7/9/13

Ὁ Ἅγιος Σώζων ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Σώζων, καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Λυκαονία τῆς Μ. Ἀσίας.
Βοσκὸς στὸ ἐπάγγελμα, γρήγορα βαπτίστηκε χριστιανὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Σώζων. Ἦταν ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ θεοσεβής. Μελετοῦσε τὶς ἅγιες γραφὲς καὶ κήρυττε τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.
Κάποια μέρα μπῆκε σὲ ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ὅπου εἶδε ἕνα ἄγαλμα φτιαγμένο ἀπὸ χρυσό. Ὀργίστηκε μὲ τὴν σκέψη ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, καὶ οἱ εἰδωλολάτρες φτιάχνουν πολυτελὴ εἴδωλα. Ἔτσι ἔκοψε τὸ ἕνα χέρι τοῦ ἀγάλματος καὶ ἀφοῦ τὸ πούλησε μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς φτωχοὺς χριστιανούς.
Ὁ ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς ὅταν ἔμαθε τί εἶχε συμβεῖ ἄρχισε νὰ συλλαμβάνει καὶ νὰ τιμωρεῖ χριστιανούς. Ὁ Σώζων τότε παρουσιάστηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ ὁμολόγησε μὲ θᾶρρος καὶ χωρὶς νὰ ἔχει μετανιώσει.
Ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια παρέδωσε τὸ πνεῦμά του μαρτυρικὰ στὸν Θεό.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δι’ ὀμφὴς οὐρανίου πιστωθεὶς πρὸς τὰ κρείττονα, τοὺς τῆς εὐσεβείας ἀγῶνας, ἀπτοήτως διέδραμες· καὶ ὤφθης τοῦ Σωτῆρος κοινωνός, ἀθλήσας Μάρτυς Σώζων ἀνδρικῶς· διὰ τοῦτο διασώζεις ἐκ πειρασμῶν, τοὺς πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Νεανίας ἄλκιμος, ὡς ἐπιστὰς τῷ σταδίῳ, στρατιώτης ἄριστος τοῦ Ζωοδότου ἐδείχθης· τούτου γάρ, τὴν δυναστείαν διεζωσμένος, ἔλυσας, τῶν παρανόμων τὰς ἐπινοίας, καὶ νομίμως ἐναθλήσας, Σῶζον θεόφρον, σώζεις τοὺς δούλους σου.

Μεγαλυνάριον.
Σώζων τοῦ Σωτῆρος ὁ ἀριστεύς, ὁ τὰς παρατάξεις, διολέσας τῶν δυσμενῶν, σῶζε τοὺς δούλους, τῆς τούτων ἐπηρείας, Χριστὸν καθικετεύων, σωθῆναι ἅπαντας.

