3/9/12

Ὁ Ἅγιος Πολύδωρος ὁ Νεομάρτυρας


Τὸ ὄνομά του δὲν εἶναι γνωστὸ στοὺς πολλούς. Κι ὅμως ἀποτελεῖ ἕνα πραγματικὸ στολίδι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνα ἡρωικὸ μαχητὴ καὶ νέο μάρτυρα τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.
Γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τῆς Κύπρου τὸ 1794. Χρόνια δύσκολα. Χρόνια σκοτεινά. Χρόνια μαύρης σκλαβιᾶς.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως οἱ γονεῖς του Χατζηλουκᾶς καὶ Λουρδανοῦ, ἄνθρωποι θεοφοβούμενοι κι εὐσεβεῖς φρόντισαν νὰ δώσουν στὸ παιδί τους μόρφωση χριστιανική.
Καὶ ἡ μόρφωση αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ κάνει κάθε ἄνθρωπο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο. Φρόνιμο, σοφό, ἄνθρωπο ἀρετῆς.

Ὅταν ὁ Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση ἔξυπνη καὶ δημιουργική, ἐπιδόθηκε στὸ ἐμπόριο. Γιὰ τὶς δουλειὲς του μάλιστα ἄρχισε νὰ ταξιδεύει σὲ διάφορα μέρη καὶ στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ ἕνα διάστημα οἱ συμβουλὲς τῶν γονιῶν του, νὰ προσέχει στὶς συναναστροφές του, ἀντηχοῦσαν διαρκῶς στὰ αὐτιά του καὶ τὸν συγκρατοῦσαν.
Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως ἡ προσοχὴ χαλαρώθηκε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε καὶ γι’ αὐτὸν τραγικό. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ταξίδια του στὴν χώρα τοῦ Νείλου γνωρίστηκε μ’ ἕναν πλούσιο ἐξωμότη ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία του.
Στὴν ἐργασία αὐτὴ συνδέθηκε καὶ μὲ διάφορους τύπους τῆς ἡλικίας του. Τύπους ἄμυαλους καὶ διεφθαρμένους, τύπους ἀνήθικους καὶ αἰσχρούς. Στὴν ἀρχὴ ἀγωνίστηκε νὰ κρατηθεῖ. Ὅμως δὲν τὸ κατόρθωσε.
Καὶ ὁ λόγος; Εὔκολος καὶ ἁπλός. Τὰ μέσα, ποὺ θὰ τὸν συγκρατοῦσαν καὶ θὰ τὸν ἐνίσχυαν στὸν ἀγῶνα του, εἶχαν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλειφθεῖ. Στὴν ἀρχὴ ἐγκαταλείφθηκε ἡ προσευχή. Ὕστερα ἀκολούθησε ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ οἱ ἐπισκέψεις του σὲ πρόσωπα ποὺ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ᾖλθε ἡ σειρὰ τοῦ πνευματικοῦ του. Τὸν παράτησε καὶ αὐτόν. Καὶ σ’ ἐπίμετρο ἄρχισε νὰ ξενυχτᾷ, νὰ πίνει καὶ νὰ μεθᾷ, νὰ χαρτοπαίζει καὶ νὰ νυχτοξημερώνεται στὰ διάφορα καταγώγια.

Μιὰ βράδια σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ κέντρα αὐτὰ τῆς ἀκολασίας παρασύρθηκε καὶ ἤπιε τόσο ποὺ μέθυσε. Καὶ στὸ μεθύσι ἐπάνω, ἀλίμονο! Ἀλλαξοπίστησε. Ναί! ὁ Πολύδωρος μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος μὲ τὴ δυνατὴ πίστη καὶ τὸ θάρρος γιὰ τὴ ζωὴ λύγισε, νικήθηκε, ἔπεσε. Ἐγκατέλειψε τὸν πολύτιμο θησαυρό του, τὴν χαρὰ τῆς ψυχῆς του, τὴν χριστιανική του πίστη, τὴν πίστη τῶν γονιῶν του καὶ ἀσπάσθηκε τὸν μωαμεθανισμό. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὅμως τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν ἱκανοποίησαν. Ἡ νέα θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε καμιὰ χαρά. Ἐκεῖνος ποὺ ἔζησε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τὸ φῶς τῶν πυγολαμπίδων. Ἔτσι καὶ ἡ καινούργια θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε, δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει καὶ τὴν ἐλάχιστη ψυχικὴ ἱκανοποίηση. Παρὰ τὰ χρήματα ποὺ κέρδιζε καὶ τὶς θέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα ποὺ ἐξασφάλισε μὲ τὴ νέα του ζωή, καμιὰ χαρὰ δὲν εἶδε. Ἀντίθετα οἱ τύψεις ποὺ ἄρχισαν νὰ ξυπνοῦν μέσα του καὶ ποὺ μεγάλωναν μέρα μὲ τὴν ἡμέρα καὶ πλήθαιναν δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἡσυχάσει. Ἡ συνείδησή του, μαστίγιο σκληρὸ καὶ ἀνελέητο, τὸν ἔδερνε φρικτὰ καὶ χωρὶς οἶκτο.

Κάποια βραδιὰ σὲ μία τέτοια ψυχικὴ ἀναστάτωση, θυμήθηκε μὲ γλυκιὰ νοσταλγία τὸ σπίτι του. Ἀγράμματοι ἦταν οἱ γονεῖς του. Μὰ εἶχαν τὴ μόρφωση τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν μόρφωση ἀγωνίστηκαν νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτόν. Στὴν ἀθῴα παιδικὴ ψυχή του φρόντισαν νὰ σταλάζουν καθημερινὰ τῆς χάριτος τὴν δροσιὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ ἔργα. Πόση εἰρήνη ἦταν τότε χυμένη στὶς καρδιές! Πόση γαλήνη!

Καὶ ἡ προσευχὴ πόσο συγκινοῦσε καὶ ξεκούραζε! Πρὶν νὰ πᾶνε γιὰ ὕπνο τὸ βράδυ καὶ ὑστέρα ἀπὸ τὴν σκληρὴ δουλειὰ καὶ τοὺς κινδύνους τῆς κάθε ἡμέρας, τοὺς κινδύνους ποὺ δημιουργοῦσε ἡ βαρβαρότητα τοῦ Τούρκου δυνάστη καὶ ἡ μαύρη σκλαβιά, γονάτιζαν ὅλοι μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Μεγαλόχαρης καὶ τοῦ ἀφέντη, τοῦ Χριστοῦ. Γονάτιζαν καὶ ἄκουαν μὲ εὐλάβεια τὴ μανοῦλα νὰ λέει ἀργὰ καὶ κατανυχτικὰ μιὰ τέτοια περίπου προσευχή:

— Σ’ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, ποὺ μᾶς φύλαξες καλὰ καὶ τούτη τὴν ἡμέρα. Σ’ εὐχαριστοῦμε καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἡ ἀγάπη σου μᾶς χάρισε. Σὲ παρακαλοῦμε, Κύριε, φύλαξέ μας καὶ τούτη τὴ νύχτα. Φύλαξέ μας ἀπὸ τοῦ Τούρκου τὴν μανία καὶ τὸ μαχαῖρι. Φύλαξέ μας ἀπὸ κάθε κακό.

Φύλαξέ μας ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴ μανία!... Ἀλίμονο! Αὐτοῦ τοῦ Τούρκου τὴ θρησκεία ἀσπάσθηκε τώρα. Κι αὐτοῦ τὴ συντροφιὰ διάλεξε. Ὢ Θεέ μου! Τί συμφορά! Τί τραγῳδία! Κάποια στιγμὴ ἐκεῖ ποὺ ὁ πόνος σὰν δίκοπο μαχαῖρι τοῦ τρυποῦσε τὴν καρδιά, μιὰ ἀχτίδα ἐλπίδας πέρασε ἀπὸ τὸ κουρασμένο μυαλό του κι ἕνα παρήγορο φῶς πρόβαλε καὶ φώτισε τὰ δακρυσμένα μάτια του. Ἦταν τὰ λόγια καὶ πάλι τῆς καλῆς του μάνας. Τοῦ τὰ εἶπε σὲ μία περίπτωση, ποὺ ἔκανε κάτι ποὺ δὲν ἔπρεπε καὶ ἦταν ἀνήσυχος καὶ στενοχωρημένος, Παιδί μου, τοῦ εἶχε πεῖ, τὴν ταραγμένη συνείδηση ἕνα πρᾶγμα μόνο τὴν καθησυχάζει καὶ τὴν γαληνεύει: Ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς μάνας του θυμήθηκε ἐκείνη τὴν στιγμή. Καὶ ἡ θύμηση αὐτὴ τὸν ἐνίσχυσε κάπως. Μὰ καὶ τὸν ἔσπρωξε χωρὶς καμιὰ καθυστέρηση ἢ ἀναβολὴ νὰ ἀφήσει τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ φύγει γιὰ τὴ Βηρυτό. Σὰν ἔφτασε, μὲ λαχτάρα ἔτρεξε νὰ ἰδεῖ τὸν Δεσπότη. Καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, μὲ βαθιὰ συντριβὴ ἔπεσε μπροστά του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ δεχθεῖ τὴν ἐξομολόγησή του.

-Δέσποτά μου! Πατέρα μου! Ψέλλισε μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα. Εἶμαι ἕνας ἄθλιος ἁμαρτωλός. Συγχώρεσέ με. Ναί! Συγχώρεσέ με, πατέρα... Τὰ εἶπε ὅλα. Τίποτα δὲν ἀπέκρυψε. Ὁ Δεσπότης ἕνας εὐλαβὴς κληρικός, τὸν ἄκουσε μὲ συμπόνια καὶ δάκρυα στοργῆς. Στὸ τέλος, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε καὶ τὸν ἐνίσχυσε, τὸν συμβούλεψε γιὰ ἀσφάλειά του καὶ γιὰ ξεκούρασμα νὰ καταφύγει σὲ κανένα μοναστῆρι. Ἐκεῖ μὲ τὸ πρόγραμμα ψυχικῆς περισυλλογῆς καὶ τὴν ὅλη πνευματικὴ ζωή, τὴν τακτικὴ προσευχή, τὴ λιτὴ τροφή, τὴν ἀποκοπή σου ἀπὸ τὶς παλιὲς συναναστροφὲς καὶ τὴν ὅλη εἰρηνικὴ ἀτμόσφαιρα, θὰ ξεκουραστεῖς. Θὰ γαληνέψεις. Θὰ ἠρεμήσεις.
Ὁ Πολύδωρος τὸν ἄκουσε μὲ προσοχή. Ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν καλὸ γέροντα ἔφυγε. Ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσει τὴν συμβουλή του. Κατέφυγε σ’ ἕνα μοναστῆρι. Λίγο καιρὸ ὅμως ἔμεινε ἐκεῖ. Ἀπὸ φόβο μήπως ἐκθέσει τὸν πνευματικό του πατέρα ἔφυγε νωρίς. Περιῆλθε διάφορους τόπους καὶ κατέληξε στὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου. Ἐδῶ ἐπισκέφθηκε κάποιο ἄλλο πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ πάλι μὲ πόνο ψυχὴς καὶ ζήτησε νὰ ξαναγίνει δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ πνευματικὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά του. Τοῦ διάβασε τὴ συγχωρητικὴ εὐχή, τὸν ἔχρισε μὲ ἅγιο μύρο καὶ τὸν κοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια.

