3/1/16

Ο Προφήτης Μαλαχίας

Ο προφήτης Μαλαχίας καταγόταν από τη φυλή Λευΐ και  εγεννήθηκε στο Σοφερό μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Έζησε περί τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατά  τους χρόνους του Νεεμία, και εργάσθηκε στην Ιερουσαλήμ μετά τον Προφήτη Αγγαίο και τον Ζαχαρία. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η ανοικοδόμηση του ναού είχε πλέον αποπερατωθεί και είχαν αρχίσει οι προσφερόμενες θυσίες.
Όντας  ακόμη νέος, κατέκτησε την αρετή και διακρινόταν για την θεοσεβή  συμπεριφορά  και  διαγωγή του. Για τον λόγο αυτό  έλαβε και την προσωνυμία Μαλαχίας, που στην ελληνική γλώσσα μεταφράζεται «ο άγγελός μου». Κατά παλαιά γνώμη (Ταλμούδ) το όνομα Μαλαχίας είναι ψευδόνυμο του Έσδρα ή του Νεεμία ή του Μαρδοχαίου. Χρονολογικά υπήρξε ο τελευταίος  από τους  Προφήτες της Παλαιάς  Διαθήκης.
Στο  προφητικό του βιβλίο, ο Μαλαχίας, ομιλεί περί της  αγάπης του  Θεού προς  τον λαό Του, μέμφεται την ασεβή  διαγωγή του ιερατείου, ομιλεί περί της μελλούσης κρίσεως και προαναγγέλει την προ της ημέρας του Κυρίου προπαρασκευαστική  εμφάνιση του  Ιωάννου του Προδρόμου.
Αλλά και όσα «εν προφητεία» έλεγε ο Προφήτης Μαλαχίας επιβεβαιώνονταν αμέσως από έναν άγγελο, ο οποίος του τα επαναλάμβανε. Την φωνή  δε του αγγέλου την άκουγαν και οι ανάξιοι, ενώ οι άξιοι έβλεπαν και τη μορφή του.      
Εκοιμήθηκε με ειρήνη και το τίμιο λείψανό του ενταφιάσθηκε στον αγρό των προγόνων του.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. Α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.         
Ἀγγελώνυμον κλῆσιν πλουτήσας ἔνδοξε, ἀγγελομίμητον βίον ἐπολιτεύσω ἐν γῇ, Μαλαχία Προφητῶν τὸ ἀκροθίνιον· ὅθεν Ἀγγέλους ἐαχηκώς, συλλαλοῦντας νοερῶς, ἐπλήσθης ἀΰλου δόξης, καὶ τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, διατυποῖς πρὸς φωτισμὸν ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Τῆς σοφίας ἔμπλεως, τῆς ὑπερσόφου καὶ θείας, Μαλαχία μέγιστε, σὺ πεφυκὼς ὡς Προφήτης, ἄνωθεν, αὐτὸν τὸν ὄντα Θεοῦ σοφίαν, ἔδειξας, τοῖς πᾶσι κάτω ἀναστραφέντα· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, τελοῦντες πίστει τὴν θείαν μνήμην σου.


Μεγαλυνάριον
Θείας ἐμφανείας ἀγγελικῆς, κατηξιωμένος, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, ὤφθης προσημάντωρ, τῶν ἱερῶν κριμάτων, Προφῆτα Μαλαχία, Ἀγγέλων σύσκηνε.