6/9/13

Θαῦμα Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὶς Χωναὶς

Σὲ κάποιο μέρος τῆς Φρυγίας χτίσθηκε ἕνας ναὸς στὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἀπὸ ἕναν χριστιανὸ ποὺ εἶχε γιατρευτεῖ ἡ κόρη του ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο.
Στὸ ναὸ ζοῦσε ἕνας εὐσεβὴς ἀσκητὴς ὁ Ἄρχιππος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου στράφηκαν οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ ἐκδικηθοῦν γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γίνονταν. Ὅρμησαν τότε νὰ καταστρέψουν τὸ ναὸ καὶ νὰ δολοφονήσουν τὸν Ἄρχιππο.
Ἐπενέβη ὅμως ὁ Ἀρχάγγελος, ὁ ὁποῖος ἐξουδετέρωσε τοὺς εἰδωλολάτρες. Αὐτοὶ ὅμως δὲ σταμάτησαν θέλησαν νὰ ἐκτρέψουν ἕνα ποταμὸ νὰ πνίξουν τὸν Ἄρχιππο, καὶ νὰ καταστρέψουν τὸ ναό. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σταματᾷ τὰ νερὰ καὶ προστάζει νὰ χωνευθοῦν, κατὰ παράδοξο τρόπο ἕως καὶ σήμερα στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τὰ νερὰ χωνεύονται καὶ γι’ αὐτὸ τὸ μέρος ὀνομάστηκε Χώναις.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς νεφέλη ὡράθης ἐπισκιάζουσα, Μιχαὴλ Ταξιάρχα τῷ σῷ ἁγίῳ ναῷ, ὑετίζων δαψιλῶς ὕδωρ ἀθάνατον· ὅθεν ὡς ἄλλην κιβωτόν, διεφύλαξας αὐτόν, καὶ ῥείθρων τῶν ποταμίων, τὸν ῥοῦν ἠκόντισας πόρρω, πρὸς εὐφροσύνην τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στάσιν ἔμφρονα, ἀνειλημμένος, νεύσει κρείττονι, Μιχαὴλ ὤφθης, στρατηγέτης τῶν ἀΰλων Δυνάμεων· σὺ γὰρ ἰδὼν Ἑωσφόρου τὸν ὄλισθον, στῶμεν ἐβόας καλῶς τῷ Θεῷ ἡμῶν. Ἀρχιστράτηγε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὁ τῇ Τριάδι παρεστὼς ὁλόφωτος, μετὰ πασῶν τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ τὸ ἔνθεον μελῴδημα, σὺν αὐταῖς ἀναφωνῶν Μιχαήλ, καὶ τὴ γῆν θείᾳ νεύσει διερχόμενος, καὶ τέρασι μεγίστοις θαυμαζόμενος, μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Κρήνην ἰαμάτων ἀνελλιπῆ, τὸν σὸν θεῖον οἶκον, ἀναδείξας ἐν Κολοσσαῖς, ψυχῶν σωτηρίαν, καὶ τῶν σωμάτων ῥῶσιν, ἐν τούτῳ ἀπεργάζῃ, Μιχαὴλ ἔνδοξε.

5/9/13

Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας

Ὁ Ζαχαρίας, πατέρας τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστή, ἔζησε στὰ χρόνια του Ἡρῴδη, βασιλιὰ τῆς Ἰουδαίας. Κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Χρυσοστόμου, καθὼς καὶ ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ζαχαρίας δὲν ἦταν ἁπλὸς ἱερέας, ἀλλὰ ἀρχιερέας ποὺ ἔμπαινε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων.
Σύζυγο εἶχε τὴν Ἐλισάβετ καὶ δεν  εἶχαν παιδί. Κάποια μέρα λοιπόν, τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος μέσα στὸ θυσιαστήριο, εἶδε ἄγγελο Κυρίου ποὺ τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι θὰ ἀποκτοῦσε γιὸ καὶ θὰ ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Ὁ Ζαχαρίας σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἀλλὰ δυσπίστησε. Ἡ γυναῖκα του ἦταν στεῖρα καὶ γριά, πῶς θὰ γινόταν αὐτὸ ποῦ ἄκουγε; Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε ὅτι θὰ μείνει κωφάλαλος μέχρι νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ.
Πράγματι, ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε καὶ ἔκανε γιό. Ὅταν θέλησαν νὰ δώσουν ὄνομα στὸ παιδί, ὁ Ζαχαρίας ἔγραψε πάνω σὲ πινακίδιο τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Ἀμέσως δὲ λύθηκε ἡ γλῶσσα του καὶ ὅλοι μαζὶ δόξασαν τὸ Θεό.
Βέβαια, ἡ χάρη αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸν Ζαχαρία, διότι ἦταν «δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτος». Ἦταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ ζοῦσε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἄμεμπτος ἀπὸ κάθε σοβαρὴ ἐνοχή.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἱερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὁλοκαυτώματα δεκτά, ἱεροπρεπῶς προσενήνοχας Ζαχαρία· καὶ γεγονὸς φωστήρ, καὶ θεατὴς μυστικῶν, τὰ σύμβολα ἐν σοί, τὰ τῆς χάριτος, φέρων ἐκδήλως πάνσοφε, καὶ ξίφει ἀναιρεθεὶς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ· Χριστοῦ Προφῆτα, σὺν τῷ Προδρόμῳ, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπιπνοίᾳ, ἱεράτευσας, Θεῷ ἀμέμπτως, ἱερωσύνην νομικήν ἐνδυσάμενος· καὶ τὸν Σωτῆρα ἀσπόρως σαρκούμενον, Ἀνατολὴν τὴν ἐξ ὕψους ἐκήρυξας. Ἀλλὰ πρέσβευε, Ζαχαρία Προφῆτα ἔνδοξε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Προφήτης σήμερον, καὶ ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου, Ζαχαρίας προὔθηκεν, ὁ τοῦ Προδρόμου γενέτης, τράπεζαν, τῆς αὐτοῦ μνήμης πιστοὺς ἐκτρέφων, πόμα τε, δικαιοσύνης τούτοις κεράσας. Διὸ τοῦτον εὐφημοῦμεν, ὡς θεῖον μύστην, Θεοῦ τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.
Χρῖσμα κατὰ νόμον περιβληθείς, Θεῷ τὰς λατρείας, ἀναφέρεις τὰς τυπικάς, καὶ τὴν τῶν συμβόλων, φανέρωσιν κηρύξας, Προφῆτα Ζαχαρία, ξίφει ἐκτέτμησαι.