Μετὰ τὴν ἀποκατάστασή του αὐτὴ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πολύδωρος ἀναχώρησε γιὰ τὴ Νέα Ἔφεσο. Ὁ πόθος του νὰ ἐπανορθώσει πραγματικὰ τὸ ἁμάρτημά του, δὲν τὸν ἀφήνει ἥσυχο. Μιὰ σκέψη στριφογυρίζει ἀδιάκοπα στὸ μυαλό του. Ἡ σκέψη νὰ ἐπισκεφθεῖ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ μὲ παρρησία νὰ διακηρύξει μπροστὰ σ’ αὐτοὺς τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ θέλημά του. Καὶ τὸ ἔκαμε.
Μιὰ μέρα παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν μουφτὴ καὶ χωρὶς περιστροφὲς τὸν ρώτησε:
-Πές μου, ἀφέντη. Εἶναι νόμιμο καὶ σωστὸ νὰ δώσω πίσω ἕνα πρᾶγμα κάλπικο, ποὺ μοῦ ἔδωκαν πρὶν λίγο καιρὸ μὲ ἀπάτη;
Ὁ μουφτὴς ἀπήντησε καταφατικά. «Ναί, τοῦ εἶπε. Εἶναι νόμιμο».
Τότε ὁ ἀθλητὴς πρόσθεσε:
— Δῶσε μου, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴ τὴν ἀπόφαση γραπτῶς.
Ὁ μουφτὴς ἔγραψε τὴν ἀπόφαση καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε. Μόλις ὁ ἡρωικὸς ἀγωνιστῆς πῆρε στὸ χέρι τὴν ἀπόφαση (τὸν φετφά), χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔτρεξε στὸν ἱεροδικαστὴ (Καδή) καὶ δείχνοντας τὴν ἀπόφαση τοῦ μουφτῆ τοῦ εἶπε:
— Πρὶν δέκα χρόνια μὲ ξεγελάσατε καὶ μὲ κάματε νὰ ἀρνηθῶ τὴν πίστη μου. Πέταξα τὸ χρυσάφι ποὺ κρατοῦσα γιὰ νὰ πάρω τὸ χῶμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπᾶμαι γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαμα καὶ στενοχωροῦμαι καὶ κλαίω. Πᾶρτε τὸ χῶμα σας καὶ ἐγὼ ξαναπαίρνω τὸ χρυσάφι μου. Ἤμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω χριστιανός!

Στὰ λόγια τοῦ ὁμολογητῆ ὁ καδὴς μὲ κόπο συγκράτησε τὸν θυμό του. Δοκίμασε κάτι νὰ πεῖ. Ἄρχισε τὶς κολακεῖες. Προχώρησε στὶς ὑποσχέσεις. Προσπάθησε νὰ μεταπείσει τὸν Πολύδωρο τάζοντας χρήματα καὶ θέσεις καὶ τιμές... Καὶ κατέληξε.
— Ἕναν καιρὸ ἤσουν χριστιανός. Τώρα ὅμως εἶσαι μωαμεθανός.
— Ὄχι! Ὄχι! Διαμαρτυρήθηκε ἔντονα ὁ ἀθλητής. Εἶμαι χριστιανός. Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός. Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ νὰ πεθάνω.

Ὁ καδὴς δὲν ἀπογοητεύθηκε. Συνέχισε τὶς ὑποσχέσεις. Ὑποσχέσεις δελεαστικές. Ἀπίθανες. Μὰ τίποτα. Στὸ τέλος, σὰν ἀντιλήφθηκε, πὼς οἱ προσπάθειες τοῦ ἦταν χαμένες, διέταξε νὰ ἁρπάξουν τὸν Πολύδωρο, νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακὴ καὶ νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.

Βασανιστήρια! Νὰ μία λέξη ποὺ προκαλεῖ ἀσυναίσθητα τὴν φρίκη. Βασανιστήρια! Μιὰ λέξη τόσο γνωστὴ καὶ στὴν ἐποχή μας. Θεέ μου! Ποῦ καταντᾷ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπ’ τὴν καρδιὰ του φύγει ὁ αὐτοσεβασμός. Ὅλη νύχτα οἱ δήμιοι βασάνιζαν τὸν μάρτυρα. Νὰ ἀριθμήσει κανεὶς τὰ βασανιστήρια; Εἶναι ἀδύνατο. Τοῦτο μόνο λέγουμε. Τὴν ἑπομένη ὁ μακάριος ἀθλητὴς μὲ τὸ πρόσωπο ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὶς ὁλονύχτιες κακώσεις καὶ τὸ κορμὶ τσακισμένο ἀπὸ τοὺς ἀλύπητους ξυλοδαρμοὺς ὁδηγήθηκε μπροστὰ σ’ ἕνα συμβούλιο ἀπὸ Τούρκους ἄρχοντες. Γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ συντετριμμένος ἀγωνιστὴς τῆς ἀλήθειας μὲ σταθερότητα καὶ παρρησία ζηλευτὴ διακήρυξε πάλι τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή του νὰ πεθάνει γι’ Αὐτόν. Σ' ὅλες τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἔκαμναν ἡ ἀπάντησή του ἦταν:
— Εἶμαι χριστιανός! Θὰ μείνω χριστιανός! Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός.

Ἡ ἄκαμπτη ἐπιμονή του εἶχε ἐξοργίσει ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ποὺ γιὰ νὰ δώσουν μία διέξοδο στὸ ἀδιέξοδο, διέταζαν νὰ ρίξουν καὶ πάλι τὸν ἅγιο στὴν φυλακὴ καὶ νὰ ἐπαναλάβουν τὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι μὲ ἀσυγκράτητη μανία ἅρπαξαν τὸ θῦμα ξανὰ καὶ τὸ πέταξαν σ’ ἕνα σκοτεινὸ κελί. Ἐκεῖ μὲ καννιβαλίστικο πάθος, τόσο γνωστὸ καὶ στὴν ἐποχή μας, ἄρχισαν τὸ μακάβριο ἔργο τους. Ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ μετακινηθεῖ καὶ μὲ μαστίγια τὸν κτυποῦσαν συνέχεια παντοῦ. Τὸ ἅγιο κορμὶ ἔγινε μία πληγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ αἷμα ἔτρεχε ἄφθονο. Ὕστερα τοῦ ἔβαλαν σίδερα καυτὰ καὶ τοῦβλα πυρωμένα στοὺς ὤμους καὶ τὶς μασχάλες καὶ ἄλλοι τὴν ἴδια ὥρα τοῦ φοροῦσαν στὸ κεφάλι ἕνα πυρακτωμένο τάσι γιὰ σκοῦφο. Δὲν θὰ ἀναφέρουμε ἄλλα βασανιστήρια. Μᾶς εἶναι ἀδύνατο. Ἄλλωστε καὶ νὰ τ’ ἀκούει κανεὶς δυσκολεύεται. Τοῦτο μόνο σημειώνουμε. Ὁ καρτερόψυχος ὁμολογητὴς τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ θάρρος καὶ καρτερία μοναδική. Τὰ ὑπέμεινε προφέροντας μὲ πίστη: «Κύριε, συγχώρησέ με». Εἶχε πιὰ ἀποφασίσει τὸν θάνατο καὶ ἔτσι ὁ πόνος δὲν τὸν φόβιζε. Τὸν φόβιζε μονάχα μήπως λυπήσει ξανὰ τὸν Χριστό μας. Ἀκόμη λίγο σκεφτόταν καὶ τὸ μαρτύριο θὰ μεταβληθεῖ σὲ πηγὴ χαρὰς καὶ ἀγαλλίασης. Θὰ γίνει ἡ σκάλα ποὺ θὰ μὲ ἀνεβάσει κοντὰ στὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου. «Βαρὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος. Ἀλγεινὴ ἡ ψῦξις ἀλλ’ ἠδεία ἡ ἀπόλαυσις». Αὐτὰ μποροῦσε νὰ λέει κι ὁ Πολύδωρος μαζὶ μὲ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες τῆς Σεβάστειας.

Μὲ τὰ μαρτύρια πέρασε ὅλη ἡ νύχτα. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Χριστοῦ νὰ στέκεται μπροστά του. Νὰ τὸν κοιτάζει μὲ εἰρηνικὸ χαμόγελο. Νὰ τοῦ δροσίζει τὰ καμένα ἀπ’ τὸν πόνο χείλη του. Νὰ τοῦ δείχνει τὸν Παράδεισο. Ὅταν ξημέρωσε, μερικοὶ δήμιοι πῆραν τὸν μάρτυρα καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ φωνὲς καὶ βρισιὲς στὴν πλατεῖα, μπροστὰ στὸν κριτή, ποὺ περίμενε καθισμένος σὲ μία ψηλὴ ἐξέδρα ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἐπίσημους μωαμεθανούς.
Λίγο πιὸ κάτω ἦταν στημένη μία ἀγχόνη. Ὁ μάρτυρας κοίταξε πρῶτα τὴν ἀγχόνη καὶ ὑστέρα τὸν κριτή. Ἕνα αἴσθημα παρηγοριὰς ἔνοιωσε βλέποντας τὴν πρώτη. Μιὰ ἀηδία σὰν ἀντίκρισε τὸν δεύτερο.
— Ἄϊ! τί λές; τοῦ φώναξε ὁ κριτὴς μὲ ἕνα γέλιο σαρδόνιο. Ἔβαλες μυαλὰ ἢ ἀκόμα ἐπιμένεις στὶς ἀπόψεις σου;
— Τὰ μυαλά μου τὰ ἔχασα μόνο, ὅταν παρασύρθηκα καὶ ἀντάλλαξα τὴν πίστη μου μὲ τὴ δική σας. Τρέλα εἶναι νὰ πετᾶ κανεὶς τὸ χρυσάφι, γιὰ νὰ πάρει τὸ χῶμα. Τώρα τὰ ἔχω τετρακόσια τὰ μυαλά μου. Τώρα ποὺ ξαναγύρισα στὸν Χριστό μου. Στὰ λόγια τοῦ μάρτυρα ὁ κριτὴς ἔχασε τὴν ὑπομονὴ καὶ φώναξε:
— Κρεμᾶστε τὸν γκιαούρη νὰ γλυτώσουμε. Κρεμάστε τον. Εἶναι ἀγύριστο κεφάλι. Οἱ δήμιοι ὁδήγησαν τὸν Πολύδωρο πρὸς τὴν ἀγχόνη. Καὶ αὐτὸς ἀφοῦ μὲ σταθερὸ βῆμα πλησίασε, ἀσπάστηκε μὲ σεβασμὸ τὸ σχοινί της, ἔκαμε μὲ εὐλάβεια τὸν σταυρό του καὶ γαλήνιος δέχτηκε τὸ σχοινὶ στὸν λαιμό του. Δοξολόγησε ξανὰ τὸν Κύριο γιὰ τὴν τιμὴ καὶ στὰ λίγα δευτερόλεπτα ποὺ μεσολάβησαν προσευχήθηκε θερμὰ γιὰ τοὺς ἐκτελεστές του καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους. Κύριε, εἶπε. Συγχώρησε τοὺς βασανιστές μου! Χριστέ μου! Δῶσε τὴ λευτεριὰ στὴ Ρωμιοσύνη! Ὁ δήμιος ἔσυρε τὸ σχοινί. Τὸ κορμὶ ὑψώθηκε μετέωρο, ἐνῷ ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ μάρτυρα πέταξε στὰ γαλανὰ χάη τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό μας. Τὸ ἅγιο λείψανο ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στὴν ἀγχόνη. Τὴν τρίτη μέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τὸ θάψουν. Μερικὲς ἁγνὲς ψυχὲς κατέβασαν τὸ ἅγιο σκήνωμα ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, τὸ ξέπλυναν μὲ καθαρὸ νερὸ καὶ τὸ ἔθαψαν ραίνοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης τους.

