2/9/16

Ο Άγιος Μάμας

Στη  Βασιλεία  του  Χριστού  κάθε  ηλικία  έχει  να  επιδείξει  τους  αντιπροσώπους  της.
Γιατί κάθε ηλικία έχει προσφέρει σ’ Αυτόν ότι διαλεχτό και υπέροχο έχει να παρουσιάσει. Κι η εφηβική ηλικία,  που  είναι  η  πιο  δύσκολη  στην  ζωή  του  ανθρώπου, έχει  να  προβάλει  τους  δικούς  της.
Ο  Άγιος Μάμας  είναι  ένας  απ’ αυτούς.  Διαλεχτός  στους  διαλεχτούς  και  ωραίος  στους ωραίους  αποτελεί  μία  από  τις  πιο  αγαπητές  και  ηρωικές μορφές  της  Εκκλησίας  μας  των τριών  πρώτων  αιώνων.

Οι γονείς του Θεόδοτος και  Ρουφίνα  ζούσαν  στη  Γάγγρα  της  Παφλαγονίας  και  ήσαν χριστιανοί  με  μεγάλη  κοινωνική  θέση.
Την  εποχή  αυτή  ο  αυτοκράτορας  Αυρηλιανός  κίνησε  σκληρό  διωγμό  ενάντια  στους χριστιανούς (270 – 275 μ.Χ.).
Μεταξύ  των πρώτων συνελήφθη ο  Θεόδοτος και  αφού  ανακρίθηκε  και  ομολόγησε  τον Χριστό,  ρίχτηκε  στις  φυλακές  της  Καισαρείας.
Η σύζυγός του, η ενάρετη Ρουφίνα, σαν έμαθε την φυλάκιση του  συντρόφου της, άν  και ήταν  ετοιμόγεννη, έτρεξε  να  τον  συναντήσει.  Εκεί  με  παρρησία  ομολόγησε  και  αυτή την πίστη  του  Χριστού, που  φλόγιζε  την  καρδιά  της,  με  αποτέλεσμα  να  κλεισθεί  στη φυλακή.

Δυο  αδελφές  ψυχές,  ευγενικές  και  αγαπημένες,  ενωμένες  στην  χαρά  και  στον πόνο.  Μια νύχτα  η  Ρουφίνα  εκεί  στη  σκοτεινή  και  υγρή  φυλακή, έφερε στον κόσμο  το  παιδάκι  της. Η  καρδιά  της  σκίρτησε  από χαρά. Αλλά  μόνο για μία  στιγμή. Όταν  πήρε το παιδάκι  της να το  δείξει στον σύζυγό της, τον καλό  Θεόδοτο, τον βρήκε νεκρό. Τα μαρτύρια τα πολλά που δοκίμασε για την πίστη και  την  αγάπη  του  Χριστού, τον οδήγησαν  πρόωρα στον θάνατο. Η πονεμένη μάνα με συντριβή  ψυχής  έβαλε  το  παιδί  στην  αγκαλιά  του, γονάτισε δίπλα του και  έκαμε με δάκρυα  την  προσευχή  της.  Ύστερα  έγειρε  δίπλα  του για  να  μη  σηκωθεί ποτές. Την  ίδια  νύχτα  παρέδωσε  και  αυτή  το  πνεύμα.  Η  ψυχή  της πέταξε κοντά στον Χριστό, που αγάπησε με την καρδιά της. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της φυλακής την οδήγησαν τόσο γρήγορα στον ουρανό, κοντά  στον μάρτυρα  σύζυγό  της.

Και το παιδί της; Ορφανό,  πεντάρφανο μένει  τώρα! Τί  άραγε  θα  γίνει;  Την  απάντηση δίνει το πνεύμα του Θεού!  «Ορφανόν και χήραν αναλήψεται». Το  ορφανό  και  την  χήρα τα παίρνει  υπό  την  προστασία  του  ο  Θεός.  Και  να!

Μια ευσεβής γυναίκα, η Αμμία  Ματρώνα  οδηγημένη  από έναν Άγγελο  πηγαίνει  στην φυλακή. Παίρνει τα λείψανα των μαρτύρων γονιών και τα ενταφιάζει με σεβασμό. Ύστερα παίρνει στο σπίτι και το  παιδί  και  αναλαμβάνει  με προθυμία  και  στοργή  την ανατροφή  του. Από  τα  πρώτα  ψελλίσματά του  «μαμά – μαμά» του  έδωκε  το  όνομα Μάμας. Κοντά στην καινούργια μανούλα του το παιδί  μεγάλωσε με  της  πίστης  το  άγιο «και  άφθαρτο  μάννα». Και  το  τίμησε.  Όχι  μόνο  ο  ίδιος  από  παιδί  αγωνιζόταν  να  ζεί  τη χριστιανική  ζωή,  αλλά  και  φρόντιζε  τα  όσα  μάνθανε,  να  τα  διδάσκει  και  στα παιδιά  της ηλικίας  του.  Υπεράξιο  παιδί  αξίων  γονιών, μα  και  υπέροχης  θετής  μητέρας  του.

Η διαγωγή αυτή και ο ζήλος του μικρού ιεραποστόλου δεν άργησαν  να  γίνουν  γνωστά. Κάποια μέρα μερικοί  εχθροί της πίστεως τον έπιασαν και  τον  οδήγησαν  μπροστά  στον σκληρό ηγεμόνα Δημόκριτο. Εκείνος, σαν είδε το παιδί, προσπάθησε  με  κολακείες  στην αρχὴ και απειλές αργότερα να τον μεταπείσει  από τις  αρχές  και την πίστη του.  Μα  δεν μπόρεσε.  Όλες  του  οι  προσπάθειες  πήγαν χαμένες. Τότε  άρχισαν  τα  βασανιστήρια.  Το ξύλο, το πλήγωμα του κορμιού με σιδερένια νύχια, το κάψιμο των πληγών με αναμμένες λαμπάδες και τέλος το ρίξιμο στη θάλασσα  με μία σιδερένια  σφαίρα  δεμένη στον  λαιμό.
Το  αποτέλεσμα;