2/1/16

Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κούρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη  Μοσνίν,  ήταν  ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα  αναλάμβανε  την ανέγερση  πέτρινων  οικοδομημάτων,  ναών  και  σπιτιών. Κάποτε  άρχισε  να  χτίζει  στο Κούρσκ  ένα  ναό  προς  τιμήν του  Οσίου Σεργίου του  Ραντονέζ, του  Θαυματουργού,  αλλά ξαφνικά το 1762, πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την  ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων  του  και  ιδίως  την  ευσέβειά τους.
Σε ηλικία δέκα ἐτών άρχισε να μαθαίνει με  ζήλο  τα  ιερά  γράμματα,  αλλά  αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή  της  ασθένειας  είδε στον  ύπνο του  την  Παναγία,  η  οποία  υποσχέθηκε  ότι  θα  τον  επισκεφθεί  και θα  τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μία μέρα να γίνεται λιτανεία  και  να  περνά  έξω  από  την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού,  η  θαυματουργή  εικόνα  της  Θεοτόκου. Την  στιγμή εκείνη  έπιασε  δυνατή  βροχή. Η λιτανεία  σταμάτησε  και  η  εικόνα  μεταφέρθηκε  στην αυλή  της  οικίας του  Προχόρου, μέχρι να περάσει  η  μπόρα. Τότε η μητέρα του  Αγάθη, κατέβασε το  άρρωστο παιδί της και  το  πέρασε  κάτω  από  την  εικόνα.  Από  την  ημέρα εκείνη  η  υγεία  του  βελτιώθηκε  μέχρι  που  αποκαταστάθηκε  τελείως.
Νέος  εγκαταλείπει  το  πατρικό  του  σπίτι,  στην  πόλη  Κούρσκ,  και  έρχεται να μονάσει  στη μονή του Σάρωφ. Η  δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί  οκτώ  χρόνια. Στις  13  Αυγούστου  του  1786  κείρεται  Μοναχός με  το  όνομα Σεραφείμ. Σε  δυο  μήνες χειροτονείται  Διάκονος.
Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική  ζωή «εκ δυνάμεως  εις  δύναμιν».  Ως  Διάκονος  παραμένει  όλη  την  ημέρα  στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με  προσευχή,  και  πολύ πρωί  επιστρέφει  πάλι  στο  μοναστήρι.
Στις  2  Σεπτεμβρίου 1793  χειροτονείται  Ιερεύς  και  αποδύεται  με  μεγαλύτερο  ζήλο  και αγάπη  στον  Πνευματικό  αγώνα. Τώρα πλέον  δεν  τον  ικανοποιεί  ο  βαρύς για  τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η  κοινή  προσευχή,  η  νηστεία, η  υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία  του  Ηγουμένου,  τη  Μονή  και  αποσύρεται  μέσα στο πυκνό  δάσος του  Σάρωφ.  Περνά  εκεί  δεκαπέντε  χρόνια  σε  τέλεια  απομόνωση,  με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται τους παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται:  «Ο  Θεός  ιλάσθητι  μοι  τω  αμαρτωλώ».
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται  στη  Μονή  του  Σάρωφ  και  κλείνεται σαν σε μνήμα στην  απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για  τα  πρώτα  πέντε  βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος  από  την  Θεία  Χάρη και  αξιώνεται  να  ζήσει  Πνευματικές  αναβάσεις και  να δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον,  του  ελάχιστου  αδελφού. Με την αυστηρή  ασκητική ζωή του  και  την  φωτεινή  μορφή  του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα   στην θαυματουργική δύναμη  των  αγίων του προσευχών.  Πλούσιοι  και  φτωχοί, διάσημοι  και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε  τα  πρόσωπά  τους  αναφωνούσε: «Χαρά  μου!».
Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε  ασθενείς,  ενώ  σε  άλλους  έδιδε  να  ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο,  αγίασμα  ή  παξιμάδια,  άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το  καντήλι,  ενώ  μερικούς  τους  αγκάλιαζε  και τους  ασπαζόταν  λέγοντας:  «Χριστός  Ανέστη!».
Την 1η Ιανουαρίου 1833, ημέρα  Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά  στο  Ναό  του νοσοκομείου  των  Αγίων  Ζωσιμά  και  Σαββατίου.  Άναψε  κερί  σε  όλες  τις  εικόνες  και  τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. Στέφανοι μας  ετοιμάζονται».  Ο  Μοναχός  Παύλος  πρόσεξε  ότι  ο  Όσιος εκείνη την  ημέρα πήγε  τρεις  φορές στον τόπο που  είχε  υποδείξει  για τον  ενταφιασμό του. Καθόταν  εκεί  και  κοίταζε  αρκετή  ώρα  στη  γη.  Το  βράδυ τον  άκουσε  να  ψάλλει  στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…»,  «Φωτίζου,  φωτίζου η  νέα  Ιερουσαλήμ…», «Ω, Πάσχα  το  μέγα  και  ιερώτατον,  Χριστέ…».
Ο Όσιος κοιμήθηκε με εΙρήνη στΙς 2 Ιανουαρίου 1833. Οι μοναχοί τον είδαν  με  το  λευκό ζωστικό, γονατιστά σε στάση προσευχής μπροστά  στην  εικόνα  της  Θεοτόκου,  ασκεπή, με  το χάλκινο σταυρό στο λαιμό  και  με τα χέρια στο  στήθος  σε  σχήμα  σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.            
Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Ὀκτωβριανῆς  επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990, στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ . Ταχὺ προκατάλαβε.  
Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.


Μεγαλυνάριον.
Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.