Σὲ κάποια στιγμὴ πειρασμοῦ καὶ ἀπροσεξίας ὁ νεαρὸς Πολύδωρος γλίστρησε κι ἔπεσε. Ἀρνήθηκε ὅτι πολυτιμότερο ἔχει ὁ ἄνθρωπος στὸν κόσμο τοῦτο. Τὴν πίστη του. Παράξενο; Ὄχι! Φυσικὸ τὸ πρᾶγμα κι ἀνθρώπινο. «Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητας αὐτοῦ» λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως μὲ μία εἰλικρινὴ μετάνοια, ἀλλὰ καὶ σταθερὴ ὁμολογία καὶ αὐτὸ τὸ μαρτύριο τοῦ θανάτου ζήτησε καὶ θέλησε ὁ καρτερόψυχος ἀθλητὴς γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὸ σφάλμα του. Καὶ τὸ πέτυχε.
Τὸ μαρτυροῦν τὰ πολλὰ θαύματά του.
Θὰ ἀναφέρομε δυό:

α) Στὴ Ν. Ἔφεσο ζοῦσε κάποιος χριστιανὸς ποὺ λεγόταν Νικόλαος. Ὁ δυστυχισμένος εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ δαιμόνιο, ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα του καὶ σὰν τὴν παιδίσκη τῶν Φιλίππων φανέρωνε πολλὲς φορὲς καὶ τὰ μυστικὰ ἐκείνων ποὺ κατέφευγαν σ’ αὐτόν. Κάποια μέρα γνώρισε τὸν ἄρρωστο ἕνας κληρικός, ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του λείψανα τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης καὶ τὸν λυπήθηκε. Πῆρε τὰ ἱερὰ κειμήλια καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Μόλις ἔφτασε στὴν πόρτα καὶ τὸν εἶδε ὁ δαιμονισμένος ἔβαλε τὶς φωνές:
-Ἐσὺ ἐδῶ; Ἐσὺ ἐδῶ; Τί ᾖρθες νὰ κάμεις; Τί θέλεις ἀπὸ μένα;
Ὁ ἱερέας χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του τὰ ἅγια λείψανα κι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πρὸς τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἱερέας πλησίασε. Ἔβαλε πάνω στὸν ἄρρωστο τὰ λείψανα καὶ τὸ κομμάτι τοῦ σχοινιοῦ ποὺ κρατοῦσε καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Ὁ ἄρρωστος ἔβγαλε μία δυνατὴ κραυγὴ κι ὕστερα ἠρέμησε. Τὸ δαιμόνιο ἔφυγε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε πιὰ καλά.

β) Τὶς θλιβερὲς καὶ μαῦρες ἐκεῖνες μέρες ποὺ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας ξεριζωνόταν ἀπὸ τὴν κοιτίδα του, τὴν Μ. Ἀσία καὶ ἔφευγε κυνηγημένος, ἕνας Ἱερομόναχος, ὁ Πρωτοσύγκελος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἐφέσου Κύριλλος Ψύλλος ἅρπαξε τὴν ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ τὴν σώσει. Ἡ μανία τῶν Τούρκων ἐνάντια στοὺς κληρικοὺς καὶ ὁ ἔλεγχός τους γιὰ τὴν ἀνεύρεσή τους ἦταν ἀπίστευτος. Ἡ μανία τους στρεφόταν ἀκόμη καὶ ἐνάντια στοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια. Ὅταν ἀνακάλυπταν κληρικοὺς ἢ ἄλλα πρόσωπα νὰ κρατᾶνε εἰκόνες, λείψανα κ.ἄ. τοὺς ἔσφαζαν χωρὶς καμιὰ κουβέντα. Ἡ πράξη τοῦ Πρωτοσύγκελου ἦταν πολὺ τολμηρή. Ἂν τὸν ἀνακάλυπταν, θὰ πλήρωνε ἀμέσως μὲ τὴ ζωή του αὐτὸ ποὺ πήγαινε νὰ κάμει. Ὁ εὐλαβὴς ὅμως ἐργάτης τοῦ Χριστοῦ τὸ ἀποφάσισε. Ντύθηκε σὰν γερόντισσα, πῆρε μαζί του τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸν σταυρό του καὶ προχώρησε. Ἀτέλειωτη σειρὰ περίμενε μπροστὰ του γιὰ ἔλεγχο. Σὰν ἔφτασε στὸ τούρκικο φυλάκιο γιὰ τὴν ἔρευνα, οἱ Τοῦρκοι ἦσαν μανιασμένοι. Εἶχαν ἀνακαλύψει μερικοὺς μεταμφιεσμένους καὶ εἶχαν γίνει ἔξαλλοι. Τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ οἱ ἄπιστοι βρίζανε καὶ κτυποῦσαν τὰ θύματά τους καὶ οὔρλιαζαν σὰν θεριὰ ᾖρθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ μεταμφιεσμένου Κύριλλου γιὰ ἔλεγχο.
Ὁ πιστὸς κληρικός, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία του, ἕσφιξε στὰ στήθη τὸν θησαυρό του, τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ ψιθύρισε μέσα του:
-Ἅγιε Πολύδωρε, σῶσέ με. Καὶ τὸν ἔσωσε.

- Γκὶτ πὲ χανοὺμ (γκρεμίσου χανούμισσα) φώναξε ὁ Τοῦρκος καὶ τὸν ἔσπρωξε μπροστά. Σὲ λίγο ὁ ἱερομόναχος βρισκόταν πεταγμένος στὴ βάρκα σωτηρίας μὲ τὸν θησαυρό του. Πῶς ἔγινε τοῦτο; Ὁ ἴδιος δὲν θυμᾶται. Δὲν κατάλαβε. Ἕνα εἶναι τὸ γεγονός: Σώθηκε. Σώθηκε καὶ αὐτὸς κι ἡ ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀθῆνα, τὴν κατέθεσε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς Πλάκας. Ἐκεῖ βρίσκεται καὶ σήμερα. Δεκάδες πιστῶν περνᾶνε κάθε μέρα γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Καὶ χιλιάδες κάθε χρόνο στὶς 3 τοῦ Σεπτέμβρη, ποὺ εἶναι ἡ μέρα τῆς γιορτῆς του, τρέχουν νὰ τιμήσουν τὸν μάρτυρα, τὸν ἐξωμότη, ποὺ μετανόησε, καὶ νὰ ζητήσουν τὴν χάρη του. Τρομερὸ κακὸ στὸν ἄνθρωπο ἡ πτώση. Πολὺ τρομερό! Μεγάλη ἡ ἀξία τῆς μετάνοιας. Πολὺ μεγάλη. Ἡ πτώση καταστρέφει, ἐξευτελίζει. Ἡ μετάνοια ἀποκαθιστᾷ, σῴζει. Ἀποκαθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο στὸ πατρικὸ σπίτι. Καὶ τὸν σῴζει. Τὸν κάνει «συμπολίτην τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖον τοῦ θεοῦ».
Ναί! συμπολίτη τῶν ἁγίων καὶ οἰκιακό τοῦ Θεοῦ. 
Πραγματικά! Τί ὡραία νὰ θυμόντουσαν συχνὰ οἱ ἄνθρωποι τούτη τὴν ἀλήθεια!.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Μέγα καύχημα τῆς Λευκωσίας, μέγα στήριγμα πόλει Ἐφέσου, μέγα κλέος τε τῶν δυὸ πόλεων τῆς μὲν γὰρ γόνος σεπτὸς ἐχρημάτισας τὴν δὲ τὰ σὰ ἐπορφύρωσαν αἵματα, ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πολύδωρε, ἶνα ρυσθῶμεν κινδύνων καὶ θλίψεων.

2/9/12

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νηστευτὴς


Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νηστευτὴς, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀπὸ μικρός, διακρίθηκε γιὰ τὴν σπάνια ἐγκράτειά του καὶ γιὰ τὸν ἀπὸ φυσικό του ἔρωτα, πρὸς τὴν νηστεία. (Γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε Νηστευτής). Ἡ καρδιά του ἦταν δοσμένη στὰ Θεῖα, διάβαζε κάθε ἡμέρα τὴν Ἁγία Γραφή, διάφορα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, πλουτίζοντας τὶς γνώσεις του.
Χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη τὸν Γ’. Ἀργότερα ἔγινε πρεσβύτερος καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Πατριάρχη Εὐτυχίου, ἐκλέχτηκε διάδοχός του.
Πέθανε 2 Σεπτεμβρίου τοῦ 595 καὶ τὸ λείψανό του τάφηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χρισθεὶς θείῳ χρίσματι, τῆς Ἐκκλησίας ποιμήν, Θεῷ ἱεράτευσας, ἀγγελικῶς ἐπὶ γῆς, Ἰωάννη Πατὴρ ἡμῶν· σὺ γὰρ διὰ νηστείας, σεαυτὸν ἐκκαθάρας, κάθαρσιν τῶν πταισμάτων, τῷ σῷ λόγῳ παρέχεις, τοῖς πόθῳ Ἱεράρχα θερμῶς σοι προστρέχουσι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τοῦ Προδρόμου κοινωνὸς ἐν τῇ κλήσει, τούτου ἐφάνης μιμητὴς καὶ τῇ πράξει· νηστείᾳ γὰς διέλαμψας καὶ βίῳ καθαρῷ· ὅθεν Ποιμενάρχην σε, τῶν οἰκείων προβάτων, ὁ Χριστὸς κατέστησεν, Ἰωάννη ἀξίως. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς ἐκτελοῦντας, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Ἔχων τὴν νηστείαν οἷα τρυφήν, τὴν ψυχὴν ἐτράφης, ταῖς τοῦ Πνεύματος δωρεαῖς· ὅθεν διατρέφεις, τῆς χάριτος τῷ λόγῳ, παμμάκαρ Ἰωάννη, πιστῶν τὸ πλήρωμα.