Μηδέν!
Οι  βάρβαρες  πράξεις  του  χριστομάχου  πήγαν  άδικα.  Η  σφαίρα  κόπηκε  και  το  παιδί  με την βοήθεια ενός Αγγέλου βγήκε στη στεριά και ανέβηκε σε ένα  βουνό  της  Καισαρείας. «Άλλαι  μεν  βουλαί  ανθρώπων,  άλλα  δε  Θεός  κελεύει».  Στο  μέρος  αυτό  ο  πιστός  και ηρωικός  Μάμας έζησε μέχρι τα  δεκαπέντε  του  χρόνια  με  συντροφιά  τα λιοντάρια  και  τα άλλα άγρια ζώα. Τα εξημέρωσε και τα εβοσκούσε και τα άρμεγε για να τρέφεται, μα  και να  φιλοξενεί  και  εκείνους  που τον επισκέπτονταν, για  ν’ ακούσουν τα  λόγια  του  και  να διδαχθούν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και η παρουσία του φλογερού και αληθινά πιστού εφήβου  έγινε  και  πάλι  γνωστή.  Για  δεύτερη  φορά  οι  εχθροί  του  Χριστού  πήγαν  και  τον έπιασαν. Για άλλη μια  φορά  τα  μαρτύρια  επαναλήφθηκαν  σκληρότερα  κι  αγριότερα. Μα και αυτή την φορά τίποτα δεν έκαμαν. Ο μάρτυρας έμεινε και τώρα άκαμπτος. Καμιά δύναμη δεν στάθηκε ικανή να τον λυγίσει και να τον αλλάξει. Ούτε οι δελεαστικές  υποσχέσεις,  ούτε  και  οι  απειλές,  μα  ούτε  και  το  ξέσχισμα  του  κορμιού, ούτε και το αναμμένο καμίνι. Ο νεαρός μάρτυρας με το χαμόγελο στα χείλη τα  αντιμετώπισε όλα ψάλλοντας μαζί με τον Απόστολο Παύλο τα  λόγια  της  παρρησίας  και  της  βαθιάς πίστεως: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή  κίνδυνος ή μάχαιρα;». Και την απάντηση  την  έδινε  πάλιν ο ίδιος επαναλαμβάνοντας με απόλυτη πεποίθηση του Αποστόλου τα λόγια: «Πέπεισμαι  ότι  ούτε  θάνατος  ούτε  ζωή  ούτε  άγγελοι  ούτε  αρχαί  ούτε δυνάμεις  ούτε ενεστώτα  ούτε  μέλλοντα  ούτε  ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις  κτίσις  ετέρα  δυνήσεται  ημάς χωρίσαι  από  της  αγάπης  του   Θεού  της  εν  Χριστώ  Ιησού  τω  Κυρίω  ημών" (Ρωμ. η’ 35 – 39). Καμιά δύναμη ούτε και ο θάνατος δεν  μπορεί  να  με  αποσπάσει  από  σένα,  Χριστέ μου.  Ναι!  Ούτε  και ο  θάνατος.  Και  το  απέδειξε.

Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μα ο δεκαπεντάχρονος έφηβος έμεινε αλύγιστος. Ταπεινωμένος και ντροπιασμένος ο ασεβής  ηγεμόνας  από  το  θάρρος  και  την  αντοχή του, έδωσε διαταγή να τον θανατώσουν. Και ο δήμιος με μία σιδερένια  τρίαινα  (τρικάνι) τον κτύπησε στην  κοιλιά. Ο  γενναίος αθλητής έπεσε κάτω κι αφήκε την αγνή  ψυχή  του να  πετάξει  κοντά  σ’  Εκείνον,  που  αγάπησε  και πόθησε  και  λάτρεψε,  μα  και  κοντά  στους μάρτυρες γονείς. Σύντομη υπήρξε η ζωή του. Σύντομη αλλά μεγαλειώδης και παραδειγματική. Νέος ήταν και αυτός. Ναί! Νέος, στην  άνοιξη  της  ζωής,  με  δυσκολίες και προβλήματα και πειρασμούς. Όμως δεν παρασύρθηκε. Δεν πλανήθηκε.  Δεν  λύγισε. Έμεινε  πιστός  και  ακλόνητος  στις  αρχές του, μέχρι  θανάτου.  Για  να  διδάσκει. Και  να δείχνει τον δρόμο σε όσους νοσταλγούν και ποθούν και θέλουν να ζήσουν μία ζωή ανώτερη.  Μια  αληθινή  ζωή.

Στην Κύπρο ο Άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος. Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν  το  όνομά  του  (σ’  όλη  την  Κύπρο  66  ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα). Αλλά  και  πολλές  κυπριακές  παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω  από  την  αγία  μορφή  του.  Μια  τέτοια  παράδοση που  δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει  μία πολύ  όμορφη  ερμηνεία  της  εικονογράφησης  του  αγίου, καβάλα  σε  ένα  λιοντάρι  και  με ένα  αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με την σχετική παράδοση ο  Άγιος  Μάμας  ήταν  ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μία σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου.  Μια  χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό  φόρο.  Επειδή  ο  Άγιος  αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο  που  ερχόταν  μαζί  με  τη  συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους  και άρπαξε  ένα  αρνί,  που  κυνηγούσε.  Ο  Άγιος  έκαμε  νόημα στο  θηρίο  να σταματήσει, και να αφήσει το θύμά του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με  μιας,  και άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια και αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο. Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα,  έδωκε  διαταγή  να  αφήσουν  ελεύθερο  τον  αθλητή και να τον απαλλάξουν από τη φορολογία για όλη του την ζωή.  Ο  Άγιος αφήκε το  αρνί σαν δώρο στον Διοικητή  κι  έφυγε.
Μια  άλλη  παράδοση  αναφέρει, πως  το  άγιο  λείψανο  του  μάρτυρα  μεταφέρθηκε στην Κύπρο από  τη  Μ.  Ασία  και  τάφηκε στη  Μόρφου. Ένας  μεγαλοπρεπής  ναός  κτίστηκε δίπλα στη λάρνακα που φιλοξένησε το άγιο λείψανό του  και  πολλά  θαύματα  γίνονται κάθε φορά σε όσους με πίστη καταφεύγουν στην χάρη του.
Η  φήμη  του  Αγίου  ως  θαυματουργού είναι πολύ πλατιά  διαδεδομένη στο νησί μας.  Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Κύπριος χρονογράφος του ΙΕ’ αιώνος). στο χρονικό του λέει  γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: «Άν ήτουν να γράψω ταις γιάσεις του ως του νάζουν δεν έφταναν». Κάθε χρόνο στις  2 του Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανών τρέχουν να τιμήσουν τον μάρτυρα  με πανηγυρικές λειτουργίες κι αγρυπνίες. Η  μεγαλύτερη  όμως τιμή, που μπορούμε όλοι να του προσφέρουμε είναι να μιμηθούμε το παράδειγμά του. Μας φαίνεται  δύσκολο; Ναι!  Μπορεί να είναι.  Εδώ όμως  βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο.


Απολυτίκιο Ήχος  γ’.  Θείας  πίστεως.
Θείον  βλάστημα,  Μαρτύρων  πέλων,  ηκολούθησας,  ασχέτω  πόθω,  τοις  ενθέοις  αληθώς τούτων  ίχνεσι·  και  του  Σωτήρος  κηρύξας  το  όνομα,  εθαυμαστώθης  σοφέ  δι’  αθλήσεως. Μάμα  ένδοξε,  Χριστός  τον  Θεόν  ικέτευε,  δωρήσασθαι  ημίν  το  μέγα  έλεος.


Κοντάκιον. Ήχος  γ’.  Η  Παρθένος  σήμερον.
Εν  τη  ράβδω  Άγιε,  τη  εκ  Θεού  σοι  δοθείση,  τον  λαόν  σου  ποίμανον,  επί  νομάς ζωηφόρους,  θήρας  δε,  τους  αοράτους  και  ανημέρους,  σύντριψον,  υπό  τους  πόδας  των  σε υμνούντων· ότι  πάντες  οι  εν  κινδύνοις,  προστάτην  Μάμα, θερμόν  σε  κέκτηνται.