Ο Άγιος Σιλβέστρος Πάπας Ρώμης

Ο Άγιος  Σιλβέστρος καταγόταν  από την  Ρώμη.  Επειδή  με  τον  πνευματικό  του  αγώνα έφθασε στο άκρο της αρετής και της ευσέβειας, χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Πρεσβυτέρας  (Παλαιάς)  Ρώμης,  ύστερα  από  τον  θάνατο  του  Επισκόπου  Μιλτιάδη, ο οποίος  κοιμήθηκε  στις  11  Ιανουαρίου  του  έτους  314 μ.Χ.
Εποίμανε αξίως το ποίμνιό  του  και  με  την  αγιότητά του   ελάμπρυνε  τον  αποστολικό θρόνο του και έκανε πολλά θαύματα. Επιδόθηκε με περισσή φροντίδα στο φιλανθρωπικό έργο και αγωνίσθηκε να μεταμορφώσει κατά  Χριστόν τα ήθη και τα έθιμα του λαού της Ρώμης. Κατά την παράδοση ο Άγιος εχειραγώγησε προς την χριστιανική  πίστη  τον  αυτοκράτορα  Μέγα  Κωνσταντίνο  και  με  το  θείο  Βάπτισμα  του καθάρισε τα πάθη, της ψυχής και του σώματος. Με τη συμβουλή του  Αγίου  Σιλβέστρου, ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε επτά ναούς, για να εορτάζονται οι εορτές του  Σωτήρος Χριστού  και των  Αγίων  Μαρτύρων.  Απέδειξε  ότι  ο  Ιησούς  Χριστός  και  το  έργο  του  είχαν προκηρυχθεί από το Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και έλαβε μέρος στην  Α’  Οικουμενική Σύνοδο. Πολέμησε δε ιδιαίτερα τους αἱρετικούς Δονατιστές και εμεγάλυνε την  Εκκλησία  με  την  διδασκαλία  των  θείων  δογμάτων.          
Ο Άγιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας  στις  31  Δεκεμβρίου  του  έτους 335 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.           
Στολὴν ἐνδυσάμενος, ἱεραρχίας πιστῶς, ἀμέμπτως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ, Πατὴρ ἡμῶν Σίλβεστρε· ἔχων γὰρ πολιτείᾳ, συνεκλάμποντα λόγον, θαύμασιν ἐβεβαίους, εὐσεβείας τὴν δόξαν, δι’ ἧς οὐρανίου δόξης, ὤφθης συμμέτοχος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.    
Ἐν ἱερεῦσιν ἱερεὺς ἀνεδείχθης, τοῦ Βασιλέως καὶ Θεοὺ θεοφόρε, τῶν Ἀσκητῶν συνόμιλος γενόμενος· ὅθεν συναγάλλῃ νῦν, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων, Πάτερ εὐφραινόμενος, ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Σίλβεστρε Ῥώμης ἔνδοξε ποιμήν, σῶζε τοὺς πόθῳ, τελοῦντας τὴν μνήμην σου.


Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἱεραρχίας σου τὴν στολήν, τρόποις ἐναρέτοις, καὶ θαυμάτων τῇ δωρεᾷ, εὐκλεῶς ποικίλας, πεποικιλμένος ἔβης, Σίλβεστρε Ἱεράρχα, πρὸς τὰ οὐράνια.


Ο Άγιος Γεώργιος (ή Ζώρζης) ο Νεομάρτυρας ο Γκιουρτζής

Ο  Άγιος  Γεώργιος καταγόταν από την Ιβηρία. Σε νεαρή  ηλικία  αγοράσθηκε από κάποιο  τούρκο ως σκλάβος και περιετμήθηκε, λαβών το όνομα Σαλής. Μετά τον θάνατο  του  τούρκου  παρέμεινε  στην  Μυτιλήνη  ζώντας  ειρηνικά  και  εργαζόμενος.

Μία  μέρα, όταν τα χρόνια είχαν  περάσει, σε  ηλικία  70 ετών, ο Γεώργιος παρουσιάζεται ενώπιον του κριτού, απορρίπτει μπροστά του το σαρίκι που  φορούσε στην κεφαλή  και  ομολογεί  τον  Χριστό.  Παρά  τις  κολακείες  και  τους  φοβερισμούς,  ο  Μάρτυς παρέμεινε αμετάθετος επικαλούμενος το  όνομα του  Κυρίου. Αμέσως  τον συνέλαβαν και  άρχισαν να τον χτυπούν με μαχαίρια και  ξύλα.           
Στο  τέλος,  τον  οδήγησαν  σε  ένα  τόπο  ονομαζόμενο  Παρμά-καπού,  όπου  και υπέστη  
τον  δι’ αγχόνης  θάνατο  το  έτος  1770.