Ὁ Ἅγιος Μάμας


Στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ κάθε ἡλικία ἔχει νὰ ἐπιδείξει τοὺς ἀντιπροσώπους της.
Γιατί κάθε ἡλικία ἔχει προσφέρει σ’ Αὐτὸν ὅτι διαλεχτὸ καὶ ὑπέροχο ἔχει νὰ παρουσιάσει. Κι ἡ ἐφηβικὴ ἡλικία, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει νὰ προβάλει τοὺς δικούς της.
Ὁ Ἅγιος Μάμας εἶναι ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Διαλεχτὸς στοὺς διαλεχτοὺς καὶ ὡραῖος στοὺς ὡραίους ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀγαπητὲς καὶ ἡρωικὲς μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων.

Οἱ γονεῖς του Θεόδοτος καὶ Ρουφίνα ζοῦσαν στὴ Γάγγρα τῆς Παφλαγονίας καὶ ἦσαν χριστιανοὶ μὲ μεγάλη κοινωνικὴ θέση.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ αὐτοκράτορας Αὐρηλιανὸς κίνησε σκληρὸ διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς (270 – 275 μ.Χ.).
Μεταξὺ τῶν πρώτων συνελήφθη ὁ Θεόδοτος καὶ ἀφοῦ ἀνακρίθηκε καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστό, ρίχτηκε στὶς φυλακὲς τῆς Καισαρείας.
Ἡ σύζυγός του, ἡ ἐνάρετη Ρουφίνα, σὰν ἔμαθε τὴν φυλάκιση τοῦ συντρόφου της, ἂν καὶ ἦταν ἑτοιμόγεννη, ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει. Ἐκεῖ μὲ παρρησία ὁμολόγησε καὶ αὐτὴ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φλόγιζε τὴν καρδιά της, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κλεισθεῖ στὴ φυλακή.

Δυὸ ἀδελφὲς ψυχές, εὐγενικὲς καὶ ἀγαπημένες, ἑνωμένες στὴν χαρὰ καὶ στὸν πόνο. Μιὰ νύχτα ἡ Ρουφίνα ἐκεῖ στὴ σκοτεινὴ καὶ ὑγρὴ φυλακή, ἔφερε στὸν κόσμο τὸ παιδάκι της. Ἡ καρδιά της σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἀλλὰ μόνο γιὰ μία στιγμή. Ὅταν πῆρε τὸ παιδάκι της νὰ τὸ δείξει στὸν σύζυγό της, τὸν καλὸ Θεόδοτο, τὸν βρῆκε νεκρό. Τὰ μαρτύρια τὰ πολλὰ ποὺ δοκίμασε γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁδήγησαν πρόωρα στὸν θάνατο. Ἡ πονεμένη μάνα μὲ συντριβὴ ψυχῆς ἔβαλε τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του καὶ ἔκαμε μὲ δάκρυα τὴν προσευχή της. Ὕστερα ἔγειρε δίπλα του γιὰ νὰ μὴ σηκωθεῖ ποτές. Τὴν ἴδια νύχτα παρέδωσε καὶ αὐτὴ τὸ πνεῦμα. Ἡ ψυχὴ της πέταξε κοντὰ στὸν Χριστό, ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν καρδιά της. Τὰ βάσανα καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς φυλακῆς τὴν ὁδήγησαν τόσο γρήγορα στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν μάρτυρα σύζυγό της.

Καὶ τὸ παιδί της; Ὀρφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τί ἄραγε θὰ γίνει; Τὴν ἀπάντηση δίνει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! «Ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται». Τὸ ὀρφανὸ καὶ τὴν χήρα τὰ παίρνει ὑπὸ τὴν προστασία του ὁ Θεός. Καὶ νά!

Μιὰ εὐσεβὴς γυναῖκα, ἡ Ἀμμία Ματρώνα ὁδηγημένη ἀπὸ ἕναν Ἄγγελο πηγαίνει στὴν φυλακή. Παίρνει τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων γονιῶν καὶ τὰ ἐνταφιάζει μὲ σεβασμό. Ὕστερα παίρνει στὸ σπίτι καὶ τὸ παιδὶ καὶ ἀναλαμβάνει μὲ προθυμία καὶ στοργὴ τὴν ἀνατροφή του. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ψελλίσματά του «μαμὰ – μαμὰ» τοῦ ἔδωκε τὸ ὄνομα Μάμας. Κοντὰ στὴν καινούργια μανούλα του τὸ παιδὶ μεγάλωσε μὲ τῆς πίστης τὸ ἅγιο «καὶ ἄφθαρτο μάννα». Καὶ τὸ τίμησε. Ὄχι μόνο ὁ ἴδιος ἀπὸ παιδὶ ἀγωνιζόταν νὰ ζεῖ τὴ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ φρόντιζε τὰ ὅσα μάνθανε, νὰ τὰ διδάσκει καὶ στὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του. Ὑπεράξιο παιδὶ ἀξίων γονιῶν, μὰ καὶ ὑπέροχης θετῆς μητέρας του.

Ἡ διαγωγὴ αὐτὴ καὶ ὁ ζῆλος τοῦ μικροῦ ἱεραποστόλου δὲν ἄργησαν νὰ γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοὶ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν σκληρὸ ἡγεμόνα Δημόκριτο. Ἐκεῖνος, σὰν εἶδε τὸ παιδί, προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ καὶ ἀπειλὲς ἀργότερα νὰ τὸν μεταπείσει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τὴν πίστη του. Μὰ δὲν μπόρεσε. Ὅλες του οἱ προσπάθειες πῆγαν χαμένες. Τότε ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Τὸ ξύλο, τὸ πλήγωμα τοῦ κορμιοῦ μὲ σιδερένια νύχια, τὸ κάψιμο τῶν πληγῶν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τέλος τὸ ρίξιμο στὴ θάλασσα μὲ μία σιδερένια σφαῖρα δεμένη στὸν λαιμό.
Τὸ ἀποτέλεσμα;

Μηδέν!
Οἱ βάρβαρες πράξεις τοῦ χριστομάχου πῆγαν ἄδικα. Ἡ σφαῖρα κόπηκε καὶ τὸ παιδὶ μὲ τὴν βοήθεια ἐνὸς Ἀγγέλου βγῆκε στὴ στεριὰ καὶ ἀνέβηκε σὲ ἕνα βουνὸ τῆς Καισαρείας. «Ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει». Στὸ μέρος αὐτὸ ὁ πιστὸς καὶ ἡρωικὸς Μάμας ἔζησε μέχρι τὰ δεκαπέντε του χρόνια μὲ συντροφιὰ τὰ λιοντάρια καὶ τὰ ἄλλα ἄγρια ζῷα. Τὰ ἐξημέρωσε καὶ τὰ ἐβοσκοῦσε καὶ τὰ ἄρμεγε γιὰ νὰ τρέφεται, μὰ καὶ νὰ φιλοξενεῖ καὶ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια του καὶ νὰ διδαχθοῦν.
Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ ἡ παρουσία τοῦ φλογεροῦ καὶ ἀληθινὰ πιστοῦ ἐφήβου ἔγινε καὶ πάλι γνωστή. Γιὰ δεύτερη φορὰ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ πῆγαν καὶ τὸν ἔπιασαν. Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὰ μαρτύρια ἐπαναλήφθηκαν σκληρότερα κι ἀγριότερα. Μὰ καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ τίποτα δὲν ἔκαμαν. Ὁ μάρτυρας ἔμεινε καὶ τώρα ἄκαμπτος. Καμιὰ δύναμη δὲν στάθηκε ἱκανὴ νὰ τὸν λυγίσει καὶ νὰ τὸν ἀλλάξει. Οὔτε οἱ δελεαστικὲς ὑποσχέσεις, οὔτε καὶ οἱ ἀπειλές, μὰ οὔτε καὶ τὸ ξέσχισμα τοῦ κορμιοῦ, οὔτε καὶ τὸ ἀναμμένο καμίνι. Ὁ νεαρὸς μάρτυρας μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη τὰ ἀντιμετώπισε ὅλα ψάλλοντας μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο τὰ λόγια τῆς παρρησίας καὶ τῆς βαθιᾶς πίστεως: «Τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχώρια ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;». Καὶ τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδινε πάλιν ὁ ἴδιος ἐπαναλαμβάνοντας μὲ ἀπόλυτη πεποίθηση τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια: «Πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τὶς κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν" (Ρωμ. η’ 35 – 39). Καμιὰ δύναμη οὔτε καὶ ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἀποσπάσει ἀπὸ σένα, Χριστέ μου. Ναί! Οὔτε καὶ ὁ θάνατος. Καὶ τὸ ἀπέδειξε.

Τὰ βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μὰ ὁ δεκαπεντάχρονος ἔφηβος ἔμεινε ἀλύγιστος. Ταπεινωμένος καὶ ντροπιασμένος ὁ ἀσεβὴς ἡγεμόνας ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀντοχή του, ἔδωσε διαταγὴ νά τὸν θανατώσουν. Καὶ ὁ δήμιος μὲ μία σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τὸν κτύπησε στὴν κοιλιά. Ὁ γενναῖος ἀθλητὴς ἔπεσε κάτω κι ἄφηκε τὴν ἁγνὴ ψυχή του νὰ πετάξει κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ἀγάπησε καὶ πόθησε καὶ λάτρεψε, μὰ καὶ κοντὰ στοὺς μάρτυρες γονεῖς. Σύντομη ὑπῆρξε ἡ ζωή του. Σύντομη ἀλλὰ μεγαλειώδης καὶ παραδειγματική. Νέος ἦταν καὶ αὐτός. Ναί! Νέος, στὴν ἄνοιξη τῆς ζωῆς, μὲ δυσκολίες καὶ προβλήματα καὶ πειρασμούς. Ὅμως δὲν παρασύρθηκε. Δὲν πλανήθηκε. Δὲν λύγισε. Ἔμεινε πιστὸς καὶ ἀκλόνητος στὶς ἀρχές του, μέχρι θανάτου. Γιὰ νὰ διδάσκει. Καὶ νὰ δείχνει τὸν δρόμο σὲ ὅσους νοσταλγοῦν καὶ ποθοῦν καὶ θέλουν νὰ ζήσουν μία ζωὴ ἀνώτερη. Μιὰ ἀληθινὴ ζωή.