Μεγαλυνάριον.
Τέθηλας  εκ  ρίζης  θεοφιλούς,  και  της  αληθείας,  εγεώργησας  τους  καρπούς·  συ  δια  πυρός γαρ,  και  ύδατος  διήλθες,  εκλάμπων  εν  τοις  άθλοις,  Μάμα  τοις  θαύμασι.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής

Ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Νηστευτής,  ο  Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως, γεννήθηκε στην  Κωνσταντινούπολη.  Από  μικρός,  διακρίθηκε  για  την  σπάνια  εγκράτειά  του και  για  τον από  φυσικό του έρωτα, προς την νηστεία. (Γι’ αυτό ονομάστηκε Νηστευτής). Η καρδιά του ήταν δοσμένη στα Θεία, διάβαζε κάθε ημέρα την Αγία Γραφή,  διάφορα  εκκλησιαστικά  βιβλία, πλουτίζοντας  τις  γνώσεις  του.
Χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Ιωάννη τον Γ’. Αργότερα έγινε πρεσβύτερος  και  μετά  το  θάνατο  του  Πατριάρχη  Ευτυχίου,  εκλέχτηκε  διάδοχός  του.
Πέθανε 2 Σεπτεμβρίου του 595 και  το  λείψανό του τάφηκε στο  ναό  των Αγίων Αποστόλων.


Απολυτίκιον.  Ήχος  δ'.  Ταχύ  προκατάλαβε.        
Χρισθείς  θείω  χρίσματι,  της  Εκκλησίας  ποιμήν,  Θεώ  ιεράτευσας,  αγγελικώς  επί γης,  Ιωάννη  Πατήρ  ημών·  συ  γαρ  δια  νηστείας,  σεαυτόν  εκκαθάρας,  κάθαρσιν  των πταισμάτων,  τω  σω  λόγω παρέχεις,  τοις  πόθω  Ιεράρχα  θερμώς  σοι  προστρέχουσι.


Κοντάκιον.  Ήχος  δ’.  Ο  υψωθείς  εν  τω  Σταυρώ.          
Ως  του  Προδρόμου  κοινωνός  εν  τη  κλήσει,  τούτου  εφάνης  μιμητής  και  τη  πράξει· νηστεία  γαρ  διέλαμψας  και  βίω  καθαρώ·  όθεν  Ποιμενάρχην  σε,  των  οικείων προβάτων,  ο  Χριστός  κατέστησεν,  Ιωάννη  αξίως.  Όν  εκδυσώπει  σώζεσθαι  ημάς, τους  εκτελούντας,  την  πάνσεπτον  μνήμην  σου.


Μεγαλυνάριον.
Έχων  την  νηστείαν  οία  τρυφήν,  την  ψυχήν  ετράφης,  ταις  του  Πνεύματος  δωρεαίς· όθεν  διατρέφεις,  της  χάριτος  τω  λόγω,  παμμάκαρ  Ιωάννη,  πιστών  το  πλήρωμα.


1/9/16

Αρχή της Ινδίκτου

Για  την  περίπτωση  αυτή,  ο  Σ. Ευστρατιάδης  στο  Αγιολόγιό  του,  γράφει  τα  εξής: «Λέξις  λατινική  (indictio)  ορισμόν  σημαίνουσα  καθ’ όν  κατά  δεκαπενταετή  περίοδον επληρώνοντο εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστικήν  παράδοσιν,  την  αρχήν της ινδικτιώνος εισήγαγεν  ο  Αύγουστος Καίσαρ (1 – 14), ότε διέταξε την γενικήν των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφήν  και  την  είσπραξιν  των  φόρων,  κατά  την πρώτην του  Σεπτεμβρίου μηνός.  Από  του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) εγένετο επισήμως χρήσις της Ινδικτιώνος  ως  χρονολογίας. Έκτοτε  δε  η  εκκλησία  Κωνσταντινουπόλεως  μέχρι  του νυν εορτάζει την 1η  Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους».
«Ίνδικτον  ημίν  ευλόγει  νέου  χρόνου,  ω  και  παλαιέ  και   δι’  ανθρώπους  νέε».


Απολυτίκιο. Ήχος β’.      
Ο  πάσης Δημιουργός της  κτίσεως,  ο  καιρούς  και  χρόνους  εν  τη  ιδία  εξουσία  θέμενος,  ευλόγησον τον στέφανον, του ενιαυτού της χρηστότητός σου, Κύριε, φυλάττων  εν  ειρήνη  τους  βασιλείς  και  την  πόλιν  σου,  πρεσβείαις  της  Θεοτόκου, μόνε  Φιλάνθρωπε.


Κοντάκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.     
Ο  των  αιώνων  Ποιητής  και  Δεσπότης,  Θεέ  των όλων Υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον  ευλόγησον περίοδον, σώζων  τω  ελέει  σου,  τω  απείρω  Οικτίρμων,  πάντας τους  λατρεύοντας,  σοι  τω μόνω  Δεσπότη,  και  εκβοώντας  φόβω  Λυτρωτά·  Εύφορον πάσι,  το  έτος  χορήγησον.


Μεγαλυνάριον.
Άναρχε  Τρισήλιε  Βασιλεύ,  ο  καιρών  και  χρόνων,  τας  ελίξεις περισκοπών, ευλόγησον  τον  κύκλον,  της  νέας  περιόδου,  τας  αγαθάς σου δόσεις, πάσι δωρούμενος.


Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης

Ο  Όσιος Συμεών ο στυλίτης (ο πρεσβύτερος  ή «ο εν τη  μάνδρα»),  που  τιμάται  από  την Εκκλησία  μας  την  1η  Σεπτεμβρίου,  είναι  ο  πρώτος  γνωστός  μοναχός  που  ασκήτεψε πάνω  σε  στύλο.
Γεννήθηκε γύρω στα 389 στο χωριό Σισάν, στα  όρια  Συρίας  και  Κιλικίας. Ήταν  βοσκός των  πατρικών  προβάτων  και  όταν  γνώρισε  κάποιους  ασκητές, πόθησε  εξαιτίας  τους  τη μοναχική ζωή και  ήρθε σε ένα μοναστήρι, στο χωριό  Τελεδάν,  όπου  έζησε  δέκα  χρόνια (403 – 413)  με  αυστηρότατη  άσκηση.
Ύστερα  έζησε  έγκλειστος  τρία χρόνια  σε  μία  σπηλιά,  κοντά  στην  Αντιόχεια,  και  στη συνέχεια πήγε στο χωριό Τελάνισσο, όπου ασκήθηκε αλλά τρία  χρόνια  σ’  ένα  σπιτάκι. Τέλος, αποσύρθηκε στην κορυφή ενός λόφου  και  περιορίσθηκε  σ’  έναν  μικρό  κυκλικό περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο  με  μίαν  αλυσίδα  είκοσι  πήχεων.

Η  απίθανη αυστηρότητα της ζωής  του  και  το  θαυματουργικό  χάρισμα  συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ανθρώπων, που του προξενούσαν μεγάλη  ενόχληση.  Για  αυτό  άρχισε ν' ανεβαίνει  σε  στύλους ολοένα και  ψηλότερους.  Ο  τελευταίος,  όπου  έζησε  πάνω  από είκοσι  χρόνια,  είχε  ύψος  16 – 18  μέτρα.

