3/2/16

Ο Άγιος Βλάσιος ο βουκόλος

Ο Άγιος Μάρτυς Βλάσιος καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας  και γεννήθηκε από πλούσιους  και  φιλάνθρωπους  γονείς. Οι επαγγελματικές ανάγκες της οικογένειάς του τον ανάγκασαν να απομακρυνθεί  για λίγο από την Καισάρεια. Όταν έγινε διωγμός εναντίον των  Χριστιανών, οι  ειδωλολάτρες  τον  καταζητούσαν ως Χριστιανό, αλλά  δεν  τον  εύρισκαν. Η  μητέρα  του, που  ποθούσε  τη  σωτηρία του, του  συνέστησε να ακολουθήσει τον δρόμο της φυγής. Αλλά  ο Άγιος αρνήθηκε. Τόσοι άλλοι μαρτυρούσαν. Γιατί, λοιπόν, αυτός να δραπετεύσει; Έτσι, προσήλθε  με προθυμία και  παραδόθηκε στους διώκτες του, τους  οποίους  και  φιλοξένησε  και περιποιήθηκε σαν να ήταν  ευεργέτες  του.
Τον συνέλαβαν και αφού τον μαστίγωσαν τον έριξαν μέσα σε κοχλαζόμενο  λέβητα, όπου  διέμεινε  πέντε ημέρες χωρίς να πάθει τίποτα. Η χάρη του Θεού διαφύλαξε τον Άγιο σώο και  αβλαβή. Έτσι, πολλοί στρατιώτες, που είδαν το θαύμα, πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν  από τον  Άγιο  με  το  νερό  του  λέβητος.
Μόλις  πληροφορήθηκε ο  ηγεμόνας  το  γεγονός αυτό, έστειλε εκεί άλλους στρατιώτες να βγάλουν το Άγιο Βλάσιο από τον λέβητα. Όταν όμως  και  αυτοί  έφθασαν  εκεί και είδαν το θαύμα, πίστεψαν στον Χριστό. Έπειτα  πήγε  εκεί  και  ο  ίδιος  ο  ηγεμόνας, για  να  δει  τον  Άγιο μέσα  στον  λέβητα  με το βρασμένο νερό. Επειδή  δε, νόμιζε ότι το νερό είχε  κρυώσει, ζήτησε να  αντλήσουν  από  αυτό, για  να νίψει  τα μάτια του. Μόλις όμως έκανε αυτή την ενέργεια, αμέσως τυφλώθηκε και συγχρόνως ξεψύχησε.
Έτσι, ο  Άγιος  αφέθηκε  ελεύθερος. Αμέσως  επισκέφθηκε  την  οικογένειά του και στη συνέχεια παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό. Εκείνοι  δε  που  κατά  τύχη  παρευρίσκονταν  εκεί, κατά την τελείωσή του, είδαν τη μακαρία του ψυχή, που  βγήκε από το στόμα του, σαν περιστερά  λευκή  και  απαστράπτουσα, και  πέταξε  στον  ουρανό.


Ο Άγιος Ρωμανός ο Πρίγκιπας

Ο Άγιος Ρωμανός του Ούγκλιχ ήταν υιός του ηγεμόνα Βλαντιμήρ Κωνσταντίνοβιτς  και  γεννήθηκε  το 1235 στη Ρωσία. Κοιμήθηκε με ειρήνη  το  έτος  1285 μ.Χ.

Οι Άγιοι Σταμάτιος και Ιωάννης οι Νεομάρτυρες οι αυτάδελφοι και ο συνοδίτης αυτών Νικόλαος

Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ιωάννης  και Νικόλαος κατάγονταν από  τις  Σπέτσες  και  μαρτύρησαν  υπέρ  του  ονόματος  του  Χριστού  στη  Χῖο, το  έτος 1822 μ.Χ. Από  αυτούς  οι  δύο  πρώτοι, ο Σταμάτιος  και  ο Ιωάννης, ήσαν αδελφοί. Ο  πατέρας τους  ονομαζόταν  Θεόδωρος Γκίνης και  η  μητέρα  τους  Ανέζω.
Κατά το έτος 1822 μ.Χ. οι Άγιοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη μαζί με άλλους πέντε ναυτικούς, που ασχολούνταν με το εμπόριο, μεταξύ των οποίων ήταν και ο συναθλητής αυτών Νικόλαος. Η σφοδρή θαλασσοταραχή  τους ανάγκασε να προσαράξουν απέναντι  από  τη  Χίο, σε παραλία της Μικρασιατικής γης που ονομαζόταν Τσεσμέ. Αφού εξήλθαν στην ξηρά, φοβούμενοι τους Τούρκους, εμπιστεύτηκαν την ζωή  τους σε  κάποιον  Χριστιανό, τον  οποίο  παρακάλεσαν να μεριμνήσει, δίδοντάς του αμοιβή για την εξεύρεση  υλικών, προκειμένου  να  επισκευάσουν  το χαλασμένο πλοιάριό τους. Όμως  αυτός τους πρόδωσε στον αγά και  οδήγησε εναντίον  τους,  τους Τούρκους στρατιώτες, οι  οποίοι  τους  κατεδίωξαν. Από  τους  επτά  οι  δύο  φονεύθηκαν, άλλοι  δε  δύο έφυγαν δια θαλάσσης. Οι  Οθωμανοί, εξαγριωμένοι, συνέλαβαν τους  δύο  αδελφούς, Σταμάτιο  και  Ιωάννη  και  τον γέροντα πλοίαρχο  Νικόλαο. Ο πασάς, αφού  τους  ανέκρινε, έδωσε εντολή να φυλακίσουν τους  δύο αδελφούς και  να  αποκεφαλίσουν  το  Νικόλαο  στην  εκτός  του  κάστρου  πεδιάδα.
Οι Τούρκοι  προέτρεπαν  το  Νικόλαο να αλλαξοπιστήσει, για να γλυτώσει  τον  θάνατο  και  να κερδίσει  την  ζωή, εκείνος  όμως  απάντησε με θάρρος ότι  δεν  αρνείται  την πίστη του. Έτσι,  ομολογώντας τον  Χριστό, δέχθηκε  το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού απέκοψαν την τίμια κεφαλή αυτού.           
Οι  Τούρκοι  προσπάθησαν  να εξισλαμίσουν  και  τους  δύο αδελφούς. Παρά  τις  μεθοδικές  και  επίμονες  προσπάθειες αυτών, επί επτά συνεχείς ημέρες, δεν κατάφεραν τίποτε. Οι Μάρτυρες βρήκαν την ευκαιρία  και  απέστειλαν κρυφά  έγγραφη  την  εξομολόγησή  τους  προς τον  Μητροπολίτη Χίου, ο  οποίος τους έδωσε την ευλογία του, για να προχωρήσουν προς τον δρόμο του μαρτυρίου με πνευματική ανδρεία. Κοινωνήσαντες  δε  των  Αχράντων Μυστηρίων, των οποίων την αποστολή  οικονόμησε ο Επίσκοπος  δια  γυναικός, ήσαν  έτοιμοι  για  την μεγάλη  θυσία. Προσαχθέντες ενώπιον του πασά, διεκήρυξαν  και  πάλι την  ακλόνητη πίστη  τους  στὸν  Χριστό και πορευόμενοι προς το μαρτύριο φώναξαν προς το πλήθος: «Χριστιανοί  είμεθα, για τον  Χριστό πηγαίνουμε στον θάνατο». Έτσι  δέχθηκαν τους στέφανους του μαρτυρίου, αποκεφαλισθέντες, ο  μεν νεομάρτυρας Σταμάτιος  σε  ηλικία 18  ετών, ο  δε  νεομάρτυρας  Ιωάννης  σε  ηλικία  22 ετών.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Νομίμως ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, παμμάκαρ Σταμάτιε, σὺν Ἰωάννῃ ὁμοῦ, αὐτάδελφοι ἔνδοξοι, σύναθλον δὲ ἐν πᾶσι, τὸν Νικόλαον σχόντες, δόξης τῆς τῶν Μαρτύρων, ἠξιώθητε ἅμα, πρεσβεύοντες τῇ Τριάδι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Οἱ στερροὶ αὐτάδελφοι, μιᾷ ἀθλήσαντες γνώμῃ, ὁ κλεινὸς Σταμάτιος, σὺν Ἰωάννῃ ἐνθέως, τέτμηνται, σὺν Νικολάῳ, τῷ ὁμοψύχῳ, χαίροντες αὐτῶν τὰς  κάρας πίστει Κυρίου· διὰ τοῦτο μαρτυρίου, τὸ θεῖον γέρας θεόθεν ἔλαβον.