Η Οσία Ιουλιανή η Δικαία

Η Αγία Ιουλιανή γεννήθηκε το 1530 στη Μόσχα, από γονείς ευσεβείς και φιλάνθρωπους, τον Ιουστίνο και την Στεφανία Νεντιγιούρεφ. Ο πατέρας της  εργαζόταν ως οικονόμος στην αυλή του τσάρου Ιβάν  Δ’  Βασίλιεβιτς, του  γνωστού  ως  «Τρομερού». Παρά το γεγονός αυτό, όλη η οικογένεια ζούσε πτωχά αλλά  χριστιανικά  και  η  ευλογία του  Θεού  πλημμύριζε  την  καρδιά  των  μελών της.
Η Αγία ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και αφιέρωσε την ζωή της στην φροντίδα των ασθενών και των πτωχών. Ο βίος και ο χαρακτήρας της δεν άφησαν αδιάφορο τον πλούσιο κάτοικο του χωριού Μούρομ της περιοχής  του  Λαζάρεβο  Γεώργιο  Οσορίν,  τον οποίο  ενυμφέφθηκε  σε  νεαρή  ηλικία.

Από τον γάμο της απέκτησε έξι υιούς και μία  θυγατέρα. Μετά τον θάνατο των  δυο  υιών της απεφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει Μοναχή. Όμως ο σύζυγός  της, που έλειπε συχνά και πολύ χρόνο ακολουθώντας το στρατό  του  τσάρου  στο  Αστραχάν και σε άλλα μέρη, την παρακάλεσε να μείνει κοντά στην οικογένειά της. Εκείνη δέχθηκε,  αλλά  ζούσε  ως  Μοναχή  μέσα  στον  κόσμο.           
Όπως γράφει και ο υιός της Καλλίστρατος, που έγραψε τον βίο της, η  Αγία  είχε αφιερώσει  τον  εαυτό  της  ολοκληρωτικά  στο  Θεό  και  την  διακονία  των  ανθρώπων. Ελάχιστα κοιμόταν και αγρυπνούσε προσευχόμενη. Όταν ο σύζυγός της πέθανε,  εκείνη πλέον ζούσε για να προσεύχεται και να  διακονεί. Λίγο πριν παραδώσει την  δίκαια  ψυχή της στον Κύριο, το έτος 1604, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων από τον  Πνευματικό της, ιερέα Αθανάσιο, κάλεσε τα παιδιά της και τους έδωσε  την  ευχή  της.  Οι  τελευταίες λέξεις που  ψέλλισε, πριν  κλείσει  τα  μάτια  της,  ήταν: «Δόξα  στον  Θεό για  όλα.  Σε  Σένα, Κύριε, παραδίδω  το  πνεύμα  μου».