Ο  Όσιος αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του  εικοσιτετραώρου  στην  προσευχή.  Έτρωγε ελάχιστα.  Ήταν συνεχώς όρθιος, χωρίς προφύλαξη από τον ήλιο, την βροχή,  τον  άνεμο ή  το  κρύο. Δύο φορές την ημέρα  διέκοπτε τον  ασκητικό του κανόνα  και  νουθετούσε  τον λαό, μεριμνούσε  για  τους  αρρώστους  και  τους  δυστυχισμένους,  έκανε  συμβιβασμούς διαφορών, έλυνε προβλήματα και μετέστρεφε  στη  χριστιανική  πίστη  τους  αλλόδοξους που πρόστρεχαν σ’ αυτόν μαζί με  τους  χριστιανούς  απ’  όλα  τα  σημεία  της  Ανατολής  και της Δύσης. Κοιμήθηκε το 459 και  κηδεύτηκε  από  τον  πατριάρχη  Αντιοχείας  Μαρτύριο στην μεγάλη  εκκλησία  της  Αντιόχειας.

Στο εκπληκτικό Ιεραποστολικό έργο, που, όσο κι άν φαίνεται απίστευτο, πραγματοποίησε από την κορυφή του στύλου του ο  αυστηρός αυτός ασκητής, θα αναφερθούμε στις επόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τα  σχετικά  αποσπάσματα  από την «Φιλόθεο Ιστορία» του Θεοδώρητου Κύρου,  τον  ελληνικό  βίο  του  Οσίου, γραμμένο από  τον  μαθητή  του Αντώνιο,  και  τον  συριακό  βίο του .

Η φήμη του οσίου απλώθηκε γοργά παντού. Όλοι, κι από τα κοντινά και από  τα μακρινά μέρη, έτρεχαν κοντά του. Άλλοι έφερναν παράλυτους, άλλοι ζητούσαν να γιατρέψει αρρώστους, άλλοι παρακαλούσαν να μεσιτέψει στον  Θεό  για  ν’  αποκτήσουν παιδιά. Μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, έφευγαν γεμάτοι χαρά. Και διαλαλώντας τις ευεργεσίες  που  δέχτηκαν,  έστελναν  στον  Όσιο  πολύ  περισσότερους ανθρώπους, που ζητούσαν και εκείνοι τα  ίδια.  Έτσι,  καθώς  άρχισαν  να  καταφθάνουν από  κάθε  στράτα  σαν  ποτάμια  οι  προσκυνητές, σχηματίστηκε  σ’ αυτόν  τον  τόπο  ένα ανθρώπινο πέλαγος,  που  δεχόταν  από  παντού  ποτάμια!  Όχι  μόνο  ντόπιοι  ούτε  μόνο Χριστιανοί,  αλλά  και  Ισμαηλίτες και Πέρσες και Αρμένιοι  και  Ίβηρες  και  Ομηρίτες  και εκείνοι που κατοικούν ακόμα πιο βαθιά μαζεύονταν  στο  ασκητήριο  του  Οσίου.  Ήρθαν και πολλοί που κατοικούσαν στα πέρατα της Δύσης,  Ισπανοί και Βρετανοί  και  Γαλάτες. Όσο για την Ιταλία, λένε πως ο Συμεών είχε γίνει τόσο περιβόητος εκεί, ώστε κρεμούσαν μικρές εικόνες στις εισόδους  όλων  των  εργαστηρίων,  για  να  παίρνουν  από αυτές  προστασία  και  ασφάλεια.

Ήταν αμέτρητοι, λοιπόν, όσοι έφταναν και  ζητούσαν να τον  αγγίξουν,  ν’ ακουμπήσουν μόνο την άκρη του δερμάτινου χιτώνα του, πιστεύοντας  πως  έτσι  θα  έπαιρναν  κάποια ευλογία.  Ο  Άγιος,  όμως,  ένιωθε  πως  δεν  ήταν  άξιος ν’ απολαμβάνει  τέτοια  τιμή.  Τον κούραζαν, άλλωστε,  όλα  αυτά. Έτσι,  σοφίστηκε  ν’ ανέβει  σ’  έναν  στύλο.  Το  ύψος  του ήταν  στην  αρχή  μικρό,  έξι  πήχες. Αργότερα  ανέβηκε  σε  άλλον  πιο  ψηλό,  ύστερα  σε ψηλότερο  και  τέλος  σ’  έναν  που  έφτανε  τις  τριάντα  έξι  πήχες. Γιατί  το  έκανε  αυτό; Επειδή λαχταρούσε να πετάει στα ουράνια,  ελεύθερος  από  κάθε τι  γήϊνο.  Και  επειδή, φωτισμένος από το Θεό, στόχευε στην ωφέλεια και τη σωτηρία πολλών ψυχών. Βλέπετε, όσοι δεν πείθονται με λόγια και  δεν  ανέχονται  τα  κηρύγματα,  σαγηνεύονται από τα παράδοξα θεάματα. Το παράδοξο  τραβάει  όλους  και  τους  αναγκάζει να  το προσέξουν, προετοιμάζοντάς τους  έτσι  και  στο  να  διδαχθούν.  Έτσι  έγινε  και  με  τον Όσιο Συμεών. Το παράδοξο θέαμα που παρουσίαζε  ανεβασμένος  σ’  έναν  ψηλό  στύλο, τραβούσε αμέτρητους περιέργους, που ήθελαν να πληροφορηθούν γιατί απομακρύνθηκε από τον κόσμο με τέτοιον  τρόπο.  Με  την  αφορμή  αυτή  ο  Όσιος  τους δίδασκε και τους κήρυσσε τον λόγο του Θεού, μεταστρέφοντας πολλούς από την απιστία  στην  πίστη  και  από  τα  έργα  της  ανομίας  στα  έργα  της  ευσέβειας.  Ίβηρες  και Αρμένιοι και Πέρσες, όπως είπαμε, απαρνιόντουσαν κάτω απ’ τον στύλο την  προγονική τους πλάνη και δέχονταν την θεία αλήθεια με το άγιο βάπτισμα. Οι  Ισμαηλίτες, μάλιστα, έφταναν σε ομάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε και χίλιοι. Με βοή αποκήρυσσαν την  πατρική  τους  θρησκεία,  έσπαζαν  τα  είδωλα που  λάτρευαν  πρώτα, εγκατέλειπαν μία για  πάντα  τα  μυστηριώδη  όργια  της  Αφροδίτης  και  απολάμβαναν  τα θεία μυστήρια  του  Χριστού,  αφού  άκουγαν  από το  αγιασμένο  στόμα  του  στυλίτη σωτήριες  διδαχές.

