του  Συμεών.  Πατρίδα  είχε την  Ελκεσέμ,  γι’ αυτό  ονομάστηκε  και  Ναούμ  ο  Ελκεσαίος.
Το  βιβλίο της προφητείας του αποτελείται από  τρία  μικρά  κεφάλαια  και  αφορά  την τύχη  της  πόλης  Νινευή.
Στο  Α’ κεφάλαιο,  υμνεί  τον  Θεό.
Στο  Β’  κεφάλαιο,  προαναγγέλλει τον όλεθρο της Νινευή με τα άρματά της, τους  Ιππείς  και  τους  θησαυρούς  της.
Στο  Γ’ κεφάλαιο, χαρακτηρίζει τη  Νινευή  σαν πόλη των αιμάτων, του  ψεύδους,  της μεγάλης  αδικίας  και  πορνείας.
Άς δούμε, όμως, τι λέει για τους αμαρτωλοὺς ανθρώπους τέτοιας πόλης, και τι γι’ αυτούς  που  είναι  κοντά  στον  Κύριο:
«Χριστός  Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν εν ημέρα θλίψεως και γινώσκων τους ευλαβουμένους αυτόν και εν κατακλυσμοί πορείας συντέλειαν ποιήσεται τους επεγειρομένους,  και  τους  εχθρούς  αυτού  διώξεται  σκότος».  Ναούμ,  Α’  7 – 8.
Δηλαδή  ο  Κύριος  είναι ευεργετικός για  εκείνους που μένουν κοντά  Του  στις  ημέρες των  θλίψεών  τους.
Γνωρίζει  ο  Κύριος  και  περιβάλλει  με  συμπάθεια  εκείνους  που  Τον  σέβονται.
Εναντίον όμως των αμαρτωλών, που αλαζονικά με κάθε είδους αμαρτία εγείρονται εναντίον Του, θα ορμήσει σαν κατακλυσμός για να τους εξαφανίσει τελείως. Θα καταδιώξει τους εχθρούς Του και θα τους κυριεύσει το σκοτάδι του θανάτου.
Ο  Προφήτης  Ναούμ  πέθανε  ειρηνικά  και  τάφηκε  στον  τόπο  των  πατέρων  του.


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.          
Νόμω  έλαμψας, προαναγγέλλων, τας της χάριτος, Ναούμ Προφήτα, ομωνύμως παρακλήσεις εν Πνεύματι· δι’ ών ο Λόγος ουσίαν την βρότειον, επιφανείς τοις ανθρώποις  κατηύφρανεν·  όθεν πρέσβευε, Τριάδι  τη  πανοικτίρμονι,  δωρήσασθαι  ημίν το  μέγα  έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.    
Ως πυρσός  ακοίμητος  Ναούμ  Προφήτα,  φρυκτωρείς  εν  πέρασι,  δι’  αινιγμάτων ιερών,  την  των  μελλόντων  αλήθειαν,  ών  τας  εκβάσεις  ορώντες  τιμώμεν  σε.


Μεγαλυνάριον.
Φρόνημα  ουράνιον  αισχηκώς,  ουρανίου  δόξης,  εχρημάτισας  θεωρός, βίω  τε  τον λόγον,  Ναούμ  επισημαίνων·  διο  σε  ως  Προφήτην,  θείον  γεραίρομεν.


Ο Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων

Ήταν  υπόδειγμα  κάθε  αρετής  και  ιδιαίτερα της αγαθοεργίας. Έζησε  τον 8ο αιώνα μ.Χ.  στην πόλη  Αμνεία της Παφλαγονίας, και  τους γονείς του έλεγαν  Γεώργιο  και Άννα.
Παντρεύτηκε  την  Θεοσεβώ  και  απόκτησε  τρία  παιδιά.  Ένα  γιο,  τον  Ιωάννη,  και δυο  κόρες,  που  την  πρώτη  έλεγαν  Υπατία  και  την  δεύτερη  Ευανθία.
Ο  Φιλάρετος ήταν γεωργός και από  τα εισοδήματά του, πλουσιοπάροχα  μοίραζε ελεημοσύνη  στους  φτωχούς. Πεινασμένο  έβρισκε; τον χόρταινε. Γυμνό; τον έντυνε. Χήρα  και  ορφανό;  Βοηθούσε  και  παρηγορούσε.
Αλλά  ο  Θεός επέτρεψε και  ο  Φιλάρετος  κάποτε  κατάντησε  πολύ  φτωχός.  Όμως  και σ’ αυτή την κατάσταση  ο  Άγιος του Θεού, έδειξε θαυμαστή  καρτερία  όπως  ο  Ιώβ,  και  συνέχισε  να  αγαθοεργεί  μέχρι  υπερβολής.
Και  ο  Θεός που είδε την ασυναγώνιστη πίστη του οικονόμησε με την πρόνοιά Του, ώστε ο Κωνσταντίνος, ο γιος της βασίλισσας Ειρήνης, να πάρει για γυναίκα του την εγγονή του Αγίου, Μαρία, επειδή ήταν πολύ ωραία στην ψυχή  και  στο  σώμα.  Τον  δε Φιλάρετο,  τον  τίμησε  με  το  αξίωμα  του  υπάτου. Έτσι  έγινε κάτοχος πολλού πλούτου,  που  τον  διαμοίραζε  ακόμα  πιο  άφθονα  στους  φτωχούς.
Όταν θα πέθαινε, κάλεσε  τους  συγγενείς  του  και  είπε τα εξής: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε  ποτέ  την φιλοξενία, μην επιθυμείτε τα ξένα πράγματα, μην λείπετε ποτέ από τις  ακολουθίες  και  λειτουργίες  της  Εκκλησίας, και γενικά  όπως  έζησα  εγώ  έτσι  να ζείτε και εσείς».           
Και  αυτά  αφού  είπε,  ξεψύχησε  με  την  φράση:  «γενηθήτω  το  θέλημά  σου».


Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.          
Θείας πίστεως, περιουσίᾳ, διεσκόρπισας, τοις δεομένοις, τον προσόντα σοι πλούτον Φιλάρετε· και  ευσπλαγχνία  κοσμήσας  τον  βίον σου, τον χορηγόν του ελέους εδόξασας· Όν  ικέτευε, δοθήναι  τοις  ευφημούσί  σε,  ρανίδα  οικτιρμών  και  θείον έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Του  Ιώβ  κτησάμενος, εν πειρασμοίς την ανδρείαν, τοις πτωχοίς διένειμας, ως συμπαθής  τον σον πλούτον· ώφθης γαρ, της ευσπλαγχνίας έμψυχος βρύσις, νάμασι, των θείων τρόπων σου ιλαρύνων, τους  εκ  πόθου  σοι βοώντας· χαίροις θεράπον Χριστού  Φιλάρετε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις των πενήτων ο  προμηθεύς, και των δυστυχούντων, αντιλήπτωρ  και  βοηθός· χαίροις  ο  εν  οίκτω,  τον  Λόγον  θεραπεύσας,  Φιλάρετε  τρισμάκαρ,  Δικαίων  σύσκηνε.