Στὴν Κύπρο ὁ Ἅγιος Μάμας εἶναι ἕνας πολὺ σεβαστὸς καὶ δημοφιλὴς ἅγιος. Πολλοὶ ναοὶ καὶ παρεκκλήσια, μὰ καὶ χωριὰ φέρουν τὸ ὄνομά του (σ’ ὅλη τὴν Κύπρο 66 ναοὶ περίπου εἶναι ἀφιερωμένοι στὸν Ἅγιο Μάμα). Ἀλλὰ καὶ πολλὲς κυπριακὲς παραδόσεις κυκλοφοροῦν μεταξὺ τοῦ λαοῦ γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία μορφή του. Μιὰ τέτοια παράδοση ποὺ δημιουργήθηκε, ὅπως φαίνεται, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, δίνει μία πολὺ ὄμορφη ἑρμηνεία τῆς εἰκονογράφησης τοῦ ἁγίου, καβάλα σὲ ἕνα λιοντάρι καὶ μὲ ἕνα ἀρνὶ στὰ χέρια. Σύμφωνα μὲ τὴν σχετικὴ παράδοση ὁ Ἅγιος Μάμας ἦταν ἕνας φτωχὸς ἐρημίτης, ποὺ ζοῦσε σὲ μία σπηλιὰ κοντὰ στὴν κωμόπολη Μόρφου. Μιὰ χρονιὰ οἱ φοροθέτες τὸν ἔβαλαν νὰ πληρώσει βαρὺ κεφαλικὸ φόρο. Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος ἀρνιόταν, κλήθηκε ἀπὸ τὸν διοικητὴ σὲ ἀπολογία. Στὸν δρόμο ποὺ ἐρχόταν μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία τῶν στρατιωτῶν ποὺ τὸν βρῆκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, ἕνα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστὰ τους καὶ ἅρπαξε ἕνα ἀρνί, ποὺ κυνηγοῦσε. Ὁ Ἅγιος ἔκαμε νόημα στὸ θηρίο νὰ σταματήσει, καὶ νὰ ἀφήσει τὸ θῦμά του. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. Σταμάτησε μὲ μιᾶς, καὶ ἄρχισε νὰ κουνάει τὴν οὐρά του, γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑποταγή του. Ὁ ἀθλητής, κουρασμένος ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, πῆρε τὸ ἀρνὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ καβαλίκεψε τὸ θηρίο συνέχισε τὸν δρόμο του πρὸς τὸ Διοικητήριο. Ὅταν ὁ Διοικητὴς ἀντίκρυσε τὸ ἀπίθανο αὐτὸ θέαμα, ἔδωκε διαταγὴ νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸν ἀθλητὴ καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴ φορολογία γιὰ ὅλη του τὴν ζωή. Ὁ Ἅγιος ἄφηκε τὸ ἀρνὶ σὰν δῶρο στὸν Διοικητὴ κι ἔφυγε.
Μιὰ ἄλλη παράδοση ἀναφέρει, πὼς τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ μάρτυρα μεταφέρθηκε στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴ Μ. Ἀσία καὶ τάφηκε στὴ Μόρφου. Ἕνας μεγαλοπρεπὴς ναὸς κτίστηκε δίπλα στὴ λάρνακα ποὺ φιλοξένησε τὸ ἅγιο λείψανό του καὶ πολλὰ θαύματα γίνονται κάθε φορὰ σὲ ὅσους μὲ πίστη καταφεύγουν στὴν χάρη του.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ὡς θαυματουργοῦ εἶναι πολὺ πλατιὰ διαδεδομένη στὸ νησί μας. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς (Κύπριος χρονογράφος τοῦ ΙΕ’ αἰῶνος). στὸ χρονικό του λέει γι’ αὐτὸν χαρακτηριστικά: «Ἂν ἤτουν νὰ γράψω ταὶς γιάσεις του ὡς τοῦ νάζουν δὲν ἔφταναν». Κάθε χρόνο στὶς 2 τοῦ Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανῶν τρέχουν νὰ τιμήσουν τὸν μάρτυρα μὲ πανηγυρικὲς λειτουργίες κι ἀγρυπνίες. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως τιμή, ποὺ μποροῦμε ὅλοι νὰ τοῦ προσφέρουμε εἶναι νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά του. Μᾶς φαίνεται δύσκολο; Ναί! Μπορεῖ νὰ εἶναι. Ἐδῶ ὅμως βρίσκεται τὸ ἀληθινὸ μεγαλεῖο.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, Μαρτύρων πέλων, ἠκολούθησας, ἀσχέτῳ πόθῳ, τοῖς ἐνθέοις ἀληθῶς τούτων ἴχνεσι· καὶ τοῦ Σωτῆρος κηρύξας τὸ ὄνομα, ἐθαυμαστώθης σοφὲ δι’ ἀθλήσεως. Μάμα ἔνδοξε, Χριστὸς τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τῇ ῥάβδῳ Ἅγιε, τῇ ἐκ Θεοῦ σοι δοθείσῃ, τὸν λαόν σου ποίμανον, ἐπὶ νομὰς ζωηφόρους, θῆρας δέ, τοὺς ἀοράτους καὶ ἀνημέρους, σύντριψον, ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν σὲ ὑμνούντων· ὅτι πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμόν σε κέκτηνται.

Μεγαλυνάριον.
Τέθηλας ἐκ ῥίζης θεοφιλοῦς, καὶ τῆς ἀληθείας, ἐγεώργησας τοὺς καρπούς· σὺ διὰ πυρὸς γάρ, καὶ ὕδατος διῆλθες, ἐκλάμπων ἐν τοῖς ἄθλοις, Μάμα τοῖς θαύμασι.

1/9/12

Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου


Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του, γράφει τὰ ἑξῆς: «Λέξις λατινικὴ (indictio) ὁρισμὸν σημαίνουσα καθ’ ὂν κατὰ δεκαπενταετὴ περίοδον ἐπληρώνοντο εἰς τοὺς αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων οἱ φόροι. Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἰνδικτιῶνος εἰσήγαγεν ὁ Αὔγουστος Καῖσαρ (1 – 14), ὄτε διέταξε τὴν γενικὴν τῶν κατοίκων τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους ἀπογραφὴν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, κατὰ τὴν πρώτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός. Ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) ἐγένετο ἐπισήμως χρῆσις τῆς Ἰνδικτιῶνος ὡς χρονολογίας. Ἔκτοτε δὲ ἡ ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τοῦ νῦν ἑορτάζει τὴν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἀρχὴν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους».
«Ἴνδικτον ἡμῖν εὐλόγει νέου χρόνου, ὢ καὶ παλαιὲ καὶ δι’ ἀνθρώπους νέε».

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος β’.
Ὁ πάσης Δημιουργός τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδὶᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον, τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὁ τῶν αἰώνων Ποιητὴς καὶ Δεσπότης, Θεὲ τῶν ὅλων Ὑπερούσιε ὄντως, τὴν ἐνιαύσιον εὐλόγησον περίοδον, σώζων τῷ ἐλέει σου, τῷ ἀπείρῳ Οἰκτίρμων, πάντας τοὺς λατρεύοντας, σοὶ τῷ μόνῳ Δεσπότῃ, καὶ ἐκβοῶντας φόβῳ Λυτρωτά· Εὔφορον πᾶσι, τὸ ἔτος χορήγησον.

Μεγαλυνάριον.
Ἄναρχε Τρισήλιε Βασιλεῦ, ὁ καιρῶν καὶ χρόνων, τὰς ἑλίξεις περισκοπῶν, εὐλόγησον τὸν κύκλον, τῆς νέας περιόδου, τὰς ἀγαθάς σου δόσεις, πᾶσι δωρούμενος.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης


Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ στυλίτης (ὁ πρεσβύτερος ἢ «ὁ ἐν τῇ μάνδρᾳ»), ποὺ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας τὴν 1η Σεπτεμβρίου, εἶναι ὁ πρῶτος γνωστὸς μοναχὸς ποὺ ἀσκήτεψε πάνω σὲ στῦλο.
Γεννήθηκε γύρω στὰ 389 στὸ χωριὸ Σισᾶν, στὰ ὅρια Συρίας καὶ Κιλικίας. Ἦταν βοσκὸς τῶν πατρικῶν προβάτων καὶ ὅταν γνώρισε κάποιους ἀσκητές, πόθησε ἐξαιτίας τους τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ ᾖρθε σὲ ἕνα μοναστῆρι, στὸ χωριὸ Τελεδᾶν, ὅπου ἔζησε δέκα χρόνια (403 – 413) μὲ αὐστηρότατη ἄσκηση.
Ὕστερα ἔζησε ἔγκλειστος τρία χρόνια σὲ μία σπηλιά, κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στὴ συνέχεια πῆγε στὸ χωριὸ Τελάνισσο, ὅπου ἀσκήθηκε ἀλλὰ τρία χρόνια σ’ ἕνα σπιτάκι. Τέλος, ἀποσύρθηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς λόφου καὶ περιορίσθηκε σ’ ἕναν μικρὸ κυκλικὸ περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο μὲ μίαν ἁλυσίδα εἴκοσι πήχεων.

Ἡ ἀπίθανη αὐστηρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ προξενοῦσαν μεγάλη ἐνόχληση. Γιὰ αὐτὸ ἄρχισε ν' ἀνεβαίνει σὲ στύλους ὁλοένα καὶ ψηλότερους. Ὁ τελευταῖος, ὅπου ἔζησε πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, εἶχε ὕψος 16 – 18 μέτρα.

Ὁ Ὅσιος ἀφιέρωνε τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου στὴν προσευχή. Ἔτρωγε ἐλάχιστα. Ἦταν συνεχῶς ὄρθιος, χωρὶς προφύλαξη ἀπὸ τὸν ἥλιο, τὴν βροχή, τὸν ἄνεμο ἢ τὸ κρύο. Δύο φορὲς τὴν ἡμέρα διέκοπτε τὸν ἀσκητικό του κανόνα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό, μεριμνοῦσε γιὰ τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς δυστυχισμένους, ἔκανε συμβιβασμοὺς διαφορῶν, ἔλυνε προβλήματα καὶ μετέστρεφε στὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἀλλόδοξους ποὺ πρόστρεχαν σ’ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης. Κοιμήθηκε τὸ 459 καὶ κηδεύτηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας Μαρτύριο στὴν μεγάλη ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας.

Στὸ ἐκπληκτικὸ Ἱεραποστολικὸ ἔργο, πού, ὅσο κι ἂν φαίνεται ἀπίστευτο, πραγματοποίησε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ στύλου του ὁ αὐστηρὸς αὐτὸς ἀσκητής, θὰ ἀναφερθοῦμε στὶς ἑπόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν «Φιλόθεο Ἱστορία» τοῦ Θεοδώρητου Κύρου, τὸν ἑλληνικὸ βίο τοῦ Ὁσίου, γραμμένο ἀπὸ τὸν μαθητὴ του Ἀντώνιο, καὶ τὸν συριακὸ βίο του .