Μεγαλυνάριον.
Χαίροις αὐταδέλφων ἡ ξυνωρίς, Ἰωάννη μάκαρ, καὶ Σταμάτιε καρτερέ, σὺν τῷ Νικολάῳ, ὑμῶν τῷ συνοδίτῃ, Σπετςῶν οἱ πολιοῦχοι, Χίου σεμνώματα.

Ο Άγιος Νικόλαος ο Ισαπόστολος

Ο Άγιος Νικόλαος, κατά κόσμο Ιωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1836 στο  χωριό  Μπεργιοζόβσκυ  του Μπέλκ, κοντά στην περιοχή του Σμολένκ. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Ξένη και ήσαν ευσεβείς και φιλόθεοι. Έτσι ο Άγιος αγάπησε  τον  εκκλησιαστικό  βίο από  την παιδική του ηλικία  και  έκανε τα  πρώτα  βήματά του μέσα στην  Εκκλησία  με την  βοήθεια  του  πατέρα του, ο  οποίος  ήταν  ιερεύς. Όταν ο  Ιωάννης  μεγάλωσε, πήγε  στο  τοπικό δημοτικό  σχολείο  και  μετά  στο  εκκλησιαστικό  σεμινάριο  του Μελίνσκι. Αφού  αποφοίτησε  μεταξύ  των  πρώτων, συνέχισε  τις  σπουδές του στη  θεολογική  ακαδημία  της  Αγίας  Πετρουπόλεως, από την  οποία  τελείωσε  το  έτος  1861.
Στην  Ιαπωνία, λίγο μετά την άφιξη των Πορτογάλων  Ιησουϊτών στο νότιο άκρο τον 17ο αιώνα, οι Ολλανδοί έμποροι είχαν πείσει την κυβέρνηση  πως  πρέπει η χώρα να προφυλαχθεί από την ολέθρια επιρροή των ξένων. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν τα λιμάνια για όλους  εκτός  από  τους  εμπόρους  αυτούς. Για  διακόσια  χρόνια  κράτησε η  πολιτική  του  απομονωτισμού, που  άρχισε  σιγά – σιγά  να  υποχωρεί. Έτσι  δόθηκε  στον Άγιο Νικόλαο η  ευκαιρία να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην  Άπω  Ανατολή.
Στο  Χακοντάτε, λιμάνι της  βόρειας Ιαπωνίας, εγκαταστάθηκε Ρωσική Πρεσβεία και  το προσωπικό της χρειαζόταν εφημέριο. Ο Ιωάννης, που πριν τελειώσει την ακαδημία είχε  καρεί  μοναχός, είχε  μετονομασθεί  σε Νικόλαο  και  είχε χειροτονηθεί Πρεσβύτερος το 1860 από τον Μητροπολίτη Νόβγκοροντ και Αγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ήταν εκείνος που  με  χαρά  δέχθηκε να  εργαστεί  ιεραποστολικά στην Ιαπωνία. Και έτσι το 1861, σε ηλικία 26 ετών, ο νεαρός ιερομόναχος ξεκίνησε χωρίς συνοδεία και ταξίδεψε στην Σιβηρία. Έτσι έφθασε στο Χακοντάτε  ως εφημέριος του  διπλωματικού  σώματος. Από  εκεί  έστειλε γράμμα  στον  Μητροπολίτη  της Αγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τον  πολιτισμό, την ευγένεια και τον λεπτό χαρακτήρα των Ιαπώνων. Τους  θαύμαζε γι’ αυτά  και  όμως  συγχρόνως  τους  λυπόταν, επειδή  τους  έλειπε  το  κυριότερο: η  Ορθόδοξη  πίστη.