Ο  Θεοδώρητος  Κύρου,  σύγχρονος  και  γνώριμος  του  Οσίου,  περιγράφει  συνοπτικά  το κοινωνικό και αποστολικό  έργο του: «Νουθετώντας (τον λαό) δύο φορές την  ημέρα, πλημμυρίζει τα αυτιά των ακροατών με τα  χαριτωμένα  λόγια  του  και  τους  προσφέρει όσα  το  Άγιο  Πνεύμα  διδάσκει.
Προτρέπει  να στρέφουν το βλέμμα στον ουρανό,  να  πετάνε  αφήνοντας  την  γη  και  να οραματίζονται τη βασιλεία των ουρανών, να φοβούνται την κόλαση και να  περιφρονούν τα γήϊνα, προσμένοντας την μέλλουσα ζωή. Μπορεί να τον  δεις  να  δικάζει,  βγάζοντας σωστές  και  δίκαιες  αποφάσεις.  Όλα  αυτά  τα  κάνει  μετά  την  ακολουθία  της  ενάτης ώρας.  Γιατί  όλη  τη  νύχτα  και  την  ημέρα,  ως  την  ενάτη  ώρα  προσεύχεται.  Ύστερα  από την  ενάτη  ώρα, προσφέρει  πρώτα  την  θεία  διδαχή  σε  όσους  βρίσκονται  εκεί,  και  στη συνέχεια ακούει το αίτημα του καθενός. Και  αφού θεραπεύσει μερικούς, λύνει  τις διαφορές  όσων φιλονικούν. Γύρω στη  δύση  του  ήλιου αρχίζει πάλι  να  προσεύχεται.  Δεν παραμελεί  όμως, να φροντίζει και για τις άγιες Εκκλησίες. Άλλοτε πολεμάει  την  πλάνη των  ειδωλολατρών,  άλλοτε  συντρίβει  τη  θρασύτητα  του  Ιουδαίων,  άλλοτε  διαλύει  τις ομάδες  των  αιρετικών.  Και  όλα  τούτα  τα  κατορθώνει  είτε  στέλνοντας  γράμματα  στο βασιλιά,  είτε  εμπνέοντας  στους  άρχοντες  τον  ζήλο  για  το  Θεό,  είτε  παρακινώντας  και τους  επισκόπους  ακόμα  να  φροντίζουν  περισσότερο  για το  ποίμνιο».

Αξίζει, όμως, να διηγηθούμε, ενδεικτικά,  μερικά  από  τα  θαύματα  του  Οσίου  Συμεών, που  είχαν  ως  αποτέλεσμα  τη  μεταστροφή  των  ευεργετημένων  στην  αληθινή  πίστη.

– Κάποτε ένας  Σαρακηνός  φύλαρχος  έφερε  στο  στυλίτη  κάποιον  παράλυτο  ομόφυλό του και παρακάλεσε για τη θεραπεία του. Ο  Άγιος του ζήτησε ν’ απαρνηθεί  την προγονική  του  ασέβεια.  Εκείνος  δέχτηκε πρόθυμα.

-Πιστεύεις  στον  Πατέρα  και  τον  Υιό  και  το  Άγιο  Πνεύμα;  τον  ρώτησε  ο  ασκητής.

-Πιστεύω,  ομολόγησε  ο  Σαρακηνός.

-Αφοί  πιστεύεις,  σήκω  πάνω!

Ο  παράλυτος  σηκώθηκε  και  περπάτησε.

-Τώρα  πάρε  το  φύλαρχο  στους  ώμους  σου!  τον  πρόσταξε  ο  Όσιος.

Ο  γιατρεμένος σήκωσε τον κατάπληκτο φύλαρχο,  που  ήταν  εξαιρετικά  μεγαλόσωμος, τον έβαλε στους ώμους του και  έφυγε  ενθουσιασμένος,  δοξάζοντας  τον  τρισυπόστατο αληθινό  θεό.


– Σε μία πόλη της Παλαιστίνης ήταν διοικητής κάποιος ειδωλολάτρης, καμπούρης  τόσο, που το κεφάλι του ακουμπούσε στο στήθος του και  δεν μπορούσε να περιστραφεί. Κάποιοι  φίλοι  του,  έχοντας  ακούσει  για  τα  θαύματα  του  στυλίτη,  τον  έφεραν  κάτω  από τον στύλο και παρακάλεσαν για την θεραπεία  του.  Μα  και  ο  ίδιος  καμπούρης  άρχισε  να ικετεύει τον Όσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ώστε Εκείνος δεν μπορούσε να προσευχηθεί για χάρη  του  στον  Κύριο.  Ο  ειδωλολάτρης,  πιστεύοντας  πως  ο  Συμεών  είχε δική  του  θαυματουργική  δύναμη, του  ζητούσε  να  ακουμπήσει  το  χέρι  του  στο  κεφάλι του,  εκφράζοντας  τη  βεβαιότητα  ότι  με  αυτόν  τον  τρόπο  θα  γινόταν  καλά  αμέσως.  Ο Όσιος,  όμως,  του  είπε:

- Είμαι ένας αμαρτωλός και τιποτένιος άνθρωπος. Το χέρι μου δεν έχει καμιά  ξεχωριστή δύναμη.  Μόνο άν  ευδοκήσει  ο  Θεός,  θα  πραγματοποιηθεί  η  επιθυμία  σου,  γιατί  μόνο αυτός έχει την δύναμη να θαυματουργεί.  Κανένας  άνθρωπος  δεν  μπορεί  να  θεραπεύ­σει άλλον, άν ο Κύριος δεν το θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στην παντοδυναμία  του  αληθινού Θεού,  του  δημιουργού  και  κυβερνήτη  του  κόσμου,  και  θα  ευεργετηθείς.

Τότε ο καμπούρης σταμάτησε να φωνάζει, αφήνοντας τον Όσιο να προσευχηθεί απερίσπαστος. Και  μόλις  Εκείνος τέλειωσε την προσευχή του, το  θαύμα  έγινε. Ο ταλαίπωρος άνθρωπος ορθώθηκε, στάθηκε ίσια και άρχισε  να  χοροπηδάει  χαρούμενος σαν παιδί. Άνοιξε τότε τις κασέλες, που είχε φέρει μαζί του, και πρόσφερε στὸν ευεργέτη του ανεκτίμητα χρυσαφικά κι ασημικά. Ο στυλίτης κοίταξε τα  δώρα  με περιφρόνηση  και  του  είπε:

-Άν θέλεις  να  μ’ ευχαριστήσεις,  να  δεχτείς  το  φως  της  αλήθειας.  Να  βαπτιστείς, για  να πάρεις την άφεση. Και ακόμα να ελευθερώσεις όλους τους δούλους σου, για να ελευθερωθεί  και  η  δική  σου  ψυχή  από  το  ζυγό  του  σατανά.

Ο  γιατρεμένος  πρόθυμα  έκανε  ότι  του  είπε  ο  Άγιος.  Και  αργότερα,  γεμάτος  χαρά  και χάρη  Θεού,  έφυγε  για  την  πόλη  του.

– Ένας  άρχοντας  των  Περσών  ήταν  πολύ  δυστυχισμένος,  γιατί  ο  μονάκριβος  γιος  του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος.  Έστειλε,  λοιπόν,  στον  Όσιο  τον  επίσκοπό  της τοπικής Εκκλησίας, με  την  παράκληση  να  προσευχηθεί  στον  Κύριο  για  τη  θεραπεία  του παιδιού του. Του έδωσε, μάλιστα, και δυο υφάσματα από πολύτιμο μετάξι με κεντημένους  επάνω  χρυσούς  σταυρούς,  για  να  τα  προσφέρει  στον  στυλίτη.