4/9/13

Ὁ Προφήτης Μωϋσῆς

Ὁ Προφήτης καὶ Θεόπτης Μωϋσῆς, ὑπολογίζεται ὅτι γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο τὸ 1569 π.Χ. Ὅταν ὁ Φαραὼ διέταξε νὰ σφάξουν τὰ νήπια τῶν Ἑβραίων ἡ μητέρα του τὸν ἔβαλε σ’ ἕνα κιβώτιο καὶ τὸν ἄφησε στὶς ὄχθες τοῦ Νείλου, τὸν βρῆκε ὅμως ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, τὸν υἱοθέτησε καὶ τὸν μόρφωσε ἄριστα στὴν Αἰγυπτιακὴ σοφία.
Ὅταν ἦταν σαράντα χρονῶν σκότωσε κάποιον καὶ κατέφυγε στὴν γῆ Μαδιάμ, ὅπου ἔγινε βοσκός. Ἐκεῖ παντρεύτηκε καὶ ἀπέκτησε δυὸ γιούς.
Ὅταν βοσκοῦσε τὰ πρόβατα εἶδε ἕνα θαῦμα, τὴν καιόμενη ἀλλὰ μὴ φλεγόμενη βάτο καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ ζητοῦσε νὰ ἐλευθερώσει τοὺς Ἑβραίους ἀπὸ τὸν Φαραώ, πρᾶγμα ποὺ τελικὰ ἔγινε.
Τελικὰ ὁ Μωυσῆς δὲν ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας παρὰ μόνο ἀπὸ μακριά, στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Νεβῶ ὅπου πέθανε καὶ τάφηκε.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνόφον ἄϋλον, τεθεαμένος, νόμον ἔνθεον, πλαξὶν ἐδέξω, ὡς θεάμων μυστηρίων τοῦ Πνεύματος· καὶ καταπλήξας τὴν Αἴγυπτον θαύμασι, δημαγωγὸς Ἰσραὴλ ἐχρημάτισας. Μωσῆ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς θεωρὸν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐνανθρωπήσεως
Καὶ μυστογράφον τῆς αὐτοῦ συγκαταβάσεως
Μακαρίζομεν Θεόπτα σε ἐπαξίως.
Ἀλλ’ ὡς πέφυκας μεσίτης ἀξιόθεος
Ἐκ παντοίων ἡμᾶς λύτρωσαι κακώσεων,
Ἵνα κράζωμεν· χαίροις μάκαρ Μωσῆ σοφέ.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν χρηματισθέντα ἐν τῷ Σινᾷ, καὶ ἐξαγαγόντα, ἐξ Αἰγύπτου τὸν Ἰσραήλ, τὸν ὑπερκοσμίων, ἐπόπτην θεαμάτων, Μωσέα τὸν θεόπτην, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἡ Ἁγία Ἑρμιόνη