Στο Χακοντάτε δεν τον είχαν υποδεχθεί θερμά ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Ιάπωνες. Ειδικά  οι τελευταίοι, εξ’ αιτίας του χρόνιου  απομονωτισμού τους, δεν είχαν την διάθεση να ακούσουν το κήρυγμα του  Ευαγγελίου. Αυτό  αποθάρρυνε  κάπως  το Νικόλαο. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1861, όμως, δέχθηκε την επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Ιννοκεντίου, ιεραποστόλου της Αμερικής. Εκείνος τον επετίμησε για τον φθίνοντα ενθουσιασμό του και τον συμβούλεψε να μάθει την  ιαπωνική  γλώσσα. Έτσι και  έγινε. Ο Άγιος Νικόλαος έμαθε την γλώσσα και  άρχισε να κηρύττει. Κάποια  βραδιά, λοιπόν, καθώς  μελετούσε  στο  κελί του, βλέπει ένα  σαμουράϊ να ορμά  στο  δωμάτιό του  με το σπαθί  στο  χέρι. Θα  τον έσφαζε, του  είπε, εάν δεν σταματούσε να «διαφθείρει» με  τα  κηρύγματά του τους ντόπιους. Ταπεινά  ο  Άγιος Νικόλαος δέχθηκε να πεθάνει, άν όμως πρώτα ο επίδοξος δολοφόνος του θα  μάθαινε  τι  μελετούσε την ώρα  εκείνη. Ο σαμουράϊ  άφησε το σπαθί του, για να ακούσει τι είχε να του  πει  ο  Άγιος. Και  έτσι  αυτός  άρχισε  να  του  εξηγεί  την  δημιουργία του  σύμπαντος  από τον  Θεό, το  σχέδιο  της  Θείας  Οικονομίας  και  πως ο  Χριστός  ήλθε  στον  κόσμο  για  να  σώσει τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα   ήταν, ο παραλίγο δήμιός του να κατηχηθεί και να βαπτισθεί. Λίγα χρόνια αργότερα ο σαμουράϊ  Τακούμα  Σαβάμπε  έγινε  ο πατήρ Παύλος, ο πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας ιερέας. Ακολούθησαν χρόνια  ιεραποστολικής  δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικών  βιβλίων και  της  Αγίας  Γραφής  και  έντονης  κατηχητικής  διακονίας.
Το έτος 1880, μετά από πολλά χρόνια  ιεραποστολικής  δράσεως, εξελέγη και  χειροτονήθηκε Επίσκοπος της  Ορθόδοξης  Ιαπωνικής  Εκκλησίας  της Ρωσικής Διασποράς. Το  ιεραποστολικό του έργο ήταν πολύ μεγάλο. Κατήχησε  και  βάπτισε χιλιάδες ανθρώπους. Φρόντισε  για  την  ανέγερση  ναών, την  πνευματική  καλλιέργεια και την λειτουργική αγωγή του εφημεριακού κλήρου. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Ορθόδοξος  ιεραπόστολος  οφείλει  να έχει ανοιχτές τις πόρτες του σπιτιού του, γι’ αυτούς  που  επιθυμούν  μία  προσωπική  επικοινωνία  και να μεταβαίνει πρόθυμα όπου υπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως του Ευαγγελίου».
Ο  Άγιος  Νικόλαος  κοιμήθηκε  με ειρήνη  το  έτος  1912.