1/1/16

ομιλία στην εορτή του Μ Βασιλείου, που έγινε στη Σιταριά την 1-1-2016

Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ο Καππαδόκης

Ο  Μέγας  Βασίλειος, μία  από  τις  μεγαλύτερες  μορφές της  Εκκλησίας, γεννήθηκε  περί  το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν ρήτορας, εγκατεστημένος στη  Νεοκαισάρεια  του  Πόντου και  ήταν  υιός  της  Μακρίνης, η  οποία υπέστει πολλά  μετά του  συζύγου  της  κατά  τον  διωγμό του  Μαξιμίνου  για  την  πίστη τους  στον  Χριστό.
Η  Μακρίνα ήταν μαθήτρια  του  Γρηγορίου  του  Θαυματουργού  και   διετέλεσε η πρώτη στην  πίστη  διδάσκαλος  του  εγγονού της  Βασιλείου.
Η  μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου ονομαζόταν Εμμέλεια, καταγόταν από την Καππαδοκία, ήταν  θυγατέρα  Μάρτυρος, ευλαβέστατη  και πολύ  φιλάνθρωπη. Από τον γάμο της με  τον  Βασίλειο  γεννήθηκαν  εννέα  παιδιά,  από  τα  οποία  τα  τέσσερα  ήταν αγόρια. Το πρωτότοκο παιδί τους ήταν η Μακρίνα, η οποία μετά τον θάνατο του μνηστήρα της, επιδόθηκε στην άσκηση. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν  Επίσκοποι, ο Βασίλειος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία. Ο Ναυκράτιος πέθανε νέος, σε ηλικία 27  ετών.  Προ  του  Πέτρου  γεννήθηκε  η Θεοσεβία.
Ο Μέγας Βασίλειος έλαβε την πρώτη χριστιανική  διαπαιδαγώγησή του  από  τη  μητέρα και τη γιαγιά του και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του  στην  πατρίδα του. Σπούδασε στις σχολές της Καισαρείας  της  Καππαδοκίας  και  του  Βυζαντίου,  όπου «ηυδοκίμει  σοφιστών τε  και   φιλοσόφων τοις τελειοτάτοις», και τέλος «εις τας χρυσάς Αθήνας», που τότε ήταν το κέντρο της ρητορικής  και  στην  οποία  ήκμαζαν  οι  σοφιστές Ιμέριος,  Προαιρέσιος  και  άλλοι  και  όπου  συνέρρεαν  από  παντού  μαθητές,  μεταξύ  των οποίων και ο μετέπειτα αυτοκράτορας  Ιουλιανός, τον οποίον  ο  υπέρμετρος  θαυμασμός του προς την εθνική σοφία παρέσυρε στον πόλεμο κατά της Ορθοδοξίας. Εκεί βρισκόταν  ήδη  και  ο Άγιος  Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, μετά  του  οποίου  συνδέθηκε με στενή φιλία. Είναι  χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Αγίου Γρηγορίου για τον ιερό του σύνδεσμο με τον Μέγα Βασίλειο: «Τα πάντα ήμεν αλλήλοις, ομόστεγοι, ομοδίαιτοι, συμφυείς… ίσαι μεν ελπίδες ήγον ημάς, πράγματος επιφθωνοτάτου  του  λόγου, φθόνος δε απήν, ζήλος δε εσπουδάζετο, αγών δ’ αμφοτέροις, ούχ όστις  αυτός  το  πρωτείον  έχοι, αλλ’ όπως τω ετέρω τούτου παραχωρήσειεν. Μία μεν αμφοτέρους εδόκει ψυχή, δυο σώματα φέρουσα, εν δ’ αμφοτέροις έργον: η αρετή και το ζήν προς τας μελλούσας ελπίδας, προς ό  βλέποντες  και  βίον  και  πράξιν  άπασαν  απηυθύνομεν».
Ο Βασίλειος  διδάχθηκε  στην  Αθήνα ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία  και ιατρική.  Επέστρεψε στον Πόντο,  περί  το  356 μ.Χ., και  βαπτίσθηκε  Χριστιανός  υπό  του Επισκόπου  Καισαρείας  Διανίου.
Στην συνέχεια μετέβη στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη και Συρία, για να γνωρίσει τους  ασκητές  και  καθηγητές  της  ερήμου. Τότε,  αφού  διένειμε  και  αυτός  τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, μόνασε στον Πόντο, κοντά στον Ίρι ποταμό, ασκούμενος  στη  μελέτη  και  την προσευχή.