Ο  επίσκοπος  διηγήθηκε  στον  Συμεών  το  δράμα  του  παιδιού  και του πατέρα του.  Ο Όσιος  σπλαγχνίστηκε  και  είπε  στον  επίσκοπο:

-Πάρε  αυτά  τα  υφάσματα  που  έφερες,  έτσι  διπλωμένα  όπως είναι, και  πήγαινε  στο καλό. Όταν φτάσεις κοντά στην πόλη σας, κατέβα από το ζώο σου, κράτησε τα υφάσματα στο στήθος σου και προχώρησε ως το σπίτι του άρχοντα πεζός  και  αμίλητος. Μπες  μέσα, στάσου πάνω  απ’  το  παιδί  σκέπασε  το  με  τα  υφάσματα  και  πες  του:  Ο αμαρτωλός  Συμεών  σου  παραγγέλλει:  Στο  όνομα  του  Κυρίου  Ιησού  Χριστού,  σήκω!

Ο  επίσκοπος  έφυγε  κι  έκανε  όπως  του  υπέδειξε  ο  Όσιος.  Μόλις  σκέπασε  το  παιδί  με  τα υφάσματα,  αυτό  πετάχτηκε  όρθιο  και  θεραπευμένο.

Ο  Πέρσης άρχοντας και ολόκληρη η οικογένειά του ευχαρίστησαν και  δόξασαν  το  Θεό. Και  ο  επίσκοπος,  μετά  από  σχετικό  αίτημά  τους, τους  κατήχησε  και  τους  βάπτισε.

– Κάποιος πλούσιος  από το Σαβά  έπασχε  από  πονοκέφαλο  συνεχή  και  οδυνηρό  τόσο, που  ένιωσε  να του  σουβλίζουν κάθε στιγμή  το  μυαλό.  Ανακουφιζόταν  λίγο,  μόνο  όταν χτυπούσε  το  κεφάλι  του  πάνω  στα  δοκάρια  των  τοίχων  του  σπιτιού  του!

Μόλις έμαθε για τον θαυματουργό στυλίτη, ετοιμάστηκε για το μακρύ ταξίδι και ξεκίνησε, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο των θηρίων και των λῃστών, που παραμόνευαν εδώ και  εκεί μέσα  στην  απέραντη  έρημο.  Σχεδόν  έναν  ολόκληρο  χρόνο ταξίδευε ο άρρωστος. Και όσο  πλησίαζε,  πράγμα  παράδοξο,  οι  πόνοι  του  λιγόστευαν. Αντίθετα,  όσο  κι  άν  έτρωγε,  οι  προμήθειές  του  έμεναν  απείραχτες!

Έφτασε επιτέλους στον στύλο του Οσίου.  Εκείνος, αφού  πληροφορήθηκε  το  πρόβλημά του, ζήτησε να του φέρουν νερό από την κοντινή πηγή. Προσευχήθηκε, το  ευλόγησε  και πρόσταξε  τον  άρρωστο  να  το  πιει  στο  όνομα  του  Χριστού.  Ύστερα,  παίρνοντας  από  το ίδιο  νερό,  του  ράντισε  και  το  κεφάλι. Δεν  χρειαζόταν  τίποτε  άλλο.  Ο  λίγος  πόνος  που είχε απομείνει, εξαφανίστηκε και αυτός.  Ο  άνθρωπος ευχαρίστησε τον Όσιο και  δόξασε τον  Θεό.  Ζήτησε,  μάλιστα,  και  να  βαπτιστεί. Λίγο  αργότερα,  φεύγοντας  Χριστιανός  πια, διαλαλούσε  τα  μεγαλεία  του  Κυρίου  ως  την  μακρινή  πατρίδα  του.

–Ένα  παρόμοιο  μακρύ  ταξίδι  έκανε  και  μία  ομάδα  από  τέσσερις  λεπρούς και  τρεις δαιμονισμένους, που  ξεκίνησαν  από  τα  βάθη  της  Ανατολής  κι  έκαναν  δεκατρείς  μήνες ώσπου να φτάσουν στον  Όσιο. Και  εκείνοι, παρά τη  μεγάλη  απόσταση,  ούτε  μία  φορά δεν  έχασαν  το  δρόμο,  μα  ούτε  και  οι  τροφές  ή  το  νερό  τους  έλειψαν  καθόλου.

Φτάνοντας κάτω από τον στύλο, διηγήθηκαν στον   Όσιο τα παθήματά τους και  ζήτησαν τη  βοήθειά  του.

-Ο  Θεός,  αποκρίθηκε  Εκείνος, που  σου  έδειξε  τον  δρόμο να  έρθετε  ως εδώ, θα σας  δώσει και  την  υγεία  σας.

Ζήτησε νερό, το  ευλόγησε  και  τους  το  έδωσε να  πιουν  και  να  ραντιστούν  στο  όνομα  του Κυρίου.  Μόλις  το   έκαναν,  έγιναν  και  οι  επτά  καλά!  Ύστερα  από  αυτό,  αρνήθηκαν  την λατρεία  των  ειδώλων,  βαπτίστηκαν  και  έφυγαν  δοξάζοντας  το  Θεό.


– Κάποτε  ήρθαν  κάτω  απ’  τον  στύλο  αντιπρόσωποι  των  κατοίκων  της  οροσειράς  του Λιβάνου  και  ανάστατοι  είπαν  στον  Όσιο:
- Στον τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι άγρια  θηρία, πρωτοφανέρωτα  και  άγνωστα,  που κατασπαράζουν  ανθρώπους  και  ζώα.  Πολλές  φορές  μπαίνουν στα  σπίτια,  αρπάζουν  τα παιδιά και τα καταβροχθίζουν μπροστά στα έντρομα μάτια των μανάδων τους. Ο  φόβος και  ο  θρήνος  έχουν  απλωθεί  παντού.

-Μην παραξενεύεστε  για  τη  συμφορά  που  σας  βρήκε,  είπε  ο  Άγιος.  Είναι  η  τιμωρία  για τα έργα σας. Οι πρόγονοί σας εγκατέλειψαν τον αληθινό Θεό, τον πλάστη  και  ευεργέτη μας, και λάτρεψαν τα βουβά είδωλα. Και  εσείς  επιμένετε  στην  πλάνη  αυτή.  Τα  θηρία σας ταλαιπωρούν με παραχώρηση του Κυρίου, που θέλει να σας οδηγήσει  στη  μετάνοια και  να  σας  φέρει  κοντά  Του. Άν  όμως  δεν  έχετε  σκοπό  να  μετανοήσετε,  άδικα  ήρθατε  ως εδώ.  Να  ζητήσετε  τη  βοήθεια  των  ειδώλων  που  προσκυνάτε!

Εκείνοι τότε έπεσαν στα γόνατα  και  άρχισαν  να  παρακαλούν  με  δάκρυα  το  στυλίτη:

-Λυπήσου  μας!  Μεσίτεψε  για  μας  στο  Θεό!  θα  μετανοήσουμε!...

Μαζί τους ικέτευαν τον Όσιο και άλλοι, που έτυχε να βρίσκονται εκεί, και τους σπλαγχνίστηκαν.

-Μόλις απαρνηθείτε την πλάνη σας,  αποκρίθηκε  πάνω  απ’ τον  στύλο  του  ο  γέροντας και  βαπτιστείτε στο όνομα του Χριστού, τότε θα  παρακαλέσω  τον  Κύριο  να  σας  δείξει την  φιλανθρωπία  Του.