2/2/16

Η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

Το  γεγονός της Υπαπαντής, που  εξιστορει  ο  Ευαγγελιστής  Λουκάς  στο  β’  κεφάλαιο του  Ευαγγελίου  του, συνέβη  σαράντα  ημέρες  μετά  την  γέννηση του  Ιησού. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, άν το πρώτο παιδί της οικογένειας ήταν αγόρι, αφιερωνόταν στον Θεό και  συγχρόνως προσφερόταν για θυσία ένας αμνός ή ένα ζευγάρι  τρυγόνια  ή  δυο  μικρά  περιστέρια. Το γράμμα των εντολών αυτών πληρούντες ο  Ιωσήφ  και  η  Παρθένος Μαρία, ανήλθαν  την  τεσσαρακοστή  ημέρα  από  της γεννήσεως του Χριστού στο ναό των Ιεροσολύμων, για να προσφέρουν τον Ιησού  στον  Θεό  και  να  δώσουν την θυσία περί  καθαρισμού.  Το  ζευγάρι  υποδέχθηκε στο  ναό  ο  υπερήλικας Προφήτης Συμεών, ο  οποίος  δέχθηκε  τον  Ιησού  στην  αγκαλιά του φωτισμένος από  το  Άγιο Πνεύμα, έχοντας λάβει αποκάλυψη από  Αυτό ότι  δεν  θα απέθνησκε πρωτού  δει  Εκείνον, τον οποίο ο Κύριος και  Θεός έχρισε Βασιλέα και Σωτήρα του κόσμου.        
Η εορτή  εισήχθηκε πρώτα στην Δύση προς κατάργηση των τελουμένων ειδωλολατρικών εορτών, κατά τις αρχές του  Φεβρουαρίου, προς τιμήν του Πανός, ως καθαρώς θεομητορική  εορτή. Αργότερα  καθιερώθηκε  και  στην Ανατολή. Κατά  μεν τον  Γεώργιο  Κεδρηνό  η  εορτή  εισήχθηκε επί  του  αυτοκράτορα  Ιουστινιανού  του  Α’ (518 – 527 μ.Χ.), κατά δε το  Νικηφόρο Κάλλιστο ο  μέγας Ιουστινιανός (525 – 565 μ.Χ.) διέταξε, το  542 μ.Χ., να  εορτάζεται η Υπαπαντή  του Σωτήρος σε όλη τη γη. Επειδή  όμως διασώζονται σήμερα λόγοι – ομιλίες στην εορτή της Υπαπαντής, που χρονολογούνται πολύ πριν από τον 6ο αιώνα μ.Χ., εικάζεται ότι ο αυτοκράτορας Ιουστίνος  εισήγαγε  την  εορτή  στην Κωνσταντινούπολη. Η  εορτή  της Υπαπαντής, στην  Κωνσταντινούπολη, ετελείτο  στο  ναό  των  Βλαχερνών, όπου  παρευρίσκονταν και  οι  βασιλείς.


Απολυτίκιον. Ήχος α’.    
Χαίρε  Κεχαριτωμένη  Θεοτόκε Παρθένε· εκ σου γαρ ανέτειλεν ο  Ήλιος της δικαιοσύνης,  Χριστός  ο  Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει. Ευφραίνου και συ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος εν αγκάλαις τον ελευθερωτήν των ψυχών ημών, χαριζόμενον  ημίν  και  την  Ανάστασιν.


Κοντάκιον. Ήχος α’.        
Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας τω τόκω σου, και χείρας του Συμεών ευλογήσας ως έπρεπε, προφθάσας  και  νυν  έσωσας ημάς, Χριστέ ο Θεός. Αλλ’ ειρήνευσον εν πολέμοις  το  πολίτευμα, και κραταίωσον βασιλείς ούς ηγάπησας, ο μόνος φιλάνθρωπος.


Μεγαλυνάριον.
Σήμερον  η Πάναγνος Μαριάμ, τω  Ναώ προσάγει, ώσπερ  βρέφος  τον  Ποιητήν,  όν  εν ταις  αγκάλαις,  ο  Πρέσβυς  δεδεγμένος,  Θεόν  αυτόν  κηρύττει,  κάν  σάρκα  είληφε.