Αργότερα το 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, αλλά μετά από λίγο αναγκάστηκε να φύγει  στον Πόντο, λόγω του  φθόνου  του Επισκόπου  Ευσεβίου. Ο Γρηγόριος συμβίβασε τα πράγματα μεταξύ των δυο ανδρών  και ο Μέγας Βασίλειος επέστρεψε το 365 μ.Χ., για να  βοηθήσει  τον  Επίσκοπο  Ευσέβιο  στον αγώνα του κατά  των  Αρειανών. Έγινε έτσι «σύμβουλος αγαθός, παραστάτης  δεξιός, των  θείων  εξηγητής, των  πρακτέων  καθηγητής,  γήρως  βακτηρία,  πίστεως  έρεισμα».
Το έτος 370 μ.Χ., μετά  το  θάνατο του  Ευσεβίου,  εξελέγη  Επίσκοπος  Καισαρείας,  παρά τις  σφοδρές  αντιδράσεις  των  Αρειανών. Σε καιρό λιμού προσέφερε στους πάσχοντες κάθε είδους βοήθεια. Αγκάλιασε τους γέροντες, τα παιδιά, τις γυναίκες και τους  άνδρες, τους ασθενείς και φρόντιζε καθημερινά για την τροφή τους. Οικοδόμησε  κοντά  στην Καισάρεια  ένα  συγκρότημα  πτωχοκομείου  και  νοσοκομείου, τη  Βασιλειάδα, που  έγινε το  ταμείο  της  ευσέβειας  και  της  αγάπης.
Κατά τα χρόνια της επισκοπικής του διακονίας είχε να αντιπαλέψει κατά πολλών δυσχερειών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης αποφάσισε να εισάγει με την βία στην Καππαδοκία  τον  Αρειανισμό. Γι’ αυτό,  το  372 μ.Χ., έστειλε  τον  έπαρχο   Μόδεστο,  για  να πείσει τον Άγιο να δεχθεί τις κακοδοξίες  των  αιρετικών. Μάταια προσπάθησε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση της περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ο Βασίλειος σε απάντηση δήλωσε, ότι δεν φοβάται αφού περιουσία δεν είχε, παρά μόνο λίγα παλαιά  ενδύματα και λίγα βιβλία, εξορία  δεν φοβάται, διότι η γη που κατοικεί  δεν είναι ιδιοκτησία του και στον κόσμο αυτό είναι πάροικος και παρεπίδημος, τα βασανιστήρια δεν τον πτοούν, διότι το ασθενικό του σώμα  δεν  μπορεί  να  αντέξει  σε  αυτά,  το  δε θάνατο  θεωρεί  ως  ευεργέτη,  διότι  αυτός  θα τον οδηγήσει νωρίτερα κοντά  στον  Θεό.  Ο  Μόδεστος  εξεπλάγη  από  την  Πνευματική γενναιοψυχία του Αγίου και επέστρεψε  άπρακτος.  Ακόμη  και  ο  ίδιος  ο  αυτοκράτορας Ουάλης, όταν  ήλθε  στην  Καισάρεια  και  αντιλήφθηκε  το  μεγαλείο του  Βασιλείου, τον άφησε ανενόχλητο στον επισκοπικό του θρόνο. Στο σημείο αυτό  αξίζει  να  αναφέρουμε την μαρτυρία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τον  Μέγα  Βασίλειο:  Ήταν  ημέρα των Θεοφανείων. Πέλαγος λαού εγέμιζε τον ναό. Η ψαλμῳδία και η ευκοσμία του βήματος ήταν αγγελική μάλλον, παρά ανθρώπινη. Και ο Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος του λαού, όρθιος, ακλινής κατά το  σώμα  και  την  όψη  και  την  διάνοια, «εστλωμένος τω Θεώ και τω βήματι». Και ο αυτοκράτορας Ουάλης  μπροστά  στο  θέαμα αυτό  και  στο  άκουσμα  «κατεβροντήθη».
Με τον ανεκτίμητο αυτό πλούτο των αρετών του καθοδήγησε το ποίμνιο του  Χριστού και  κοσμημένος  με  αυτές  εξεδήμησε  προς  Κύριον, το 378 μ.Χ., λίγο μετά τον  θάνατο  του αυτοκράτορα  Ουάλεντος,  σε  ηλικία  48  ετών.