Ἦταν μία ἀπὸ τὶς 4 κόρες τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὴ τὸ προφητικὸ χάρισμα (Πραξ. κα’ 8) καὶ ἀφοσιώθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἔργο.
Ὅταν πῆγε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Εὐτυχίδα στὴν Ἔφεσο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, βρῆκε ἀντὶ αὐτοῦ, ποὺ εἶχε ἀποβιώσει, τὸν μαθητὴ του Πετρώνιο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχτηκε καὶ στηρίχτηκε περισσότερο στὸ εὐαγγελικὸ ἔργο.
Λέγεται μάλιστα, ὅτι κάποτε ἀπὸ τὴν Ἔφεσο πέρασε ὁ Τραϊανὸς γιὰ νὰ πάει νὰ πολεμήσει τοὺς Πέρσες, καὶ ἄκουσε πολλὰ γιὰ τὸ προφητικὸ χάρισμα τῆς Ἑρμιόνης. Τὴν κάλεσε λοιπὸν γιὰ νὰ προφητεύσει γι’ αὐτόν. Ἡ Ἑρμιόνη τοῦ εἶπε ὅτι θὰ νικήσει τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ τὴν βασιλεία τῶν Ρωμαίων θὰ καταλάβει ὁ γαμπρὸς τοῦ Ἀδριανός, ποὺ πράγματι ἔγινε. Ἐπειδὴ ἡ προφητεία ἐπαληθεύτηκε, ὁ Τραϊανὸς διέταξε καὶ βασάνισαν σκληρὰ τὴν Ἑρμιόνη. Κατόπιν τὴν παρέδωσε στοὺς δήμιους γιὰ νὰ τὴ θανατώσουν, ἀλλὰ αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἄφησαν ἐλεύθερη.
Ἔτσι ἡ Ἑρμιόνη πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὴν Ἔφεσο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχς δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παρθένος ἀκήρατος, διατελοῦσα σεμνή, τῷ Λόγῳ νενύμφευσαι, τῷ ἐκ Παρθένου Ἀγνῆς, σαρκὶ ὁμιλήσαντι· ὅθεν τὴν σοὶ δοθεῖσαν, θεοπάροχον χάριν, ἄθλοις τῆς εὐσεβείας, τοῖς ἐν πλάνῃ ἐκφαίνεις· διό σε Ἑρμιόνη, ὁ Χριστὸς ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Βλαστὸς καρποτελής, καὶ ἀμάραντον ἄνθος, Φιλίππου τοῦ κλεινοῦ, ἐν σεπτοῖς Διακόνοις, ἐδείχθης θείᾳ χάριτι, Ἑρμιόνη πανθαύμαστε· καὶ ἀθλήσασα, παρθενικῶς προσηνέχθης, τῷ δοξάσαντι, τοὺς εὐαγεῖς σου ἀγῶνας, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Κλάδος ἀνεδείχθης ἀειθαλής, Φιλίππου τοῦ θείου, Ἑρμιόνη πανευκλεής· ἔνθεν διατρέφεις, καρποῖς τῶν σῶν ἀγώνων, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.