Ἡ φήμη τοῦ ὁσίου ἁπλώθηκε γοργὰ παντοῦ. Ὅλοι, κι ἀπὸ τὰ κοντινὰ καὶ ἀπὸ τὰ μακρινὰ μέρη, ἔτρεχαν κοντά του. Ἄλλοι ἔφερναν παράλυτους, ἄλλοι ζητοῦσαν νὰ γιατρέψει ἀρρώστους, ἄλλοι παρακαλοῦσαν νὰ μεσιτέψει στὸν Θεὸ γιὰ ν’ ἀποκτήσουν παιδιά. Μετὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τους, ἔφευγαν γεμάτοι χαρά. Καὶ διαλαλώντας τὶς εὐεργεσίες ποὺ δέχτηκαν, ἔστελναν στὸν Ὅσιο πολὺ περισσότερους ἀνθρώπους, ποὺ ζητοῦσαν καὶ ἐκεῖνοι τὰ ἴδια. Ἔτσι, καθὼς ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν ἀπὸ κάθε στράτα σὰν ποτάμια οἱ προσκυνητές, σχηματίστηκε σ’ αὐτὸν τὸν τόπο ἕνα ἀνθρώπινο πέλαγος, ποὺ δεχόταν ἀπὸ παντοῦ ποτάμια! Ὄχι μόνο ντόπιοι οὔτε μόνο Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ Ἰσμαηλῖτες καὶ Πέρσες καὶ Ἀρμένιοι καὶ Ἴβηρες καὶ Ὁμηρῖτες καὶ ἐκεῖνοι ποὺ κατοικοῦν ἀκόμα πιὸ βαθιὰ μαζεύονταν στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου. Ἦρθαν καὶ πολλοὶ ποὺ κατοικοῦσαν στὰ πέρατα τῆς Δύσης, Ἰσπανοὶ καὶ Βρετανοὶ καὶ Γαλάτες. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰταλία, λένε πὼς ὁ Συμεὼν εἶχε γίνει τόσο περιβόητος ἐκεῖ, ὥστε κρεμοῦσαν μικρὲς εἰκόνες στὶς εἰσόδους ὅλων τῶν ἐργαστηρίων, γιὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ αὐτὲς προστασία καὶ ἀσφάλεια.

Ἦταν ἀμέτρητοι, λοιπόν, ὅσοι ἔφταναν καὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν ἀγγίξουν, ν’ ἀκουμπήσουν μόνο τὴν ἄκρη τοῦ δερμάτινου χιτῶνα του, πιστεύοντας πὼς ἔτσι θὰ ἔπαιρναν κάποια εὐλογία. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, ἔνιωθε πὼς δὲν ἦταν ἄξιος ν’ ἀπολαμβάνει τέτοια τιμή. Τὸν κούραζαν, ἄλλωστε, ὅλα αὐτά. Ἔτσι, σοφίστηκε ν’ ἀνέβει σ’ ἕναν στῦλο. Τὸ ὕψος του ἦταν στὴν ἀρχὴ μικρό, ἕξι πῆχες. Ἀργότερα ἀνέβηκε σὲ ἄλλον πιὸ ψηλό, ὕστερα σὲ ψηλότερο καὶ τέλος σ’ ἕναν ποὺ ἔφτανε τὶς τριάντα ἕξι πῆχες. Γιατί τὸ ἔκανε αὐτό; Ἐπειδὴ λαχταροῦσε νὰ πετάει στὰ οὐράνια, ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε τι γήϊνο. Καὶ ἐπειδή, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, στόχευε στὴν ὠφέλεια καὶ τὴ σωτηρία πολλῶν ψυχῶν. Βλέπετε, ὅσοι δὲν πείθονται μὲ λόγια καὶ δὲν ἀνέχονται τὰ κηρύγματα, σαγηνεύονται ἀπὸ τὰ παράδοξα θεάματα. Τὸ παράδοξο τραβάει ὅλους καὶ τοὺς ἀναγκάζει νὰ τὸ προσέξουν, προετοιμάζοντάς τους ἔτσι καὶ στὸ νὰ διδαχθοῦν. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸν Ὅσιο Συμεών. Τὸ παράδοξο θέαμα ποὺ παρουσίαζε ἀνεβασμένος σ’ ἕναν ψηλὸ στῦλο, τραβοῦσε ἀμέτρητους περιέργους, ποὺ ἤθελαν νὰ πληροφορηθοῦν γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ τέτοιον τρόπο. Μὲ τὴν ἀφορμὴ αὐτὴ ὁ Ὅσιος τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς κήρυσσε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μεταστρέφοντας πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀνομίας στὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἴβηρες καὶ Ἀρμένιοι καὶ Πέρσες, ὅπως εἴπαμε, ἀπαρνιόντουσαν κάτω ἀπ’ τὸν στῦλο τὴν προγονική τους πλάνη καὶ δέχονταν τὴν θεία ἀλήθεια μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα. Οἱ Ἰσμαηλῖτες, μάλιστα, ἔφταναν σὲ ὁμάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε καὶ χίλιοι. Μὲ βοὴ ἀποκήρυσσαν τὴν πατρική τους θρησκεία, ἔσπαζαν τὰ εἴδωλα ποὺ λάτρευαν πρῶτα, ἐγκατέλειπαν μία γιὰ πάντα τὰ μυστηριώδη ὄργια τῆς Ἀφροδίτης καὶ ἀπολάμβαναν τὰ θεία μυστήρια του Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄκουγαν ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο στόμα τοῦ στυλίτη σωτήριες διδαχές.

Ὁ Θεοδώρητος Κύρου, σύγχρονος καὶ γνώριμος τοῦ Ὁσίου, περιγράφει συνοπτικὰ τὸ κοινωνικὸ καὶ ἀποστολικὸ ἔργο του: «Νουθετώντας (τὸν λαό) δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, πλημμυρίζει τὰ αὐτιὰ τῶν ἀκροατῶν μὲ τὰ χαριτωμένα λόγια του καὶ τοὺς προσφέρει ὅσα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκει.
Προτρέπει νὰ στρέφουν τὸ βλέμμα στὸν οὐρανό, νὰ πετᾶνε ἀφήνοντας τὴν γῆ καὶ νὰ ὁραματίζονται τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νὰ φοβοῦνται τὴν κόλαση καὶ νὰ περιφρονοῦν τὰ γήϊνα, προσμένοντας τὴν μέλλουσα ζωή. Μπορεῖ νὰ τὸν δεῖς νὰ δικάζει, βγάζοντας σωστὲς καὶ δίκαιες ἀποφάσεις. Ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει μετὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἐνάτης ὥρας. Γιατί ὅλη τὴ νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα, ὡς τὴν ἐνάτη ὥρα προσεύχεται. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐνάτη ὥρα, προσφέρει πρῶτα τὴν θεία διδαχὴ σὲ ὅσους βρίσκονται ἐκεῖ, καὶ στὴ συνέχεια ἀκούει τὸ αἴτημα τοῦ καθενός. Καὶ ἀφοῦ θεραπεύσει μερικούς, λύνει τὶς διαφορὲς ὅσων φιλονικοῦν. Γύρω στὴ δύση τοῦ ἥλιου ἀρχίζει πάλι νὰ προσεύχεται. Δὲν παραμελεῖ ὅμως, νὰ φροντίζει καὶ γιὰ τὶς ἅγιες Ἐκκλησίες. Ἄλλοτε πολεμάει τὴν πλάνη τῶν εἰδωλολατρῶν, ἄλλοτε συντρίβει τὴ θρασύτητα τοῦ Ἰουδαίων, ἄλλοτε διαλύει τὶς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν. Καὶ ὅλα τοῦτα τὰ κατορθώνει εἴτε στέλνοντας γράμματα στὸ βασιλιά, εἴτε ἐμπνέοντας στοὺς ἄρχοντες τὸν ζῆλο γιὰ τὸ Θεό, εἴτε παρακινώντας καὶ τοὺς ἐπισκόπους ἀκόμα νὰ φροντίζουν περισσότερο γιὰ τὸ ποίμνιο».

Ἀξίζει, ὅμως, νὰ διηγηθοῦμε, ἐνδεικτικά, μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ὁσίου Συμεών, ποὺ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μεταστροφὴ τῶν εὐεργετημένων στὴν ἀληθινὴ πίστη.

– Κάποτε ἕνας Σαρακηνὸς φύλαρχος ἔφερε στὸ στυλίτη κάποιον παράλυτο ὁμόφυλό του καὶ παρακάλεσε γιὰ τὴ θεραπεία του. Ὁ Ἅγιος τοῦ ζήτησε ν’ ἀπαρνηθεῖ τὴν προγονική του ἀσέβεια. Ἐκεῖνος δέχτηκε πρόθυμα.

-Πιστεύεις στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; τὸν ρώτησε ὁ ἀσκητής.

-Πιστεύω, ὁμολόγησε ὁ Σαρακηνός.

-Ἀφοὶ πιστεύεις, σήκω πάνω!

Ὁ παράλυτος σηκώθηκε καὶ περπάτησε.

-Τώρα πᾶρε τὸ φύλαρχο στοὺς ὤμους σου! τὸν πρόσταξε ὁ Ὅσιος.

Ὁ γιατρεμένος σήκωσε τὸν κατάπληκτο φύλαρχο, ποὺ ἦταν ἐξαιρετικὰ μεγαλόσωμος, τὸν ἔβαλε στοὺς ὤμους του καὶ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος, δοξάζοντας τὸν τρισυπόστατο ἀληθινὸ θεό.


– Σὲ μία πόλη τῆς Παλαιστίνης ἦταν διοικητὴς κάποιος εἰδωλολάτρης, καμπούρης τόσο, ποὺ τὸ κεφάλι του ἀκουμποῦσε στὸ στῆθος του καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περιστραφεῖ. Κάποιοι φίλοι του, ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματα τοῦ στυλίτη, τὸν ἔφεραν κάτω ἀπὸ τὸν στῦλο καὶ παρακάλεσαν γιὰ τὴν θεραπεία του. Μὰ καὶ ὁ ἴδιος καμπούρης ἄρχισε νὰ ἱκετεύει τὸν Ὅσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ὥστε Ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε νὰ προσευχηθεῖ γιὰ χάρη του στὸν Κύριο. Ὁ εἰδωλολάτρης, πιστεύοντας πὼς ὁ Συμεὼν εἶχε δική του θαυματουργικὴ δύναμη, τοῦ ζητοῦσε νὰ ἀκουμπήσει τὸ χέρι του στὸ κεφάλι του, ἐκφράζοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ γινόταν καλὰ ἀμέσως. Ὁ Ὅσιος, ὅμως, τοῦ εἶπε:

- Εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ τιποτένιος ἄνθρωπος. Τὸ χέρι μου δὲν ἔχει καμιὰ ξεχωριστὴ δύναμη. Μόνο ἂν εὐδοκήσει ὁ Θεός, θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία σου, γιατί μόνο αὐτὸς ἔχει τὴν δύναμη νὰ θαυματουργεῖ. Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύ­σει ἄλλον, ἂν ὁ Κύριος δὲν τὸ θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στὴν παντοδυναμία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ καὶ κυβερνήτη τοῦ κόσμου, καὶ θὰ εὐεργετηθεῖς.

Τότε ὁ καμπούρης σταμάτησε νὰ φωνάζει, ἀφήνοντας τὸν Ὅσιο νὰ προσευχηθεῖ ἀπερίσπαστος. Καὶ μόλις Ἐκεῖνος τέλειωσε τὴν προσευχή του, τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος ὀρθώθηκε, στάθηκε ἴσια καὶ ἄρχισε νὰ χοροπηδάει χαρούμενος σὰν παιδί. Ἄνοιξε τότε τὶς κασέλες, ποὺ εἶχε φέρει μαζί του, καὶ πρόσφερε στὸν εὐεργέτη του ἀνεκτίμητα χρυσαφικὰ κι ἀσημικά. Ὁ στυλίτης κοίταξε τὰ δῶρα μὲ περιφρόνηση καὶ τοῦ εἶπε:

-Ἂν θέλεις νὰ μ’ εὐχαριστήσεις, νὰ δεχτεῖς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Νὰ βαπτιστεῖς, γιὰ νὰ πάρεις τὴν ἄφεση. Καὶ ἀκόμα νὰ ἐλευθερώσεις ὅλους τους δούλους σου, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ καὶ ἡ δική σου ψυχὴ ἀπὸ τὸ ζυγό του σατανᾶ.