1/2/16

Ο Ἁγιος Τρύφων ο Μάρτυρας

Ο Άγιος Τρύφων καταγόταν από τη Λάμψακο της επαρχίας Φρυγίας και έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Γορδιανού Γ’ (238 – 244 μ.Χ.), Φιλίππου (244 – 249 μ.Χ.) και Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Προερχόταν από πτωχή  οικογένεια και στην παιδική του ηλικία, έβοσκε χήνες για να ζήσει. Συγχρόνως  όμως μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή  και ήταν πολύ  φιλακόλουθος. Έτσι, σιγά – σιγά  ο Άγιος, με την ευσεβή φιλομάθειά του, κατόρθωσε όχι μόνο να διδαχθεί  ο ίδιος, αλλά  και  να διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες της πίστεώς μας. Γρήγορα η ευσεβής ψυχή του δέχθηκε την χάρη του  Αγίου Πνεύματος και ο Θεός τον αξίωσε να θαυματουργεί. Όμως  ο  Άγιος θεράπευε όχι μόνο κάθε ασθένεια αλλά και  ελευθέρωνε τις  μολυσμένες  από  τα  δαιμόνια ψυχές.
Όταν ο αυτοκράτορας Γορδιανός  πληροφορήθηκε για τις  θαυματουργικές ικανότητες του Τρύφωνος, τον αναζήτησε για να θεραπεύσει την άρρωστη θυγατέρα του που έπασχε από δαιμόνιο. Οι στρατιώτες τον βρήκαν στην κωμόπολη της Σαμψάκου να φροντίζει τις χήνες στην παρακείμενη λίμνη και αμέσως τον πήραν μαζί τους. Το μαρτύριο του Αγίου αναφέρει ότι μόλις ο Άγιος πλησίαζε στην Ρώμη το δαιμόνιο  που  είχε η θυγατέρα του Γορδιανού, κραύγαζε ότι δεν μπορεί πια να κατοικεί μέσα της. Οι έπαρχοι Πομπιανός και Πρετεξτάτος τον οδήγησαν ενώπιον του αυτοκράτορα και εκείνος παρακάλεσε τον Άγιο για τη θεραπεία της θυγατέρας του. Και πράγματι, με την προσευχή του Αγίου, η θυγατέρα του  ηγεμόνος απηλλάγη από το δαιμόνιο. Ο Άγιος μετά από έξι ημέρες προσευχής αποκάλυψε τα κακά έργα του διαβόλου και  πολλοί  από  τους Έλληνες  που  ήσαν παρόντες δόξασαν τον Θεό  και πίστεψαν σε  Αυτόν.
Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και χρήματα, τα οποία όμως ο Τρύφων  ευγενικά  αρνήθηκε.
Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Δέκιος, εξαπέλυσε άγριο διωγμό  κατά των Χριστιανών. Ο Άγιος, επειδή  δεν λάτρευε  τους θεούς  της ειδωλολατρικής θρησκείας  και  ήταν Χριστιανός, συνελήφθη από  κάποιον στρατιωτικό που ονομαζόταν Φρόντων (ή Φόρτων) και οδηγήθηκε ενώπιον των επάρχων της Ανατολής, Τιβέριου Γράγχου και Κλαυδίου Ακυλίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας. Ο μάντης Πομπηϊανός τον παρουσίασε στους ηγεμόνες. Ο Άγιος Τρύφων ομολόγησε με θάρρος την πίστη του. Τότε υποβλήθηκε σε φρικτά  βασανιστήρια. Του  κατατρύπησαν  με σπαθιά όλο του το σώμα, έπειτα τον έδεσαν από τα πόδια σε άλογα και τον έσυραν, σε  ώρες φοβερού  ψύχους, σε δύσβατες  και πετρώδεις τοποθεσίες. Εκείνος προσευχόταν και έλεγε: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις αυτή  την αμαρτία». Μετά το  φρικτό  μαρτύριο  τον ρώτησαν άν σωφρονίσθηκε και ήθελε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Μάρτυρας  του  Χριστού  απάντησε  τότε  στον  έπαρχο  Ακυλίνο:  «Ανόσιε και  κακών αρχηγέ, είναι δυνατόν να  είσαι σωφρονισμένος, όταν είσαι μεθυσμένος από τον διάβολο; Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί έχω τον Χριστό  βοηθό  της  ελπίδας μου». Ύστερα  από αυτό  τον  έκλεισαν  στο  δεσμωτήριο  με  σκοπό  να του  δώσουν διορία, για να απαλλαγεί  από  την «άνοια» αυτού  και  να  αρνηθεί  την πίστη του στον Χριστό. Λίγες ημέρες  μετά  ο έπαρχος  κάλεσε  τον  Άγιο  και  τον ρώτησε  εάν  το διάστημα του χρόνου και τα βασανιστήρια τον έπεισαν να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος καὶ πάλι ομολόγησε με πνευματική  ανδρεία  το  Όνομα  του  Θεού. Τον  έσυραν τότε γυμνό  πάνω  σε σιδερένια καρφιά, κατόπιν τον μαστίγωσαν και στη  συνέχεια του  έκαψαν με λαμπάδες τα πλευρά. Στο τέλος, μόλις ο Μάρτυρας παρέδωσε  την  ψυχή του στον Θεό λέγοντας το «Κύριε  Ιησού  Χριστέ, δέξαι  το  πνεύμα  μου», απέκοψαν  την  τίμια  κεφαλή  αυτού.
Οι Χριστιανοί  παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του  Μάρτυρος και  αφού  το έχρισαν  με πολύτιμα μύρα και  το  τύλιξαν σε σινδόνα, το  κατέθεσαν σε λάρνακα  και το  απέστειλαν  στην πόλη της Λαμψάκου κατά την επιθυμία του.
Η Σύναξη  του  Αγίου  Μάρτυρος  Τρύφωνος ετελείτο στο  Μαρτύριό του, το  οποίο βρισκόταν μέσα στο σεπτό Αποστολείο του Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Μεγάλης Εκκλησίας.       
Ναό  αφιερωμένο  στον  Άγιο  Τρύφωνα  έκτισε  ο  μέγας Ιουστινιανός (527 – 565 μ.Χ.) στην τοποθεσία του Πελαργού  Κωνσταντινουπόλεως. Μονή του Αγίου Τρύφωνος αναφέρεται και μετά τα μέσα του 9ου αιώνος μ.Χ., παρακείμενη στη  Μητρόπολη  Χαλκηδόνος, στην  οποία  εκάρη  μοναχὸς ο μετέπειτα  Πατριάρχης  Νικόλαος  ο  Μυστικός (901 – 907, 912 – 925 μ.Χ.).