Όταν πλησίαζε η ώρα να παραδώσει την αγία του ψυχή στον  Θεό, προσήλθαν στην κλίνη του όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί της πόλεως. Εκείνος τους δίδασκε και τους ευλογούσε. Προσευχόμενος  στον  Κύριο  είπε:  «Εις  χείρας  Σου  Κύριε, παραθήσομαι  το πνεύμα μου», και  κοιμήθηκε. Στην  εξόδιο  ακολουθία  συμμετείχαν μυριάδες λαού  και τόσος ήταν ο συνωστισμός, ώστε πολλοί πέθαναν «εκ της του ωθισμού βίας και συγκλονήσεως». Η Σύναξη του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο στο ναό  της  Αγίας  Σοφίας (Μεγάλη  Εκκλησία).  Ναός  αφιερωμένος  στον  Άγιο  Βασίλειο  υπήρχε στο παλάτι  των Βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά τον 10ο αιώνα και σε αυτόν εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας  την  1η  Ιανουαρίου  μέχρι  της  απολύσεως  του  Ευαγγελίου. Ο  αδελφός  του Μεγάλου Βασιλείου, Άγιος Γρηγόριος ο  Νύσσης, παραβάλλει  αυτόν  προς  τα  πρόσωπα της  Αγίας  Γραφής, τον Προφήτη  Ηλία  και τον Σαμουήλ,  τον  Απόστολο  Παύλο  και  τον Ιωάννη  τον  Πρόδρομο.
Ο  Μέγας  Βασίλειος  κατέλιπε  πλήθος  σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, από τα  οποία, ευτυχώς, τα περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Για την  Ορθόδοξη  Ανατολική Εκκλησία το μεγαλύτερο έργο του Μεγάλου Βασιλείου  είναι  η  Θεία  Λειτουργία  αυτού, που τελείται και σήμερα  σε  καθορισμένες  ημέρες  του  λειτουργικού  έτους:  την  ημέρα  της μνήμης του Μεγάλου Βασιλείου, τις παραμονές των τριών μεγάλων Δεσποτικών εορτών, Χριστουγέννων,  Θεοφανείων  και  Πάσχα  (Μέγα Σάββατο), τις πέντε  Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Πέμπτη. Κατά παλαιότερη διάταξη, η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ετελείτο και κατά την  εορτή  της  Πεντηκοστής και κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.    
Το πρώτο δογματικό έργο, το οποίο συνέγραψε  ο  Άγιος,  έχει  τον  τίτλο  «Ανατρεπτικός του απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Περίφημα είναι και τα ασκητικά, τα δογματικά, τα παιδαγωγικά συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, ως και τα κηρύγματα,  οι  ομιλίες  και  οι  επιστολές  αυτού.  Μέσα  από  αυτά  καταδεικνύεται  ότι  ο Μέγας Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα οργανωτής της κοινωνικής και  ηθικής διδασκαλίας της  Εκκλησίας, στηρίζοντας την ηθική δεοντολογία του, κυρίως  στην  Αγία Γραφή και ειδικότερα στην Παλαιά Διαθήκη. Η Αγία Γραφή για τον Μέγα Βασίλειο ήταν το υπέρτατο δογματικό κριτήριο και αποτελούσε καθ’ εαυτήν μυστήριο θείας οικονομίας και ανθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αυτό και θεωρούσε την Αγία Γραφή ως θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο εκ του Αγίου Πνεύματος και κατά  συνέπεια  θεωρούσε απαραίτητο για την ορθή κατανόηση του περιεχομένου αυτής το χάρισμα της πνευματικής διακρίσεως.  Η μελέτη της Αγίας Γραφής, κατά τον  Μέγα  Βασίλειο, πρέπει να γίνεται με βαθειά πίστη και μέσα στην κοινότητα των  πιστών. Η  ερμηνεία  δε  αυτής απέβλεπε κυρίως στην οικοδομή των πιστών και τη σωτηρία αυτών. Γι’ αυτό η παράδοση της πίστεως, όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αποστόλους, ήταν απαραίτητος  οδηγός  στην  ερμηνεία  και  μελέτη  της  Αγίας  Γραφής.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.     
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.   
Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.