Ὁ γιατρεμένος πρόθυμα ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Καὶ ἀργότερα, γεμάτος χαρὰ καὶ χάρη Θεοῦ, ἔφυγε γιὰ τὴν πόλη του.

– Ἕνας ἄρχοντας τῶν Περσῶν ἦταν πολὺ δυστυχισμένος, γιατί ὁ μονάκριβος γιός του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος. Ἔστειλε, λοιπόν, στὸν Ὅσιο τὸν ἐπίσκοπό τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν παράκληση νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του. Τοῦ ἔδωσε, μάλιστα, καὶ δυὸ ὑφάσματα ἀπὸ πολύτιμο μετάξι μὲ κεντημένους ἐπάνω χρυσοὺς σταυρούς, γιὰ νὰ τὰ προσφέρει στὸν στυλίτη.

Ὁ ἐπίσκοπος διηγήθηκε στὸν Συμεὼν τὸ δρᾶμα τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ πατέρα του. Ὁ Ὅσιος σπλαγχνίστηκε καὶ εἶπε στὸν ἐπίσκοπο:

-Πᾶρε αὐτὰ τὰ ὑφάσματα ποὺ ἔφερες, ἔτσι διπλωμένα ὅπως εἶναι, καὶ πήγαινε στὸ καλό. Ὅταν φτάσεις κοντὰ στὴν πόλη σας, κατέβα ἀπὸ τὸ ζῶο σου, κράτησε τὰ ὑφάσματα στὸ στῆθος σου καὶ προχώρησε ὡς τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα πεζὸς καὶ ἀμίλητος. Μπὲς μέσα, στάσου πάνω ἀπ’ τὸ παιδὶ σκέπασε τὸ μὲ τὰ ὑφάσματα καὶ πές του: Ὁ ἁμαρτωλὸς Συμεών σοῦ παραγγέλλει: Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, σήκω!

Ὁ ἐπίσκοπος ἔφυγε κι ἔκανε ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος. Μόλις σκέπασε τὸ παιδὶ μὲ τὰ ὑφάσματα, αὐτὸ πετάχτηκε ὄρθιο καὶ θεραπευμένο.

Ὁ Πέρσης ἄρχοντας καὶ ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του εὐχαρίστησαν καὶ δόξασαν τὸ Θεό. Καὶ ὁ ἐπίσκοπος, μετὰ ἀπὸ σχετικὸ αἴτημά τους, τοὺς κατήχησε καὶ τοὺς βάπτισε.

– Κάποιος πλούσιος ἀπὸ τὸ Σαβᾶ ἔπασχε ἀπὸ πονοκέφαλο συνεχὴ καὶ ὀδυνηρὸ τόσο, ποὺ ἔνιωσε νὰ τοῦ σουβλίζουν κάθε στιγμὴ τὸ μυαλό. Ἀνακουφιζόταν λίγο, μόνο ὅταν χτυποῦσε τὸ κεφάλι του πάνω στὰ δοκάρια τῶν τοίχων τοῦ σπιτιοῦ του!

Μόλις ἔμαθε γιὰ τὸν θαυματουργὸ στυλίτη, ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸ μακρὺ ταξίδι καὶ ξεκίνησε, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν κίνδυνο τῶν θηρίων καὶ τῶν λῃστῶν, ποὺ παραμόνευαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μέσα στὴν ἀπέραντη ἔρημο. Σχεδὸν ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ταξίδευε ὁ ἄρρωστος. Καὶ ὅσο πλησίαζε, πρᾶγμα παράδοξο, οἱ πόνοι του λιγόστευαν. Ἀντίθετα, ὅσο κι ἂν ἔτρωγε, οἱ προμήθειές του ἔμεναν ἀπείραχτες!

Ἔφτασε ἐπιτέλους στὸν στῦλο τοῦ Ὁσίου. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πληροφορήθηκε τὸ πρόβλημά του, ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν νερὸ ἀπὸ τὴν κοντινὴ πηγή. Προσευχήθηκε, τὸ εὐλόγησε καὶ πρόσταξε τὸν ἄρρωστο νὰ τὸ πιεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὕστερα, παίρνοντας ἀπὸ τὸ ἴδιο νερό, τοῦ ράντισε καὶ τὸ κεφάλι. Δὲν χρειαζόταν τίποτε ἄλλο. Ὁ λίγος πόνος ποὺ εἶχε ἀπομείνει, ἐξαφανίστηκε καὶ αὐτός. Ὁ ἄνθρωπος εὐχαρίστησε τὸν Ὅσιο καὶ δόξασε τὸν Θεό. Ζήτησε, μάλιστα, καὶ νὰ βαπτιστεῖ. Λίγο ἀργότερα, φεύγοντας Χριστιανὸς πιά, διαλαλοῦσε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Κυρίου ὡς τὴν μακρινὴ πατρίδα του.

– Ἕνα παρόμοιο μακρὺ ταξίδι ἔκανε καὶ μία ὁμάδα ἀπὸ τέσσερις λεπροὺς καὶ τρεῖς δαιμονισμένους, ποὺ ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς κι ἔκαναν δεκατρεῖς μῆνες ὥσπου νὰ φτάσουν στὸν Ὅσιο. Καὶ ἐκεῖνοι, παρὰ τὴ μεγάλη ἀπόσταση, οὔτε μία φορὰ δὲν ἔχασαν τὸ δρόμο, μὰ οὔτε καὶ οἱ τροφὲς ἢ τὸ νερὸ τοὺς ἔλειψαν καθόλου.

Φτάνοντας κάτω ἀπὸ τὸν στῦλο, διηγήθηκαν στὸν Ὅσιο τὰ παθήματά τους καὶ ζήτησαν τὴ βοήθειά του.

-Ὁ Θεός, ἀποκρίθηκε Ἐκεῖνος, πού σοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο νὰ ἔρθετε ὡς ἐδῶ, θὰ σᾶς δώσει καὶ τὴν ὑγεία σας.

Ζήτησε νερό, τὸ εὐλόγησε καὶ τοὺς τὸ ἔδωσε νὰ πιοῦν καὶ νὰ ραντιστοῦν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Μόλις τὸ ἔκαναν, ἔγιναν καὶ οἱ ἑπτὰ καλά! Ὕστερα ἀπὸ αὐτό, ἀρνήθηκαν τὴν λατρεία τῶν εἰδώλων, βαπτίστηκαν καὶ ἔφυγαν δοξάζοντας τὸ Θεό.


– Κάποτε ᾖρθαν κάτω ἀπ’ τὸν στῦλο ἀντιπρόσωποι τῶν κατοίκων τῆς ὁροσειρᾶς τοῦ Λιβάνου καὶ ἀνάστατοι εἶπαν στὸν Ὅσιο:
- Στὸν τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι ἀγρία θηρία, πρωτοφανέρωτα καὶ ἄγνωστα, ποὺ κατασπαράζουν ἀνθρώπους καὶ ζώα. Πολλὲς φορὲς μπαίνουν στὰ σπίτια, ἁρπάζουν τὰ παιδιὰ καὶ τὰ καταβροχθίζουν μπροστὰ στὰ ἔντρομα μάτια τῶν μανάδων τους. Ὁ φόβος καὶ ὁ θρῆνος ἔχουν ἁπλωθεῖ παντοῦ.

-Μὴν παραξενεύεστε γιὰ τὴ συμφορὰ πού σᾶς βρῆκε, εἶπε ὁ Ἅγιος. Εἶναι ἡ τιμωρία γιὰ τὰ ἔργα σας. Οἱ πρόγονοί σας ἐγκατέλειψαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν πλάστη καὶ εὐεργέτη μας, καὶ λάτρεψαν τὰ βουβὰ εἴδωλα. Καὶ ἐσεῖς ἐπιμένετε στὴν πλάνη αὐτή. Τὰ θηρία σᾶς ταλαιπωροῦν μὲ παραχώρηση τοῦ Κυρίου, ποὺ θέλει νὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ νὰ σᾶς φέρει κοντά Του. Ἂν ὅμως δὲν ἔχετε σκοπὸ νὰ μετανοήσετε, ἄδικα ᾔρθατε ὡς ἐδῶ. Νὰ ζητήσετε τὴ βοήθεια τῶν εἰδώλων ποὺ προσκυνᾶτε!

Ἐκεῖνοι τότε ἔπεσαν στὰ γόνατα καὶ ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν μὲ δάκρυα τὸ στυλίτη:

-Λυπήσου μας! Μεσίτεψε γιὰ μᾶς στὸ Θεό! θὰ μετανοήσουμε!...

Μαζί τους ἱκέτευαν τὸν Ὅσιο καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκονται ἐκεῖ, καὶ τοὺς σπλαγχνίστηκαν.

-Μόλις ἀπαρνηθεῖτε τὴν πλάνη σας, ἀποκρίθηκε πάνω ἀπ’ τὸν στῦλο του ὁ γέροντας καὶ βαπτιστεῖτε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν Κύριο νὰ σᾶς δείξει τὴν φιλανθρωπία Του.

Μὲ ἕνα στόμα οἱ εἰδωλολάτρες ὑποσχέθηκαν πώς, ὅταν θὰ γύριζαν στὴν πατρίδα τους, θὰ κατεδάφιζαν ἀμέσως τὰ Ἱερὰ τῶν εἰδώλων καὶ θὰ ἔριχναν στὴ φωτιὰ τὰ ξόανα.

Ὁ Ἅγιος κατάλαβε πὼς ἡ μεταστροφὴ τους ἦταν ἀληθινή. Τοὺς ἔδωσε, λοιπόν, ἕνα κουτάκι μὲ εὐλογημένη σκόνη καὶ τοὺς εἶπε:

-Νὰ πᾶτε στὸ καλό! Μόλις φτάσετε στὸν τόπο σας, νὰ περάσετε ἀπ’ ὅλα τὰ χωριά. Στὴν ἐμπασιὰ κάθε χωριοῦ, νὰ χώνετε στὴ γῆ τέσσερις πέτρες. Καὶ πάνω σὲ κάθε πέτρα νὰ σχηματίζετε μὲ τούτη τὴ σκόνη τρεῖς σταυρούς. Ἂν ὑπάρχουν ἐκεῖ Χριστιανοὶ ἱερεῖς, φωνάξτε τους νὰ σᾶς βοηθήσουν καὶ νὰ τελέσουν νυχτερινὲς λειτουργίες. Τότε ὁ Θεὸς θὰ κάνει τὸ θαῦμα Του. Κανένας ἄνθρωπος δὲν θὰ χαθεῖ πιὰ ἀπὸ τὰ θηρία.