Με  ένα  στόμα  οι  ειδωλολάτρες  υποσχέθηκαν  πως, όταν θα γύριζαν  στην  πατρίδα  τους, θα  κατεδάφιζαν  αμέσως  τα  Ιερά  των  ειδώλων  και  θα  έριχναν  στη  φωτιά  τα  ξόανα.

Ο  Άγιος  κατάλαβε  πως  η  μεταστροφή  τους  ήταν  αληθινή. Τους  έδωσε,  λοιπόν,  ένα κουτάκι  με  ευλογημένη  σκόνη  και  τους  είπε:

-Να  πάτε  στο  καλό!  Μόλις φτάσετε στον τόπο σας, να περάσετε  απ’ όλα  τα  χωριά.  Στην εμπασιά κάθε χωριού,  να  χώνετε  στη  γη  τέσσερις  πέτρες.  Και  πάνω  σε  κάθε  πέτρα  να σχηματίζετε  με  τούτη  τη  σκόνη  τρείς  σταυρούς.  Άν  υπάρχουν  εκεί  Χριστιανοί  ιερείς, φωνάξτε  τους  να  σας  βοηθήσουν  και  να τελέσουν  νυχτερινές  λειτουργίες.  Τότε  ο  Θεός θα  κάνει  το  θαύμα  Του.  Κανένας  άνθρωπος  δεν  θα   χαθεί  πια  από  τα  θηρία.

Επιστρέφοντας  στην  χώρα  τους  οι  ειδωλολάτρες  διαπίστωσαν  ότι,  από  την  ώρα  που  ο Συμεών είχε προσευχηθεί γι’ αυτούς, όλα τα θηρία είχαν φύγει από τα χωριά  και αποτραβηχτεί  στα  δάση.  Όταν,  λοιπόν,  έκαναν  ότι  τους  συμβούλεψε  ο  Όσιος,  είδαν  τα θηρία να τρέχουν και να έρχονται γύρω από τις  πέτρες,  ουρλιάζοντας  απαίσια.  Πολλά έπεφταν  και  ψοφούσαν  επιτόπου. Αλλά  έφευγαν  αλαφιασμένα  και  χάνονταν.  Σε  δέκα μέρες  δεν  είχε  απομείνει  κανένα.

Πήραν  τρία  τομάρια  από  τα  ψόφια  θηρία  και  τα  έφεραν  στον  Όσιο.  Και  αφού  του διηγήθηκαν το θαύμα, βαπτίστηκαν όλοι και έγιναν  Χριστιανοί.  Μια  βδομάδα  έμειναν εκεί,  ακούγοντας  τις  σοφές  διδαχές  του  πνευματοφόρου  στυλίτη,  και  μετά  έφυγαν χαρούμενοι  για  την  πατρίδα  τους,  δοξάζοντας  το   Θεό.

Αλλά σταματάμε εδώ τη διήγηση, γιατί τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του  Οσίου Συμεών  δεν  έχουν  τέλος.  Όπως  σημειώνει  ωραιότατα  ο  Σύρος  βιογράφος  του,  «ποιο στόμα  θ’  αποτολμούσε να  διηγηθεί  ή  ποιο  χέρι  θα  μπορούσε  να  γράψει  ή  ποιο  σοφό μυαλό θα μπορούσε να υπολογίσει  τις  αναρίθμητες  ευεργεσίες που  έκανε  ο  Θεός  στον κόσμο μέσω  του  Αγίου;  Πόσους  ανθρώπους,  που  ήταν  μακριά  από  τον  Κύριο, έφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν με τη διδαχή του  από  την  άγνοια  στην  αληθινή γνώση;  Πόσες χιλιάδες και μυριάδες «αλλότριων», χάρη στο  κήρυγμά  του,  έγιναν  μέλη της  Εκκλησίας  και  υποτάχθηκαν  στο  Χριστό;  Ποιος  μπορεί  να  λογαριάσει  τις  τόσες  και τόσες χιλιάδες αγρίων, που,  βλέποντας  και  ακούγοντάς  τον,  με  χαρά  εγκολπώθηκαν την χριστιανική πίστη και έγιναν υπηρέτες της αλήθειας; Γιατί η φήμη  των  ευεργεσιών, που  έκανε  ο  Κύριος  με  τα  χέρια  του  οσίου,  ταξίδεψε  απ’  την  μίαν  άκρη  του  κόσμου  ως την  άλλη.
 
Κι  έτσι  εκπληρώθηκε  το  γραφικό:  «Εις  πάσαν  την  γην  εξήλθεν  οι  φθόγγοι  αυτών  και  εις τα  πέρατα  της  οικουμένης  τα  ρήματα  αυτών»  (Ψαλμ. 18:5).


Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως  στήλην  θεόγραφον,  των  ιερών  αρετών,  του  βίου  σου  έλιπες,  τας  αναβάσεις  ημίν, Συμεών  παμμακάριστε·  συ  γαρ  επί  του  στύλου,  ως  πυρσός  διαλάμπων,  έλκεις  ημάς χαμόθεν,  προς  ζωήν  ουρανίαν,  τον  τρόπον  της  ευδρομίας,  φαίνων  τοις  έργοις  σου.


Κοντάκιον. Ήχος β’. Αυτόμελον.        
Τα άνω  ζητών,  τοις  κάτω  συναπτόμενος,  και  άρμα  πυρός,  τον  στύλον  εργασάμενος,  δι’ αυτού συνόμιλος, των Αγγέλων γέγονας Όσιε· συν  αυτοίς  Χριστώ  τω  Θεώ,  πρεσβεύων απαύστως,  υπέρ  πάντων  ημών.



Μεγαλυνάριον.
Στύλος εναρέτου ώφθης ζωής, εν στύλω  βιώσας, υπέρ άνθρωπον Συμεών· ένθεν αμοιβών σου,  τας  υπέρ νουν  ελλάμψεις,  εκθάμβως  εξαστράπτεις,  εις  κόσμον  άπαντα.

Ο Άγιος Ιησούς ο Δίκαιος

Ήταν Εβραίος, γιος του Ναυή, από την φυλή Εφραίμ και  διάδοχος του  Μωϋσή του προφήτη.  Ο  Ιησούς,  ονομαζόταν πρώτα  Αυσής.

Στάλθηκε από τον Μωϋσή να κατασκοπεύσει τη γη Χαναάν και  όταν επέστρεψε ανέλαβε  μετά  τον  θάνατο  του  Μωϋσή  την  αρχηγία  του  λαού,  που τον  οδήγησε μαζί  με  την  κιβωτό  στην  Παλαιστίνη,  αφού πέρασε τον Ιορδάνη  και  συνέτριψε τους αλλόφυλους στα τείχη της Ιεριχούς (Ιησ. ι’ 12).    
Όταν κατέλαβε την Παλαιστίνη και τη μοίρασε στους Ισραηλίτες, τους οποίους κυβέρνησε  27  χρόνια,  απεβίωσε  ειρηνικά  110  χρονών.