Μεγαλυνάριον.
Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.


Περιτομή του Ιησού Χριστού

Η κατά σάρκα περιτομή  και  ονοματοδοσία  του  Ιησού  Χριστού,  κατά την  όγδοη ημέρα από την γέννησή Του, αποτελεί την βεβαίωση της σαρκώσεως και της  προσλήψεως  από τον Θεό Λόγο της τέλειας ανθρώπινης  φύσεως  αναλλοιώτως  και  της  εισόδου  Του  στο λαό  του  Θεού.
Όταν μιλάμε για την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ως μυστήριο πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε και ως μυστήριο πρέπει να την προσεγγίζουμε, γιατί όλα τα γεγονότα της ενανθρωπίσεως, της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, έγιναν με θαυμαστό  τρόπο  που  ξεπερνά  το  νου  ανθρώπου.
Οι   Πατέρες  της  Εκκλησίας  λένε  ότι,  εάν η θεία  ενανθρώπιση  ήταν καταληπτή, δεν θα ήταν θεία και παρομοιάζουν όσους αμφιβάλλουν ή δεν πιστεύουν με εκείνον που καθόταν στο  σκοτάδι  και  πληρώθηκε  από φως,  επειδή  όμως  δεν  γνώριζε  το  πως  ήλθε  το φως,  δεν  δέχθηκε  τον  φωτισμό.
Την κατά  σάρκα  περιτομή  του  Κυρίου  ημών  Ιησού  Χριστού,  την  οποία  καταδέχθηκε  ο Κύριος να λάβει σύμφωνα με την σχετική νομική διάταξη, όμως με σκοπό την κατάργηση της διατάξεως αυτής, προκειμένου να εισαγάγει την πνευματική και αχειροποίητη περιτομή, δηλαδή το Άγιο Βάπτισμα, μας την παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες να την εορτάζουμε κάθε χρόνο. Γιατί  ο  Κύριος, όπως  καταδέχθηκε  προς  χάρη μας την ένσαρκη Γέννηση και έλαβε όλα τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσεως, όσα είναι  παντελώς  αδιάβλητα, έτσι  καταδέχθηκε να  λάβει  και την περιτομή  που  όριζε  ο Ιουδαϊκός  Νόμος.
Και  βασικά  την  περιτομή  ο  Κύριος τη  δέχθηκε  για  δυο  λόγους :
Πρώτον, για να  φράξει  τα  στόματα  των  αιρετικών, οι  οποίοι  είχαν την  θρασύτητα  να ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε  πραγματικά  ανθρώπινη  σάρκα,  αλλά  ότι  έγινε  άνθρωπος κατά φαντασίαν. Πως όμως, πραγματικά, θα περιτεμνόταν, άν  δεν  είχε  λάβει  αληθινή ανθρώπινη  σάρκα;
Δεύτερον, για να κλείσει τα στόματα των  Ιουδαίων, οι  οποίοι  Τον κατηγορούσαν  ότι  δεν τηρεί   την  αργία  του  Σαββάτου,  και  ότι καταλύει το  Νόμο.
«Επειδή ο Θεός», λέγει ο  Άγιος  Ιωάννης  ο  Δαμασκηνός, «μας  έδωσε να  κοινωνήσουμε το καλύτερο και δεν το φυλάξαμε, γι’ αυτό μεταλαβαίνει το χειρότερο,  εννοώ  την  φύση μας,  ώστε  από  την  μία  μεριά  να  ανακαινίσει  τον  εαυτό Του  και  με  τον εαυτό Του  το  κατ’ εικόνα και κάθ΄ ομοίωση, και από την άλλη να διδάξει και σε εμάς την ενάρετη πολιτεία, αφού με τον εαυτό Του την έκανε σε  εμάς  δυνατή.  Να  μας  ελευθερώσει  από την φθορά με την κοινωνία της ζωής γενόμενος απαρχή της αναστάσεώς μας. Να ανακαινίσει  το σκεύος που  αχρειώθηκε και  κομματιάστηκε,  να  μας  λυτρώσει  από  την τυραννία  του  διαβόλου, με  το να  μας  καλέσει  στη  θεογνωσία  και  να  τον  νεκρώσει, να μας μάθει να παλεύουμε  αποτελεσματικά  με τον  τύραννο,  οπλισμένοι  με  υπομονή  και ταπείνωση».
Ο Θεός έγινε τέλειος καὶ αληθινός άνθρωπος, «άνθρωπος εν πληγή», «εν δούλου μορφή», χωρίς να πάψει να είναι τέλειος και αληθινός Θεός, για να  κάνει  τον  άνθρωπο πλήρη και τέλειο υιό του Θεού και  Θεό κατά  χάριν. «Ο  Θεός πτωχεύει την  εμήν  σάρκα, ίνα  εγώ  πλουτήσω  την  αυτού  Θεότητα… κενούται  της  εαυτού  δόξης  επί μικρόν,  ίνα  εγώ της  εκείνου  μεταλάβω  πληρώσεως».
Η  δημιουργία και η σωτηρία, όλη η ελεημοσύνη και η φιλανθρωπία  της  Αγίας  Τριάδος, ανακεφαλαιώνονται στον Θεάνθρωπο Χριστό, που με την ενσάρκωση και  την  περιτομή Του και όλα τα  μυστήρια  της  ένσαρκης  παρουσίας  Του,  απεκάλυψε την  χριστολογική και χριστοκεντρική ρίζα και προοπτική κάθε πραγματικότητος και ολόκληρης της πραγματικότητος.
Αυτός, ο Κύριος, είναι η κεφαλή κάθε αρχής και εξουσίας. Σε  αυτόν  έχουμε  περιτμηθεί, όχι με περιτομή καμωμένη με χέρια ανθρώπων, αλλά με την αποβολή του  σάρκινου σώματος, δηλαδή με την περιτομή του  Χριστού, και  ενταφιαστήκαμε μαζί Του  κατά το βάπτισμα, κατά  το  οποίο  και  αναστηθήκαμε μαζί  Του με την  πίστη  στην  δύναμη  του Θεού, ο  Οποίος Τον ανέστησε εκ νεκρών. Ακόμη, όταν είμασταν νεκροί εξ’ αιτίας των αμαρτιών μας, και εξ’ αιτίας τους είμασταν απερίτμητοι, μας εζωοποίησε μαζί  μ’  Αυτόν και μας συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες.           
Μετά την περιτομή Του ο  Ιησούς, επέστρεψε στην οικία Του με την  μητέρα  Του  και  τον Ιωσήφ. Εκεί ζούσε όπως και οι  άλλοι  άνθρωποι, προοδεύοντας  κατά την σοφία, την ηλικία  και  τη  χάρη  για  τη  σωτηρία  μας.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.         
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ' οὐσίαν πολυεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ νόμον ἐκπληρῶν περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ἵνα παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ  σῇ, δόξα τῇ εὐσπλαγχνία σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.           
Ὁ τῶν ὅλων Κύριος, περιτομὴν ὑπομένει, καὶ βροτῶν τὰ πταίσματα, ὡς ἀγαθὸς περιτέμνει· δίδωσι, τὴν σωτηρίαν σήμερον κόσμῳ· χαίρει δὲ, ἐν τοῖς ὑψίστοις καὶ ὁ τοῦ Κτίστου, Ἱεράρχης καὶ φωσφόρος, ὁ θεῖος μύστης Χριστοῦ Βασίλειος.


Μεγαλυνάριον.
Σάρκα ὀκταήμερος ὡς βροτός, ὁ τῶν ὅλων Κτίστης, περιτέμνεται νομικῶς, τὴν ἐξ ἀκρασίας, ἡμῶν κακίαν τέμνων· αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα μεγαλύνωμεν.