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τρυφὴν τὴν ἀκήρατον, ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός, βασάνους ὑπήνεγκας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤθλησας ἄριστα· ὅθεν τὴν τῶν θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἰκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.         
Τριαδικῇ στερρότητι, πολυθεΐαν ἔλυσας, ἐκ τῶν περάτων ἀοίδιμε τίμιος, ἐν Κυρίῳ γενόμενος· καὶ νικήσας τυράννους ἐν Χριστῷ, τῷ Σωτήρι, τὸ στέφος εἴληφας τῆς μαρτυρίας σου, καὶ χαρίσματα θείων ἰάσεων, ὡς ἀήττητος.


Μεγαλυνάριον.
Ἴχνεσι ἑπόμενος ἀκλινῶς, Τρύφων Ἀθλοφόρε, τοῦ γνωσθέντος ἐπὶ τῆς γῆς, τῶν αὐτοῦ χαρίτων, δοχεῖον ἀνεδείχθης, καὶ ἱεροῖς ἀγῶσι Μάρτυς διέπρεψας.


Η Οσία Μπριντζίτα

Η  Αγία  Μπριντζίτα  ήκμασε  στις  αρχές  του  6ου αιώνα  μ.Χ. Το  όνομά  της αναφέρεται  στην  ιστορία  του  Αγίου  Βεδέα  και  σε  όλα  τα  μαρτυρολόγια  της εποχής. Η  Αγία  ακολούθησε  την  οδό  της  μοναχικής  πολιτείας, ίδρυσε  μονή και  αφιέρωσε  την  ζωή  της  στη  διακονία  των  πτωχών. Κοιμήθηκε  οσίως  με ειρήνη  το  έτος  525 μ.Χ.