Οι Αγίες 40 οι Παρθενομάρτυρες

Ο  Αμμούν  ή  Άμμων  ήταν  Διάκονος  στην  Αδριανούπολη  της  Θρᾴκης  και διδάσκαλος  40  ασκητριών  παρθένων.  Αυτόν  λοιπόν,  ο  ηγεμόνας  της Αδριανούπολης  Βάβδος,  επειδή  δεν  δεχόταν  να  θυσιάσει  στα  είδωλα,  παρέπεμψε μαζί  με  τις  40  μαθήτριές  του  στον  Λικίνιο  τον  άρχοντα  της  Θρᾴκης.  Αυτός,  αφού τις  βασάνισε  σκληρά,  τις  μεν  πρώτες  δέκα  έκαψε  ζωντανές,  τις  δε  επόμενες  οκτώ αποκεφάλισε,  τις  επόμενες  δέκα  σκότωσε  με  ξίφος,  αφού  τις  χτύπησε  στο  στόμα και  την  καρδιά  και  τις  υπόλοιπες  δώδεκα  θανάτωσε  με  μαχαίρια  και  πυρακτωμένα  σίδερα  στο  στόμα.  Τον  δε  Αμμούν  θανάτωσε,  αφού  του  έβαλε πυρακτωμένη  καλύπτρα  στο  κεφάλι  (άλλοι  αναφέρουν  ότι,  κατόπιν  τον αποκεφάλισε).  Όσον  αφορά  δε τα  ονόματα  των  40  Αγίων  Παρθένων,  τα παραθέτουμε  με  επιφύλαξη,  διότι  ορισμένα  απ'  αυτά  π.χ. Χάϊδω, Λάμπρω  κ.λ.π. ανήκουν  σε  ονομασίες  μεταγενεστέρων  αιώνων (16ου – 18ου)  και  όχι  σ’ αυτές  των πρώτων  αιώνων  μ.Χ.  που  μαρτύρησαν  οι  Αγίες.

Αδαμαντίνη, Καλλιρόη, Χαρίκλεια, Πηνελόπη, Κλειώ, Θάλεια, Μαριάνθη, Ευτέρπη, Τερψιχόρη, Ουρανία, Κλεονίκη, Σαπφώ, Ερατώ, Πολύμνια, Δωδώνη, Αθηνά, Τρωάδα, Κλεοπάτρα, Κοραλία, Καλλίστη, Θεονόη, Θεανώ, Ασπασία, Πολυνίκη, Διόνη, Θεοφάνη, Ερασμία, Ερμηνεία, Αφροδίτη, Μαργαρίτα, Αντιγόνη, Πανδώρα, Χάϊδω, Λάμπρω, Μόσχω, Αρηβοΐα, Θεονύμφη, Ακριβή, Μελπομένη, Ελπινίκη και  Αμμούν  ο  διδάσκαλος  αυτών

Οι Άγιοι Εύοδος, Καλλίστη, Αγαθοκλεία και Ερμογένης οι Μάρτυρες

Ήταν  αδέλφια,  και  η  ανεύρεση  της  αλήθειας  ήταν  ο  μεγάλος  τους  πόθος.  Και  ο Θεός  τους  ελέησε,  αξιώνοντάς  τους  να  ακούσουν  το  κήρυγμα  των  αποστόλων,  από  το  οποίο  ελκύστηκαν  στο  φως  και  την  ζωή  του  Χριστού.
Από  τότε  η  ζωή  τους,  στάθηκε  ζηλευτή, πίστεως  και  αγαθοεργίας. Έδιναν  άφθονη βοήθεια  σε  χήρες  και  ορφανά,  και  ανέπτυξαν  μεταξύ  τους  ευγενή  και  ιερή άμιλλα,  για  το  ποιος  να  φέρει  περισσότερες  ψυχές  μέσα  στο  ψυχοσωτήριο  λιμάνι της  χριστιανικής  Εκκλησίας.  Και  κατόρθωσαν  πολλά.

Την πίστη τους αυτή, επισφράγισαν και  δια του  μαρτυρίου. Όταν  συνελήφθησαν, ομολόγησαν  ότι  ανήκαν  στην χριστιανική  Εκκλησία και  ότι αυτό αποτελούσε καύχημά τους περισσότερο και από το άν είχαν κάποιο στέμμα στο κεφάλι τους. Μάταια  ζήτησαν  να  τους  δελεάσουν  με υποσχέσεις και να τους εκβιάσουν με απειλές.
Τα  αδέλφια  ενθαρρύνονταν  μεταξύ  τους, με ανώτερα πνευματικά λόγια. Έτσι  και των  τριών  τα  κεφάλια, κόπηκαν με το  ξίφος. Και  τα αδέλφια κατά σάρκα, στάθηκαν αδέλφια δια της πνευματικής αναγεννήσεως και στο μαρτυρικό θάνατο και στην κληρονομιά  των αιωνίων αγαθών.

Ο Όσιος Μελέτιος ο νέος

Ασκήτευσε στο όρος της Μυουπόλεως.           
Γεννήθηκε  κατά  το  έτος  1035  στο  χωριό  Μουταλάσκη  της  Καππαδοκίας.  Οι  γονείς του  ήταν  πολύ  ενάρετοι  και  ονομάζονταν  Ιωάννης  και  Σοφία.  Φυσικά,  σύμφωνα με  τα ιερά πιστεύω τους μεγάλωσαν και το παιδί τους, τον Μελέτιο. Αυτός,  όταν μεγάλωσε  ήλθε  στην  Ελλάδα  επί  Αλεξίου  του  Κομνηνού  στη  Μονή  των  Ταξιαρχών την λεγόμενη του Συμβόλου, την μετέπειτα επονομασθείσα του  Οσίου Μελετίου.  Εκεί  αφού  έλαμψε  δια  της  πνευματικής  του  ασκήσεως, απεβίωσε ειρηνικά  το  1105.


Απολυτίκιον. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.          
Εξ  Εῴας  εκλάμψας  ως  πολύφωτος ήλιος, και  εν Μυουπόλει  ασκήσας  θεοφόρε Μελέτιε, λαμπρύνεις  την  Ελλάδα  τω φωτί, των θείων  αρετών  σου  αληθώς.  Δια  τούτο  ως  προστάτην  ημών  θερμόν,  τιμώμέν  σε  κραυγάζοντες· δόξα  τω  δεδωκότι  σοι  ισχύν,  δόξα  τω  σε στεφανώσαντι, δόξα  τω  ενεργούντι  δια  σου,  πάσιν  ιάματα.


Κοντάκιον. ΉΉχος  πλ. δ’. Τη  υπερμάχω.
Ως  μελετήσας  εν τω νόμω τω της χάριτος
Δένδρον εδείχθης της ασκήσεως κατάκαρπον
Και  του  Πνεύματος  δοχείον  ηγιασμένον.
Αλλ’  απαύστως  καθικέτευε  δεόμεθα
Πάσης θλίψεως λυτρούσθαι και  κακώσεως  
Τους  βοώντάς  σοι,  χαίροις  Πάτερ  Μελέτιε.


Μεγαλυνάριον.
Άγγελος  ωράθης  μετά  σαρκός,  Μελέτιε  Πάτερ,  δι’  αγώνων  ασκητικών·  όθεν  η Μονή  σου,  εν  σοι  αγαλλιάται,  υμνούσα  θεοφόρε, την  πολιτείαν  σου.