Ἐπιστρέφοντας στὴν χώρα τους οἱ εἰδωλολάτρες διαπίστωσαν ὅτι, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Συμεὼν εἶχε προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς, ὅλα τὰ θηρία εἶχαν φύγει ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ ἀποτραβηχτεῖ στὰ δάση. Ὅταν, λοιπόν, ἔκαναν ὅτι τοὺς συμβούλεψε ὁ Ὅσιος, εἶδαν τὰ θηρία νὰ τρέχουν καὶ νὰ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὶς πέτρες, οὐρλιάζοντας ἀπαίσια. Πολλὰ ἔπεφταν καὶ ψοφοῦσαν ἐπιτόπου. Ἀλλὰ ἔφευγαν ἀλαφιασμένα καὶ χάνονταν. Σὲ δέκα μέρες δὲν εἶχε ἀπομείνει κανένα.

Πῆραν τρία τομάρια ἀπὸ τὰ ψόφια θηρία καὶ τὰ ἔφεραν στὸν Ὅσιο. Καὶ ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκαν τὸ θαῦμα, βαπτίστηκαν ὅλοι καὶ ἔγιναν Χριστιανοί. Μιὰ βδομάδα ἔμειναν ἐκεῖ, ἀκούγοντας τὶς σοφὲς διδαχὲς τοῦ πνευματοφόρου στυλίτη, καὶ μετὰ ἔφυγαν χαρούμενοι γιὰ τὴν πατρίδα τους, δοξάζοντας τὸ Θεό.

Ἀλλὰ σταματᾶμε ἐδῶ τὴ διήγηση, γιατί τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Ὁσίου Συμεὼν δὲν ἔχουν τέλος. Ὅπως σημειώνει ὡραιότατα ὁ Σύρος βιογράφος του, «ποιὸ στόμα θ’ ἀποτολμοῦσε νὰ διηγηθεῖ ἢ ποιὸ χέρι θὰ μποροῦσε νὰ γράψει ἢ ποιὸ σοφὸ μυαλὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὑπολογίσει τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο μέσῳ τοῦ Ἁγίου; Πόσους ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἔφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν μὲ τὴ διδαχή του ἀπὸ τὴν ἄγνοια στὴν ἀληθινὴ γνώση; Πόσες χιλιάδες καὶ μυριάδες «ἀλλότριων», χάρη στὸ κήρυγμά του, ἔγιναν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑποτάχθηκαν στὸ Χριστό; Ποιὸς μπορεῖ νὰ λογαριάσει τὶς τόσες καὶ τόσες χιλιάδες ἀγρίων, πού, βλέποντας καὶ ἀκούγοντάς τον, μὲ χαρὰ ἐγκολπώθηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔγιναν ὑπηρέτες τῆς ἀλήθειας; Γιατί ἡ φήμη τῶν εὐεργεσιῶν, ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μὲ τὰ χέρια τοῦ ὁσίου, ταξίδεψε ἀπ’ τὴν μίαν ἄκρη τοῦ κόσμου ὡς τὴν ἄλλη.
 
Κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε τὸ γραφικό: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν οἱ φθόγγοι αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν» (Ψαλμ. 18:5).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς στήλην θεόγραφον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, τοῦ βίου σου ἔλιπες, τὰς ἀναβάσεις ἡμῖν, Συμεὼν παμμακάριστε· σὺ γὰρ ἐπὶ τοῦ στύλου, ὡς πυρσὸς διαλάμπων, ἕλκεις ἡμᾶς χαμόθεν, πρὸς ζωὴν οὐρανίαν, τὸν τρόπον τῆς εὐδρομίας, φαίνων τοῖς ἔργοις σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὰ ἄνω ζητῶν, τοῖς κάτω συναπτόμενος, καὶ ἅρμα πυρός, τὸν στῦλον ἐργασάμενος, δι’ αὐτοῦ συνόμιλος, τῶν Ἀγγέλων γέγονας Ὅσιε· σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Στύλος ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, ἐν στύλῳ βιώσας, ὑπὲρ ἄνθρωπον Συμεών· ἔνθεν ἀμοιβῶν σου, τὰς ὑπὲρ νοῦν ἐλλάμψεις, ἐκθάμβως ἐξαστράπτεις, εἰς κόσμον ἅπαντα.

Ὁ Ἅγιος Ἰησοῦς ὁ Δίκαιος


Ἦταν Ἑβραῖος, γιὸς τοῦ Ναυῆ, ἀπὸ τὴν φυλὴ Ἐφραὶμ καὶ διάδοχος τοῦ Μωϋσῆ τοῦ προφήτη. Ὁ Ἰησοῦς, ὀνομαζόταν πρῶτα Αὐσής.
Στάλθηκε ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ νὰ κατασκοπεύσει τὴ γῆ Χαναᾶν καὶ ὅταν ἐπέστρεψε ἀνέλαβε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μωϋσῆ τὴν ἀρχηγία τοῦ λαοῦ, ποὺ τὸν ὁδήγησε μαζὶ μὲ τὴν κιβωτὸ στὴν Παλαιστίνη, ἀφοῦ πέρασε τὸν Ἰορδάνη καὶ συνέτριψε τοὺς ἀλλόφυλους στὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς (Ἰησ. ι’ 12).
Ὅταν κατέλαβε τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴ μοίρασε στοὺς Ἰσραηλῖτες, τοὺς ὁποίους κυβέρνησε 27 χρόνια, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ 110 χρονῶν.

Οἱ Ἁγίες 40 οἱ Παρθενομάρτυρες

Ἀδαμαντίνη, Καλλιρόη, Χαρίκλεια, Πηνελόπη, Κλειὼ , Θάλεια, Μαριάνθη, Εὐτέρπη, Τερψιχόρη, Οὐρανία, Κλεονίκη, Σαπφώ, Ἐρατώ, Πολύμνια, Δωδώνη, Ἀθηνᾶ, Τρωάδα, Κλεοπάτρα, Κοραλία, Καλλίστη, Θεονόη, Θεανώ, Ἀσπασία, Πολυνίκη, Διόνη, Θεοφάνη, Ἐρασμία, Ἑρμηνεία, Ἀφροδίτη, Μαργαρίτα, Ἀντιγόνη, Πανδώρα, Χάϊδω, Λάμπρω, Μόσχω, Ἀρηβοΐα, Θεονύμφη, Ἀκριβῆ, Μελπομένη, Ἐλπινίκη καὶ Ἀμμοῦν ὁ διδάσκαλος αὐτῶν
Εορταζόμενο όνομα:
Ἀθηνά, Ἀντιγόνη, Θάλεια, Ἀσπασία, Κλεοπάτρα, Κλειῶ, Σαπφῶ, Πηνελόπη, Μαριάνθη, Ἀκριβή, Ἀφροδίτη, Ἐλπινίκη, Ἐρασμία, Εὐτέρπη, Κοραλία, Πανδώρα, Χάϊδω, Μελπωμένη, Οὐρανία, Ἀδαμάντιος, Ἀδαμαντία

Ὁ Ἀμμοῦν ἢ Ἄμμων ἦταν Διάκονος στὴν Ἀδριανούπολη τῆς Θρᾴκης καὶ διδάσκαλος 40 ἀσκητριῶν παρθένων. Αὐτὸν λοιπόν, ὁ ἡγεμόνας τῆς Ἀδριανούπολης Βᾶβδος, ἐπειδὴ δὲν δεχόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, παρέπεμψε μαζὶ μὲ τὶς 40 μαθήτριές του στὸν Λικίνιο τὸν ἄρχοντα τῆς Θρᾴκης. Αὐτός, ἀφοῦ τὶς βασάνισε σκληρά, τὶς μὲν πρῶτες δέκα ἔκαψε ζωντανές, τὶς δὲ ἑπόμενες ὀκτὼ ἀποκεφάλισε, τὶς ἑπόμενες δέκα σκότωσε μὲ ξίφος, ἀφοῦ τὶς χτύπησε στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιὰ καὶ τὶς ὑπόλοιπες δώδεκα θανάτωσε μὲ μαχαίρια καὶ πυρακτωμένα σίδερα στὸ στόμα. Τὸν δὲ Ἀμμοῦν θανάτωσε, ἀφοῦ τοῦ ἔβαλε πυρακτωμένη καλύπτρα στὸ κεφάλι (ἄλλοι ἀναφέρουν ὅτι, κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισε). Ὅσον ἄφορα δὲ τὰ ὀνόματα τῶν 40 Ἁγίων Παρθένων, τὰ παραθέτουμε μὲ ἐπιφύλαξη, διότι ὁρισμένα ἀπ' αὐτὰ π.χ. Χάϊδω, Λάμπρω κ.λ.π. ἀνήκουν σὲ ὀνομασίες μεταγενεστέρων αἰώνων (16ου – 18ου) καὶ ὄχι σ’ αὐτὲς τῶν πρώτων αἰώνων μ.Χ. ποὺ μαρτύρησαν οἱ Ἁγίες.

Ὁ Ὅσιος Μελέτιος ὁ νέος


Ἀσκήτευσε στὸ ὄρος τῆς Μυουπόλεως.
Γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1035 στὸ χωριὸ Μουταλάσκη τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν πολὺ ἐνάρετοι καὶ ὀνομάζονταν Ἰωάννης καὶ Σοφία. Φυσικά, σύμφωνα μὲ τὰ ἱερὰ πιστεύω τους μεγάλωσαν καὶ τὸ παιδὶ τους, τὸν Μελέτιο. Αὐτός, ὅταν μεγάλωσε ᾖλθε στὴν Ἑλλάδα ἐπὶ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ στὴ Μονὴ τῶν Ταξιαρχῶν τὴν λεγόμενη τοῦ Συμβόλου, τὴν μετέπειτα ἐπονομασθεῖσα τοῦ Ὁσίου Μελετίου. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔλαμψε διὰ τῆς πνευματικῆς του ἀσκήσεως, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1105.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐξ Ἑῴας ἐκλάμψας ὡς πολύφωτος ἥλιος, καὶ ἐν Μυουπόλει ἀσκήσας θεοφόρε Μελέτιε, λαμπρύνεις τὴν Ἑλλάδα τῷ φωτί, τῶν θείων ἀρετῶν σου ἀληθῶς. Διὰ τοῦτο ὡς προστάτην ἡμῶν θερμόν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς μελετήσας ἐν τῷ νόμῳ τῷ τῆς χάριτος
Δένδρον ἐδείχθης τῆς ἀσκήσεως κατάκαρπον
Καὶ τοῦ Πνεύματος δοχεῖον ἡγιασμένον.
Ἀλλ’ ἀπαύστως καθικέτευε δεόμεθα
Πάσης θλίψεως λυτροῦσθαι καὶ κακώσεως
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Μελέτιε.

Μεγαλυνάριον.
Ἄγγελος ὡράθης μετὰ σαρκός, Μελέτιε Πάτερ, δι’ ἀγώνων ἀσκητικῶν· ὅθεν ἡ Μονή σου, ἐν σοὶ ἀγαλλιᾶται, ὑμνοῦσα θεοφόρε, τὴν πολιτείαν σου.