3/9/13

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Νικομήδειας

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ πατρίδα του ἦταν ἡ Νικομήδεια.
Ἀπὸ μικρὸς διακρίθηκε γιὰ τὸν εὐσεβῆ ζῆλο του πρὸς τὰ θεία. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ἡ ζωὴ του ἦταν ὑπόδειγμα σωφροσύνης καὶ ἀγάπης. Ἐπειδὴ πλούσια κατεῖχε τὸν θησαυρὸ τῶν θείων ἀληθειῶν, ἡ θερμή του διδασκαλία, ἐμπνεόμενη ἀπὸ ἀποστολικὸ ζῆλο, ἔβρισκε σχεδὸν πάντα ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἡ πνευματικὴ ἱκανότητα τοῦ Ἄνθιμου ὤθησε τοὺς χριστιανοὺς τῆς Νικομήδειας καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ γίνει ἱερέας καὶ ἀργότερα ἐπίσκοπός τους.
Ὅταν, ὅμως, ἔγινε ὁ διωγμὸς ἐπὶ Διοκλητιανού, τὸν κυνήγησαν καὶ τὸν συνέλαβαν. Ὁ Διοκλητιανὸς τοῦ πρότεινε νὰ θυσιάσει στοὺς Θεοὺς γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ζωή του, ἀλλιῶς τὸν περίμεναν φρικτὰ βασανιστήρια, καὶ τοῦ ἔδειξε τὰ ὄργανα ποὺ θὰ τὸν βασάνιζαν. Ὁ Ἄνθιμος εἶπε: «Γιατὶ μοῦ τὰ δείχνεις; Γιὰ νὰ μὲ φοβίσεις; Αὐτὰ ἂς τὰ φοβοῦνται ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ παροῦσα ζωὴ εἶναι μόνο ἡδονὴ καὶ τὴν στέρησή της θεωροῦν μεγάλη ἀπώλεια. Ἀλλὰ σὲ μένα, ὅπως καὶ σὲ κάθε χριστιανό, αὐτὰ δὲν ἀσκοῦν καμιὰ γοητεία. Τὸ σῶμά μου εἶναι πρόσκαιρο καὶ εὐτελές, ποὺ μόνη ἀξία ἔχει, ὅταν ἁγιασθεῖ διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ δοθεῖ εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Ἑπομένως, τιμωρίες καὶ βάσανα εἶναι γιὰ μένα πιὸ ποθητὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀρνηθῶ τὸν Σωτῆρα μου».
Τότε, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν φρικτά, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, καρποὶς τοῖς τῶν λόγων σου, τῶν εὐσεβῶν τὰς ψυχάς, ἐκτρέφων ἐν χάριτι· ὅθεν καὶ ἐναθλήσας, Πάτερ Ἄνθιμε χαίρων, ὤφθης Ἱερομάρτυς, εὐκλεής τοῦ Σωτῆρος, ᾧ πρέσβευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον . Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ
Ἐν ἱερεῦσιν ἀκριβῶς διαπρέψας, καὶ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν διανύσας, τὰ τῶν εἰδώλων ἔσβεσας σεβάσματα, πρόμαχος γενόμενος, τῆς σῆς ποίμνης θεόφρον· διό σε καὶ γεραίρει νῦν, μυστικῶς ἐκβοῶσα· Ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀοίδιμε Ἄνθιμε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τοῦ Σωτῆρος μυσταγωγέ, τῶν Ἀρχιερέων, ὑποτύπωσις καὶ κανών· χαίροις τῶν Μαρτύρων, σύναθλος καὶ ἀλείπτης, Ἄνθιμε Ἱεράρχα, ἡμῶν ἀντίληψις.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ, τιμᾶται τὴν 9η Νοεμβρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος του.
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν σεπτῶν σου λειψάνων, Ἱεράρχα Νεκτάριε, τὴν ἁγίαν ἐκ τάφου κομιδὴν ἑορτάζοντες, σωμάτων καὶ ψυχῶν ἁγιασμόν, καὶ ἴασιν παθῶν παντοδαπῶν, κομιζόμεθα προσπίπτοντες εὐλαβῶς, τῇ χάριτί σου κράζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι λαμπρῶς, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν σεπτῶν λειψάνων σου, τὴν ἐκ τοῦ τάφου, κομιδὴν γεραίροντες, Νεκτάριε θαυματουργέ, εὐσεβοφρόνως βοῶμέν σοι· χαίροις Πατέρων ἐν πᾶσιν ἰσότιμε.

Μεγαλυνάριον.
Χάριν ἀναβλύζοντα δαψιλῆ, ὤφθησαν ἐκ τάφου, τὰ σὰ λείψανα τὰ σεπτά, Νεκτάριε Πάτερ, οἷς πίστει προσιόντες, λαμβάνομεν ὑγείαν, ψυχῆς καὶ σώματος.

Ἡ Ἁγία Φοίβη ἡ διακόνισσα

Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον», ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἄλλου δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη της αὐτὴ τὴν ἡμέρα.